- Λογοτεχνία
- Ελληνική Λογοτεχνία - Πεζογραφία
- Θα γίνω σκιά σου
Αθήνα, μέρες Αποκριάς. Η Κατερίνα Ασλάνη –μια κοπέλα με μεγάλα όνειρα και πάθος για ζωή– εξαφανίζεται μυστηριωδώς.
Τα ερωτήματα για τους δικούς της βασανιστικά. Εγκατέλειψε τα πάντα κι έφυγε σε άλλη χώρα; Είδε κάτι τρομερό, την απειλούν και κρύβεται; Έπεσε θύμα δολοφονικής ενέργειας;
Για τη ρεπόρτερ που αναλαμβάνει την έρευνα αρχίζει ένα ταξίδι υψηλού ρίσκου, από την Πλάκα και το Κολωνάκι ως το Παρίσι και από την Πάρο μέχρι τα Γιάννενα και τη Θεσσαλονίκη.
Η αναζήτηση ξεκινά από τα νεανικά στέκια, περνά από ατελιέ καλλιτεχνών και καταλήγει στα σαλόνια της υψηλής κοινωνίας.
Τρία πρόσωπα που εμπλέκονται δυσκολεύουν την έρευνα.
Υπόθεση νεφελώδης, σε αχαρτογράφητα νερά. Επτασφράγιστα μυστικά και σβησμένα ίχνη. Μοιραία πάθη, επιπόλαια λάθη, οικογενειακά και κοινωνικά τραύματα έρχονται σταδιακά στην επιφάνεια.
Μια επικίνδυνη αναμέτρηση με τις σκιές. Μια άγρια μάχη στο σκοτάδι μέχρι να φανεί το φως. Ένα τέλος απρόβλεπτο...
Από τη συγγραφέα των μπεστ σέλερ Ονειρεύτηκα το δολοφόνο σου,
Θάνατος με χείλη κόκκινα και Έρωτας φονιάς.
Η Αγγελική Νικολούλη είναι δημοσιογράφος-ερευνήτρια και η πρώτη γυναίκα που υπηρέτησε το αστυνομικό ρεπορτάζ στην Ελλάδα.
Από το 1995 παρουσιάζει την τηλεοπτική εκπομπή Φως στο Τούνελ, στους σταθμούς ΣΚΑΪ, ALTER, ALPHA, καταγράφοντας υψηλότατα ποσοστά τηλεθέασης – που ξεπέρασαν το 70%. Τα τελευταία χρόνια βρίσκεται στο MEGA, σημειώνοντας μεγάλες δημοσιογραφικές επιτυχίες σε πολύκροτες υποθέσεις.
Με την έρευνά της έχει συμβάλει στην εξιχνίαση 32 δολοφονιών, ενώ έχει αναδείξει δεκάδες άλλες σκοτεινές υποθέσεις που παρέμεναν στα συρτάρια των Αρχών. Σε 1.015 εκπομπές του Τούνελ (έως τώρα) εντοπίστηκαν περισσότεροι από 1.870 αγνοούμενοι, γι’ αυτό τον λόγο το όνομά της καταχωρήθηκε δύο φορές στο βιβλίο των Ρεκόρ Γκίνες.
Η φήμη της εκπομπής ξεπέρασε τα ελληνικά σύνορα, με τηλεοπτικά δίκτυα από τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ολλανδία, τη Ρωσία και την Αλβανία να κάνουν εκτενή αφιερώματα στη δουλειά της. Οι Ιάπωνες επέλεξαν το Φως στο Τούνελ από 40 χώρες ως την εκπομπή με ξεχωριστή κοινωνική προσφορά και ήρθαν στην Ελλάδα για να καταγράψουν τον τρόπο της έρευνας.
Η Αγγελική Νικολούλη έχει τιμηθεί με 25 βραβεία από κοινωνικούς φορείς, ανώτατους αξιωματικούς της ΕΛΑΣ αλλά και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Για το έργο της χρίστηκε Πρέσβειρα Καλής Θελήσεως από τον κυβερνήτη του Τενεσί Μπιλ Χάσλαμ με πρωτοβουλία της Ομογένειας.
Ξεκίνησε την πορεία της ως νεαρή ρεπόρτερ στην έντυπη δημοσιογραφία στις εφημερίδες Παρατηρητής, Γνώμη, Πελοπόννησος, Απογευματινή, Έθνος και ως υπεύθυνη συντονισμού ρεπορτάζ στον Ελεύθερο Τύπο και στο περιοδικό Χρόνος, ενώ εργάστηκε στις Εικόνες και στα Επίκαιρα. Υπέγραψε σημαντικά αποκλειστικά ρεπορτάζ, όπως η δράση του «δράκου» Κυριάκου Παπαχρόνη –από τον οποίο πήρε και συνέντευξη μετά τη σύλληψή του–, ενώ συνέβαλε στον εντοπισμό και στη σύλληψη του «δράκου» των νοτίων και βορείων προαστίων Σπύρου Μπέσκου. Αποκάλυψε το σκάνδαλο των υποκλοπών της ΕΥΠ με θύματα πολιτικούς και παράγοντες της χώρας, υπόθεση για την οποία κατέθεσε στην επιτροπή της Βουλής των Ελλήνων. Οι έρευνές της για κατασκοπεία, αεροπειρατεία και τρομοκρατία απασχόλησαν διεθνή μέσα.
Η καθημερινή επαφή της με το κέντρο της Άμεσης Δράσης («100») της χάρισε αμέτρητες ιστορίες, τις οποίες μετέφερε με χιούμορ στη στήλη που διατηρούσε στον Ελεύθερο Τύπο. Με τη βοήθεια του Αλέκου Σακελλάριου, το 1990 εκδόθηκε το βιβλίο Τα πιπεράτα του 100.
Από τις Εκδόσεις Καστανιώτη έχουν κυκλοφορήσει τα βιβλία της, βασισμένα σε αληθινές ιστορίες: Ονειρεύτηκα το δολοφόνο σου (2012), Θάνατος με χείλη κόκκινα (2013), Έρωτας φονιάς (2016) και Θα γίνω σκιά σου (2020). Το 2018 τα τρία πρώτα εκδόθηκαν και σε συλλεκτική επίτομη έκδοση με τίτλο Φως στο Τούνελ.
Έχει έναν γιο, τον Κωνσταντίνο Μουσούλη, σκηνοθέτη κινηματογράφου, σεναριογράφο και συγγραφέα.
ΕΠΙΛΟΓΕΣ
Σε κάποια αγροτική περιοχή της Γαλλίας ένας ιερέας δέχεται στο εξομολογητήριό του μια ασυνήθιστη επίσκεψη. «Πάτερ μου, θα σας ζητήσουν σύντομα να ευλογήσετε το σώμα μιας γυναίκας στο άσυλο» τον πληροφορεί μια άγνωστη φωνή. Το άσυλο, χαμένο μες στο αχανές δάσος, είναι ένα παλιό μοναστήρι που μοιάζει με φρούριο και έχει πλέον μετατραπεί σε ίδρυμα για ψυχικά ασθενείς. Ο ιερέας δεν καταλαβαίνει, απορεί. «Κάτω απ’ το φόρεμά της, εκεί τα έκρυψα» του εκμυστηρεύεται αμέσως μετά εκείνη η παράξενη φωνή. Έτσι θα βγουν απ’ το σκοτάδι τα τετράδια της Ροζ, όπου η ίδια αφηγείται τη σπαρακτική ιστορία της, προσπαθώντας να διαλύσει τη σιωπή με την οποία θέλησαν να σκεπάσουν το πεπρωμένο της, τα τραύματά της, την ανείπωτη οδύνη της. Όλα ξεκινούν όταν η Ροζ είναι δεκατεσσάρων χρονών και ο απελπισμένος πατέρας της δε διστάζει να την πουλήσει, σαν σκλάβα, σε έναν πλούσιο αλλά εξαχρειωμένο γαιοκτήμονα ο οποίος ζει με τη γηραιά μητέρα του και την άρρωστη σύζυγό του. Ο πολυβραβευμένος Φρανκ Μπουίς καταθέτει ένα καθηλωτικό μυθιστόρημα, σκληρό και ευαίσθητο συνάμα, για την αθλιότητα και το μεγαλείο των ανθρώπων.
«Απλώς εξαιρετικό! Διαβάστε αυτό το βιβλίο, θα σας συνταράξει».
Φρανσουά Μπουνέλ, La Grande Librairie
«Ένα έργο αριστοτεχνικό. Απόδειξη ότι η μυθιστορηματική τέχνη μπορεί ακόμα να μαγεύει».
Le Monde
«Το συγκλονιστικό πορτρέτο μιας αδάμαστης γυναίκας... Ο Φρανκ Μπουίς είναι απαράμιλλος σμιλευτής της γλώσσας και ασυναγώνιστος μάστορας της συγκίνησης».
Marianne
Η βροχή θεριεύει ώρα με την ώρα, λες και βάλθηκε να ξεπλύνει όλη τη βρομιά της γης. Έχει τέτοια οργή ο άνεμος, που η παλιά μονοκατοικία σείεται συθέμελα. Είναι και τα σκυλιά της γειτονιάς που αλυχτάνε με τα αστραπόβροντα. Είναι κι εκείνο το όνειρο το κακό, με το αίμα να τρέχει ποτάμι...
Οκτώβριος 1994. Η θύελλα σαρώνει νύχτα την Αθήνα, την ώρα που ο νεαρός θεολόγος δολοφονεί άγρια τρεις ανθρώπους και χάνεται στο σκοτάδι.
Ιανουάριος 1998. Σε ένα ραντεβού-παγίδα, ο εφοπλιστής και η γραμματέας του πέφτουν θύματα απαγωγής.
Ένα αδιόρατο νήμα συνδέει τις δυο ιστορίες, που, καθώς ξετυλίγεται σταδιακά, φέρνει στο φως τη δόλια πλεκτάνη.
Η έρευνα βυθίζεται στα άδυτα του υποκόσμου και της σικελικής μαφίας, σπάει τον κώδικα της σιωπής και αποκαλύπτει μια σειρά αποτρόπαιων εγκλημάτων.
Από τις σκοτεινές φυλακές των Διαβατών έως τις πολυτελείς βίλες των νοτίων προαστίων, και από την Αθήνα και τον Πειραιά έως την Ταορμίνα και το Μόντε Κάρλο, το βιβλίο της Αγγελικής Νικολούλη εξερευνά τη φύση του κακού σε έναν κόσμο βίας, φόβου και βαθιά κρυμμένων μυστικών.
Ένα συναρπαστικό θρίλερ με ανατροπές που κόβουν την ανάσα, εμπνευσμένο από πολύκροτη αληθινή υπόθεση.
Ένας βραβευμένος με Όσκαρ σκηνοθέτης, πρόκειται να σκηνοθετήσει ένα διαφημιστικό σποτ για την Ελλάδα. Γνωστός για τις πειραματικές του μεθόδους, χρησιμοποιεί ένα θέατρο για σκηνικό. Σε αυτό το εγχείρημα έχει συνοδοιπόρους πέντε αλλοπρόσαλλους χαρακτήρες που πρέπει να συνεργαστούν μεταξύ τους. Όπως είναι φυσικό, όλα πάνε τέλεια. Όπως άλλωστε και στην Ελλάδα του 2025.
Μια γυναίκα κληρονομεί ένα ενεχυροδανειστήριο όπου μπορείς να πουλήσεις αυτά για τα οποία μετανιώνεις, ενώ στη συνέχεια ξεκινά ένα μαγικό ταξίδι, όταν ένας γοητευτικός νέος γιατρός περιπλανιέται στο κατάστημα, σε αυτό το ονειρικό και μαγευτικό φανταστικό μυθιστόρημα.
Σε ένα σοκάκι του Τόκιο βρίσκεται ένα ενεχυροδανειστήριο, αλλά δεν μπορεί να το βρει ο καθένας. Οι περισσότεροι βλέπουν απλώς ένα ζεστό ταβερνάκι με ράμεν. Και μόνο οι εκλεκτοί –εκείνοι που έχουν χαθεί– θα βρουν ένα μέρος για να υποθηκεύσουν τις επιλογές τους και αυτά για τα οποία μετανιώνουν.
Η Χάνα Ισικάουα ξυπνάει το πρωί της πρώτης της μέρας ως νέας ιδιοκτήτριας του υποθηκοφυλακείου και ανακαλύπτει ότι έχει γίνει διάρρηξη, τα πολυτιμότερα αγαθά του καταστήματος έχουν κλαπεί και ο πατέρας της αγνοείται. Και τότε στο κατάστημα μπαίνει ένας γοητευτικός ξένος, πολύ διαφορετικός από τους άλλους πελάτες, αφού προσφέρει βοήθεια αντί να τη ζητάει.
Μαζί, πρέπει να ταξιδέψουν σε έναν μυστηριώδη κόσμο για να βρουν τον πατέρα της Χάνα και την κλεμμένη επιλογή – μέσα από βρόχινες λίμνες, βόλτες πάνω σε χαρταετούς, τη γέφυρα μεταξύ νύχτας και πρωινού και μια μεταμεσονύκτια αγορά στα σύννεφα.
Αλλά καθώς πλησιάζουν την αλήθεια, η Χάνα πρέπει να αποκαλύψει ένα μυστικό της και να ρισκάρει να κάνει μια επιλογή που δεν θα μπορέσει ποτέ να αναστρέψει.
ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ
Ο Φίμα είναι πενήντα τεσσάρων ετών, διαζευγμένος δύο φορές και εργάζεται ως υπάλληλος υποδοχής σε μια γυναικολογική κλινική. Είναι επίσης γιος ενός αυτοδημιούργητου εργοστασιάρχη καλλυντικών αλλά, παρά τις λαμπρές πανεπιστημιακές του σπουδές, εξακολουθεί να τον στηρίζει οικονομικά ο ηλικιωμένος πατέρας του. Ο Φίμα ζει στην Ιερουσαλήμ, νιώθει ωστόσο ότι θα έπρεπε να βρίσκεται αλλού. Έχει στο ενεργητικό του διάφορους μυστήριους ερωτικούς δεσμούς, άπειρες φαεινές ιδέες και μια πολλά υποσχόμενη ποιητική συλλογή. Αναρωτιέται ποιος είναι ο σκοπός του κόσμου και γιατί η χώρα του έχει πάρει τον λάθος δρόμο. Τον διακατέχει η ακόρεστη λαχτάρα για κάτι το άπιαστο και η μόνιμη επιθυμία να γυρίσει σελίδα. Να όμως που τώρα, στη διάρκεια ενός μουντού χειμωνιάτικου πρωινού, τον βλέπουμε σε ένα καταθλιπτικό διαμέρισμα να επιδίδεται σε μια ταπεινωτική μάχη, πασχίζοντας να ξεσκαλώσει το πουκάμισό του από το φερμουάρ του παντελονιού του. Με τρόπο συναρπαστικό και στιβαρό, ο Άμος Οζ πλάθει έναν μοναχικό και απρόβλεπτο αντιήρωα, έναν συνδυασμό προφήτη και κλόουν σε διαρκή αναζήτηση, πανέτοιμο ανά πάσα στιγμή για τη συντροφιά μιας γυναίκας, κάποια αποκάλυψη ή την ίδια τη σωτηρία.
«Από τους πλέον αλησμόνητους ήρωες που δημιούργησε ποτέ ο Άμος Οζ. Ο πρωταγωνιστής, ο Φίμα, αποτελεί μια λογοτεχνική διασταύρωση του Θείου Βάνια του Αντόν Τσέχοφ με τον Λέοπολντ Μπλουμ [στον Οδυσσέα] του Τζέιμς Τζόις».
The Washington Post
«Ένα εκπληκτικό μυθιστόρημα. Έχει μια ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα και αναδίδει κάτι μεθυστικό».
The New Yorker
«Η Τρίτη κατάσταση κυκλοφόρησε στο Ισραήλ το 1991, είκοσι τρία χρόνια πριν από τον Ιούδα, το κύκνειο άσμα του Άμος Οζ, και το ενδιαφέρον είναι ότι έχει πολλά κοινά σημεία με το έργο που μαζί με το Ιστορία αγάπης και σκότους θεωρείται από τα αριστουργήματά του».
Από το επίμετρο της Μάγκυς Κοέν
Τον χειμώνα η όμορφη Κοιλάδα του Κλότζκο μετατρέπεται σε ένα μέρος αρκετά ερημικό και μάλλον αφιλόξενο. Μεταξύ των λιγοστών κατοίκων που παραμένουν εκεί είναι η Γιανίνα Ντουσέικο, λάτρης της αστρολογίας, η οποία στον ελεύθερο χρόνο της προσέχει τα σπίτια των απόντων γειτόνων και μεταφράζει ποιήματα του Μπλέικ. Κάπως έτσι γεμίζει τις μέρες της αυτή η ώριμη και μοναχική γυναίκα. Από τους άλλους, πάλι, η ίδια θεωρείται ιδιότροπη και εκκεντρική, αν όχι τρελή, επειδή ακριβώς προτιμά την παρέα των ζώων παρά των ανθρώπων. Ώσπου κάποια στιγμή η γαλήνη του τόπου διαταράσσεται, γίνεται ένας
φόνος. Δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό. Τα πτώματα αυξάνονται και τα θύματα είναι κυνηγοί. Τι συμβαίνει; Η Γιανίνα κάτι υποψιάζεται και αναλαμβάνει να διερευνήσει την υπόθεση. Ακολουθεί όμως τα σωστά ίχνη; Η βραβευμένη με το Νόμπελ Λογοτεχνίας Όλγκα Τοκάρτσουκ αφηγείται μια αντισυμβατική ιστορία μυστηρίου και αγωνίας με γρήγορο ρυθμό και παιγνιώδη διάθεση. Δημιουργεί ένα υπαρξιακό θρίλερ, με κοινωνικό και πολιτικό ορίζοντα, που προσλαμβάνει ωστόσο φιλοσοφικές και μεταφυσικές διαστάσεις. Ένα ακατάτακτο και απολαυστικό μυθιστόρημα για την αξία της ενσυναίσθησης.
«Μια σπουδαία συγγραφέας».
Σβετλάνα Αλεξίεβιτς
«Εντυπωσιακό. Αυτό το βιβλίο της Όλγκα Τοκάρτσουκ είναι διασκεδαστικό και ζωηρό αλλά συγχρόνως δυσοίωνο και ανατριχιαστικό, εγείροντας ορισμένα πολύ σοβαρά ερωτήματα για την ανθρώπινη συμπεριφορά. Τον πιο ειλικρινή θαυμασμό μου για το εξαίρετο έργο της».
Άννυ Πρου
«Ένα καταπληκτικό αμάλγαμα θρίλερ, κωμωδίας και πολιτικής πραγματείας, γραμμένο από μια γυναίκα η οποία συνδυάζει μια ασυνήθιστη νοημοσύνη με μια αναρχική ευαισθησία».
The Guardian
«Τα κείμενά της διαρκώς αποκαλύπτουν απρόβλεπτα θαύματα και άλλες τόσες εκπλήξεις. Δεν υπάρχει είδος λογοτεχνικό που να μην μπορεί να το ανατρέψει. Το μυθιστόρημα Οδήγησε το αλέτρι σου πάνω από τα οστά των νεκρών θα σας κάνει να θέλετε διαβάσετε οτιδήποτε έχει γράψει η Όλγκα Τοκάρτσουκ».
Financial Times
Σ’ αυτό το μυθιστόρημα αναζητώ ποιοι υπήρξαν οι «γνωστοί-άγνωστοι» γονείς μου – όπως συνήθως είναι οι γονείς. Τι διαμόρφωσε τον Εμμανουήλ και την Αικατερίνη πριν παντρευτούν, πριν τους γνωρίσω, πριν συγκρουστούμε με σφοδρότητα, πριν συμφιλιωθούμε αργότερα. Από πού άντλησαν εκείνο το φορτίο πολιτισμών, νοοτροπιών, συμπεριφορών, ακόμη και ιστορικής οπτικής, που μοιραία μου κληροδότησαν.
Αναζήτηση επιτρεπτή, αν όχι και απαραίτητη στην ώριμη ηλικία ενός παιδιού, ενός συγγραφέα – όπως είναι πλέον η δική μου. Παραδόξως, μόνο τώρα αφέθηκαν σε εξομολογήσεις τα κατάλοιπα των νεκρών γονέων, μόνο τώρα αποκρίθηκαν στις ερωτήσεις μου οι παλιές μαυρόασπρες φωτογραφίες τους. Η μνήμη μουανακάλεσε πιο εύκολα τις οικογενειακές προφορικές εξιστορήσεις, που τόσο πολύ διαφέρουν από στόμα σε στόμα, απόάντρα σε γυναίκα, από δωμάτιο σε δωμάτιο, από εποχή σε εποχή. Βρέθηκα στους τόπους, όπου σε ποικίλουςχρόνους και σε καιρούς δύσκολους είχαν ζήσει: ιστορικά χωριά της Κρήτης, προπολεμική Βιέννη και Μπορντό, Αθήνα, Ηράκλειο κι άλλους ακόμη. Τόπους-σκηνικά, αφού ανέκαθεν η οικογένεια είναι ο βαθύς εκρηκτικός πυρήνας κάθε δράματος στη ζωή, στην τέχνη.
Σ’ αυτά τα παραμύθια που δεν είναι παραμύθια αμφισβητώ, επινοώ, κατανοώ, εικάζω, σαρκάζω, και μάλλον συγχωρώ. Στο κάτω-κάτω οι γονείς είναι ο ένας μόνο από τους πολλούς καθρέφτες της αυτογνωσίας μας, ίσως ο πιο σκληρός αλλά και τρυφερός καθρέφτης.
Το βρόμικο κόλπο, να ξεχάσεις μόνον τα άσχημα αλλά να θυμάσαι τα ωραία, δεν πετυχαίνει, η μνήμη διεκδικεί τα νόμιμα, δηλαδή όλα ή τίποτε, δηλαδή ας μείνει κάποιος να θυμάται, να θυμάται και τα ψιλά γράμματα. Υπάρχουν κάμποσα που αλίμονο αν τα θάψει κι αυτά ο νους, δεν πρόκειται για φανταχτερά ενσταντανέ και σκατοπασαλειμμένες αναμνήσεις, πρόκειται για άυλα τιμαλφή. Ευτυχώς ο εγκέφαλος του Μιχάλη Τσιούλη τα είχε κλειδώσει και ασφαλίσει.
Δεν είμαι υποχρεωμένος να μην ονειροπολώ, είπε, ούτε ντε και καλά να αισιοδοξώ και να ευτυχώ, αφού όλα πιο ρηχά, ούτε μύχια της ύπαρξης, ούτε γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, ούτε πού έδυ σου το κάλλος.
Δοκίμασα, συνέχισε, να αρκεστώ στο μικρομεσαίο μου μερτικό καθημερινότητας, να μοιάσω με την πλειοψηφία των πιο νορμάλ, να γίνω και λίγο ζαμανφουτίστας, όμως δεν μου είπε πολλά η πραγματικότητα, δεν ήξερα πώς να κινηθώ άνετα σ’ αυτήν.
Η νύχτα στο θρόνο της, με το αεράκι να περιοδεύει σε όλο το λεκανοπέδιο, σε όλο τον κόλπο του Σαρωνικού και τα άστρα ψηλά να σπιθίζουν ακατάστατα, να κάνουν του κεφαλιού τους.
Τύχη αγαθή, ο Τσιούλης είχε ιδεί το φεγγάρι σε πενήντα, μπορεί και παραπάνω, παραλλαγές. Ολόχρυσο. Ασημένιο. Άσπρο, πελώριο και οριζοντιωμένο σαν αιώρα. Χορτάτο μωρό να αποκοιμιέται στην αγκαλιά ενός κοκκινωπού σύννεφου. Αγέρωχο και ανοξείδωτο να κοντρολάρει την έξαρση της νύχτας. Απόψε δε, μπλαβογκριζοκίτρινο σαν τα μάτια σου, χαζομηχανικέ, κατά τη Σαλονικιά νοσηλεύτρια, κάποτε.
Το δραματικό οδοιπορικό μιας εβραϊκής οικογένειας στις ζοφερές στιγμές του εικοστού αιώνα.
Το χρονικό μιας κοινωνίας που συντρίβεται και αναφύεται μέσα από τα ερείπιά της. Η θυελλώδης ιστορία του μικρού Ιωσήφ, όπως την καταγράφει ένα νυχτερινό παραμύθι: Θεσσαλονίκη, 1917. Οι φλόγες ζώνουν την εβραϊκή συνοικία. Η Μπενούτα με τα παιδιά της βρίσκονται στο σπίτι. Ένας Τσιγγάνος, ο Αγγελής, τους διασώζει την τελευταία στιγμή. Τους μεταφέρει στον καταυλισμό του, μακριά απ' τον όλεθρο. Μεγάλο μέρος της πόλης καταστρέφεται. Ένα πολύτιμο κόσμημα σώζεται.
Ένα κειμήλιο που συνδέει ανθρώπους και γεγονότα.
Εβραίους και Τσιγγάνους. Δυο λαούς με διαφορετική κοσμοαντίληψη αλλά με πεπρωμένο κοινό. Πόλεμος, ναζιστική θηριωδία, Άουσβιτς. Οι σκληρές σελίδες του Ολοκαυτώματος. Η οδύσσεια ενός βραχιολιού.









