συνέντευξη στον Νίκο Κουρμουλή
Ο Βασίλης Δανέλλης επιστρέφει με το τρίτο του μυθιστόρημα, ο Άνθρωπος στο τρένο. Μια ιδέα που ξεκίνησε μέσα από τηλεφωνικές συζητήσεις με την επίσης συγγραφέα Τιτίνα Δανέλλη και το πώς ουσιαστικά ζούμε σε παράλληλες πραγματικότητες. Το σκηνικό είναι ένας σταθμός τρένου. Εκεί όπου οι χαρακτήρες φαινομενικά δεν μετακινούνται καθόλου, ενώ παράλληλα διανύουν μεγάλες αποστάσεις. Ένα διπλό φονικό και μια αρμαθιά αυτόπτων μαρτύρων. Ονόματα δεν αναγράφονται, ούτε τοποθεσίες. Οι αυτόπτες μάρτυρες είναι άγνωστοι μεταξύ τους, όπως και με τα θύματα. Κι όμως, οι «αλήθειες» έχουν πολλά πρόσωπα… Στη συνέντευξη που ακολουθεί ο Βασίλης Δανέλλης μας μιλά για τις παραμέτρους του βιβλίου του, την αστυνομική λογοτεχνία εν γένει και τι κάνει όταν δεν γράφει.
Κάνε μας μια εισαγωγή για το πώς ξεκίνησε και στη συνέχεια πώς αναπτύχθηκε η ιδέα για το τελευταίο σου μυθιστόρημα Άνθρωπος στο τρένο.
Ξεκίνησε μέσα από μια τηλεφωνική συζήτηση με τη θεία μου, επίσης συγγραφέα, Τιτίνα Δανέλλη. Συζητούσαμε για τις διαφορετικές οπτικές γωνίες των ανθρώπων και για το πώς –ουσιαστικά– ζούμε σε παράλληλες πραγματικότητες. Ο καθένας μας παρατηρεί, και συνεπώς βιώνει, αποσπασματικά μόνο ό,τι συμβαίνει γύρω του. Επιλέγει τι θα προσέξει και κυρίως επιλέγει τι θα αγνοήσει, έστω κι ασυνείδητα. Η ιδέα καρφώθηκε στο μυαλό μου και σιγά σιγά εξελίχθηκε στον Άνθρωπο στο τρένο. Πρώτα εμφανίστηκε ο σταθμός. Μου αρέσουν οι σταθμοί για διάφορους λόγους και το βρήκα ταιριαστό σκηνικό για μία ιστορία όπως αυτή, όπου η δράση είναι στατική, σαν να βρισκόμαστε σε θεατρική σκηνή. Τα τρένα είναι το σύμβολο της κίνησης, και οι χαρακτήρες του βιβλίου από τη μία δεν μετακινούνται καθόλου στον χώρο, από την άλλη διανύουν τεράστιες αποστάσεις εσωτερικά. Υπάρχει λοιπόν μια ενδιαφέρουσα αντίφαση. Έπειτα έφυγε από τη μέση η αστυνομία και οι ανακρίσεις, που θα έκαναν τις μαρτυρίες στεγνές και τυπικές, και τέλος επέλεξα την ασάφεια, όχι μόνο για τον θάνατο των δύο αντρών, αλλά και για τον τόπο και τον χρόνο. Δεν υπάρχουν καθόλου ονόματα στο βιβλίο, δεν αναφέρεται η τοποθεσία και υπάρχουν ελάχιστες ενδείξεις για τη χρονολογία. Είναι μια ιστορία που θα μπορούσε να συμβεί σε οποιονδήποτε, οπουδήποτε, οποτεδήποτε. Το «ταξίδι» είναι εσωτερικό, οι πολλές πληροφορίες και περιγραφές θα ήταν περισπασμοί.
Διπλό φονικό και αρκετοί αυτόπτες μάρτυρες. Δύσκολο υλικό, πώς το χειρίστηκες; Σου πέρασε από το μυαλό το «Φαινόμενο Ρασομόν»; Με τις διαφορετικές και αποκλίνουσες μαρτυρίες δηλαδή.
Δεν ξέρουμε τι είναι: έγκλημα, αυτοχειρία ή ατύχημα; Μη βιάζεσαι να πάρεις θέση!
Φυσικά μου πέρασε από το μυαλό το «Φαινόμενο Ρασομόν». Οι αποκλίνουσες μαρτυρίες είναι το έναυσμα για την ιστορία που εκτυλίσσεται σ’ αυτόν τον μυστηριώδη σιδηροδρομικό σταθμό. Η διαφορά όμως σε σχέση με τις υπόλοιπες ιστορίες στις οποίες έχει χρησιμοποιηθεί –απ’ όσο μπορώ να ξέρω τουλάχιστον– είναι ότι εδώ η απόκλιση των μαρτυριών δεν είναι η ιστορία αυτή καθ’ εαυτήν, αλλά απλώς η αφορμή. Με άλλα λόγια, το «Φαινόμενο Ρασομόν» χρησιμοποιείται συνήθως σε ιστορίες όπου υπάρχει μια υπόθεση να εξιχνιαστεί, ψάχνουμε να βρούμε τη λύση, και οι διαφορετικές εκδοχές μάς δυσκολεύουν. Επίσης, συνήθως οι μάρτυρες έχουν άμεση φυσική ή συναισθηματική εμπλοκή στα γεγονότα και ως εκ τούτου δεν είναι αντικειμενικοί. Στον Άνθρωπο στο τρένο όμως τίποτε από τα παραπάνω δεν ισχύει. Το περιστατικό είναι σίγουρα πολύ δυσάρεστο –δύο άνθρωποι πεθαίνουν– αλλά στην πραγματικότητα δεν απασχολεί κανέναν παρά πολύ. Ξέρω ότι ακούγεται σκληρό – και είναι. Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς όμως, πρέπει να παραδεχτούμε ότι ελάχιστοι από εμάς, δυστυχώς, ενδιαφερόμαστε πραγματικά και για πολλή ώρα να μάθουμε τι προηγήθηκε της πτώσης ενός ανθρώπου στις ράγες του τρένου. Κοντοστεκόμαστε, δυσανασχετούμε για την καθυστέρηση των δρομολογίων, βγάζουμε ένα γρήγορο συμπέρασμα για τις αιτίες του δυστυχήματος και συνεχίζουμε τη διαδρομή μας. Αν μάλιστα τύχει να το διαβάσουμε στην εφημερίδα, δεν προχωράμε καν μετά τον τίτλο. Ποιος νοιάζεται!
Στον Άνθρωπο στο τρένο οι αυτόπτες μάρτυρες είναι άγνωστοι μεταξύ τους και δεν γνώριζαν τους νεκρούς. Δεν έχουν καμία συναισθηματική εμπλοκή και κανέναν λόγο να πουν ψέματα. Κι όμως! Όλοι λένε μια διαφορετική ιστορία. Τι συμβαίνει άραγε; Γιατί το κάνουν αυτό; Γύρω από αυτές τις δύο ερωτήσεις χτίζεται το βιβλίο. Η ιστορία δεν είναι των δύο νεκρών, αλλά εξελίσσεται ως προβολές των πέντε μαρτύρων. Αυτοί είναι οι πραγματικοί πρωταγωνιστές. Οι νεκροί είναι το «δόλωμα», τους παρασύρουν πάνω στη σκηνή του θεάτρου, όπου εκείνοι, χωρίς να το καταλάβουν, μιλούν για τον εαυτό τους.

Το τέλος των θυμάτων παίρνει πολλές διαστάσεις. Μίλησε μας γι’ αυτό. Τα περιστατικά δίνουν ώθηση ώστε ο συγγραφέας να ξεδιπλώσει στο χαρτί ό,τι τον απασχολεί βαθύτερα;
Ναι, παίρνει πολλές διαστάσεις. Ουσιαστικά, είναι η ίδια ιστορία σε διάφορες εκδοχές. Τώρα που το σκέφτομαι, το βιβλίο θα μπορούσε να διαβαστεί και ως μεταμοντέρνα συλλογή διηγημάτων, της παράδοσης του Καλβίνο ίσως. Οι δύο άνδρες φτάνουν στην αποβάθρα, μπαίνουν δηλαδή στη σκηνή, παίζουν τον ρόλο τους και πεθαίνουν κάθε φορά σε μια διαφορετική παραλλαγή. Σκηνοθέτης είναι ο κάθε μάρτυρας και μέσω της δικής του παραλλαγής εξιστορεί όσα τον απασχολούν βαθύτερα. Με αυτόν τον τρόπο οι έξι χαρακτήρες του βιβλίου επικοινωνούν, ανταλλάσσουν απόψεις για τη ζωή και τον θάνατο, τη μοναξιά και τη συντροφικότητα, την πίστη, την απελπισία, αντιμετωπίζουν τους φόβους και τα όνειρά τους, έρχονται πιο κοντά ή απομακρύνονται, κι όλα αυτά χωρίς να μιλήσουν ποτέ ευθέως, χωρίς να αποκαλύψουν το παραμικρό για τις ζωές τους μακριά από τον σταθμό.
Δεν υπάρχει αντικειμενική πραγματικότητα. Όταν περιγράφουμε ένα γεγονός, ακόμα και κάτι φαινομενικά απλό και ξεκάθαρο, διαμορφώνουμε τη δική μας προσωπική αλήθεια. Οι λεπτομέρειες που ξεχωρίζουμε, τα αυθόρμητα συμπεράσματά μας, ο τρόπος που δομούμε την αφήγησή μας φανερώνουν τη σκέψη και τον χαρακτήρα μας. Φυσικά, το ίδιο ισχύει και για μένα ή, αν θες, πρώτα από όλους για εμένα, που γράφω ιστορίες.
Δεν είναι όμως μόνο οι έξι χαρακτήρες του βιβλίου που προβάλλουν τον εαυτό τους πάνω στους νεκρούς ή εγώ που προβάλλω τον εαυτό μου πάνω σε αυτούς τους έξι, αλλά και ο αναγνώστης που δεν αποφεύγει την ίδια «παγίδα». Γιατί το να διαβάζεις μία ιστορία είναι ακριβώς σαν να τη γράφεις. Το κάνεις μέσα από το προσωπικό σου πρίσμα. Έτσι ο Άνθρωπος στο τρένο διαβάζεται με πολλούς τρόπους: από ιστορία μυστηρίου ή συλλογή διηγημάτων, όπως είπα και πριν, ως δοκίμιο για την ύπαρξη ή ακόμα και ως ρομάντζο. Ο κάθε αναγνώστης μπορεί να διαλέξει την εκδοχή του.
Πότε και γιατί αποφάσισες ότι θα γίνεις συγγραφέας;
Δεν είμαι σίγουρος ότι το αποφάσισα. Σίγουρα πάντως δεν πολυκατάλαβα πώς συνέβη. Γράφω για να θέσω ερωτήματα στον εαυτό μου και να αναμετρηθώ μαζί τους. Ύστερα τα μοιράζομαι με όποιον έχει διάθεση να με διαβάσει και περιμένω με αγωνία να γίνω κοινωνός διαφορετικών οπτικών γωνιών, αντιεπιχειρήματων, εναλλακτικών προσεγγίσεων κτλ., όλα αυτά με βοηθούν να προχωρήσω τη σκέψη μου παρακάτω.
Από πού αντλείς υλικό για τα μυθιστορήματά σου;
Απ’ όσα παρατηρώ γύρω μου, απ’ όσα διαβάζω ή δεν διαβάζω στις εφημερίδες και στο διαδίκτυο, από τις συζητήσεις που κάνω με καλούς φίλους, αλλά και με αγνώστους στον δρόμο, από κουβέντες που ακούω λαθραία στο λεωφορείο, από την ίδια τη λογοτεχνία, απ’ όπου μπορείς να φανταστείς. Κυρίως όμως από τους φόβους μου.
Είσαι από τα ιδρυτικά μέλη της Ε.Λ.Σ.Α.Λ. Από την εμπειρία σου, πώς βλέπεις το αστυνομικό μυθιστόρημα σήμερα; Κατά πολλούς καλύπτει ένα μεγάλο φάσμα της ανθρώπινης δραστηριότητας: από το οξύ κοινωνικό σχόλιο έως τη φαντασία.
Θα συμφωνήσω κι εγώ μαζί τους. Εξάλλου η αστυνομική πλοκή δεν είναι παρά το περιτύλιγμα, το πραγματικό μυθιστόρημα βρίσκεται στους χαρακτήρες του, όπως όλα τα μυθιστορήματα, σε όποια κατηγορία κι αν ανήκουν. Το βάθος των χαρακτήρων, η προσωπικότητα, τα βάσανα, οι αγωνίες, οι προσδοκίες, οι απογοητεύσεις τους κτλ. κάνουν ένα βιβλίο ξεχωριστό ή αδιάφορο, διαχρονικό ή εφήμερο.
Όσον αφορά στους Έλληνες αστυνομικούς συγγραφείς πάντως, πιστεύω ότι είχαν την τύχη να βρίσκονται στο κατάλληλο μέρος την κατάλληλη στιγμή. Παρίες της λογοτεχνίας κι οι ίδιοι, «κυκλοφορούσαν» στους δρόμους της πόλης, ανάμεσα σε απόκληρους και ξεχασμένους, όπως είναι οι μετανάστες και οι νεόπτωχοι, και κατάφεραν να είναι οι πρώτοι που κατέγραψαν –όχι απαραίτητα συνειδητά πολλές φορές– τις κοινωνικές τάσεις και τις συγκρούσεις που οδήγησαν στη σημερινή κρίση. Έτσι εξηγείται και η πρόσφατη άνθιση και καθιέρωση της ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας στη συνείδηση του αναγνωστικού κοινού.
Ποιες είναι οι επιρροές σου;
Δύσκολη ερώτηση. Η απάντηση αλλάζει από καιρό σε καιρό. Δεν είναι απαραίτητα μόνο η λογοτεχνία, αλλά και ο κινηματογράφος και η μουσική και τα κόμικς. Με επηρεάζει ό,τι με βάζει σε σκέψη.
Ποια είναι εκείνα τα ζητήματα που σε απασχολούν και προσπαθείς να «λύσεις» σε κάθε βιβλίο σου; Αν υπάρχουν, δώσε μας μερικά παραδείγματα.
Θέλω να πιστεύω ότι τα βιβλία μου είναι πολύ διαφορετικά μεταξύ τους. Η Μαύρη μπίρα είναι αστυνομικό, τα Λιβάδια από ασφοδίλι ανήκει στη λεγόμενη «λογοτεχνία της κρίσης» και ο Άνθρωπος στο τρένο δεν μοιάζει με κανένα από τα δύο προηγούμενα. Θα ήταν αφελές όμως να ισχυριστώ ότι δεν υπάρχουν κοινοί τόποι ανάμεσά τους. Η κρίση ταυτότητας, για παράδειγμα, είναι ένα μοτίβο που επαναλαμβάνεται. Ο Αντρέας της Μαύρης μπίρας προσπαθεί να απαρνηθεί την καταγωγή του και να ζήσει ανάμεσα στους μετανάστες και τους απόκληρους, οι οποίοι όμως τον αντιμετωπίζουν με καχυποψία. Ο Παντελής στα Λιβάδια από ασφοδίλι χάνει το σπίτι, το μαγαζί, το αυτοκίνητο, τη γυναίκα του, ακόμα και τον εαυτό του, και πρέπει να απαντήσει από την αρχή στο ερώτημα «Ποιος είμαι;». Η ταυτότητα των πέντε μαρτύρων στον Άνθρωπο στο τρένο είναι άγνωστη, κι εκείνη των δύο νεκρών ανοιχτή σε πολλές ερμηνείες.
Επίσης με απασχολεί ιδιαίτερα η ψευδαίσθηση της πραγματικότητας. Ο Λάζαρος δεν είναι αυτός που φαίνεται στη Μαύρη μπίρα. Η πραγματικότητα του Παντελή στα Λιβάδια από ασφοδίλι διαλύεται βίαια κι εκείνος σύρεται σε μία άλλη, άγνωστη, αφιλόξενη και σκληρή. Για τον Άνθρωπο στο τρένο τα είπαμε ήδη.
Το «ιερό δισκοπότηρο» των βιβλίων μου πάντως είναι η ευτυχία. Οι χαρακτήρες μου αναζητούν την ευτυχία μέσα σ’ έναν παράλογο κόσμο που τους πληγώνει διαρκώς. Μπορούν οι ηττημένοι να είναι ευτυχισμένοι; Αυτό το ερώτημα είναι κεντρικό στα γραπτά μου. Τις ιστορίες αυτών των «ηττημένων» θέλω να γράψω. Ανθρώπων που προσπερνάμε χωρίς να τους κοιτάξουμε, ανθρώπων που η Ιστορία ξεχνάει ή, ακόμα χειρότερα, φιμώνει.
Πώς είναι η καθημερινότητα του Βασίλη Δανέλλη πέρα από τα βιβλία του;
Ζω σε μια ενδιαφέρουσα –από πολλές απόψεις– πόλη, την Κωνσταντινούπολη. Κάθε μέρα διασχίζω τον Βόσπορο με το καραβάκι. Διαβάζω, πίνω τσάι και ταυτόχρονα χαζεύω τους γλάρους. Επίσης, κοιμάμαι αργά.
