Για μισό περίπου αιώνα στον υποβλητικό βράχο της Σπιναλόγκας περπάτησαν, ερωτεύτηκαν, μαρτύρησαν αλλά και επιβίωσαν άνθρωποι που προέρχονταν από την “απέναντι όχθη”, θύματα μιας ολόκληρης εποχής. Στο καστρόχτιστο νησί του Μεραμπέλλου, σ` ένα χώρο ταυτισμένο με την προκατάληψη, έχτιζαν τη ζωή τους από την αρχή οι εκτοπισμένοι, προσπαθώντας να ξεπεράσουν τις κοινωνικές αντιξοότητες, ώστε να προετοιμάσουν μια αξιοπρεπή αποχώρηση από τον “επίγειο παράδεισο”. Ο αποκλεισμός αυτών των ανθρώπων και η καθημερινότητά τους υπήρξαν για πολλά χρόνια ζητήματα ταμπού για την ελληνική κοινωνία και την πεζογραφία της.
Δύο όμως Έλληνες συγγραφείς τόλμησαν να τα θίξουν, γράφοντας εν θερμώ δύο συγκλονιστικά κείμενα που έμειναν στην Ιστορία: η Γαλάτεια Καζαντζάκη, που δημοσίευσε το 1914 την “Άρρωστη πολιτεία της” αφηγούμενη μια ερωτική ιστορία που διαδραματίζεται στο νησί, και ο Θέμος Κορνάρος, που το 1933 έδωσε στον έξω κόσμο τη δική του καταγγελτική μαρτυρία με τον τίτλο “Σπιναλόγκα”.
Με τον τόμο αυτό τα δύο κείμενα, της Καζαντζάκη και του Κορνάρου, δημοσιεύονται πρώτη φορά μαζί, ώστε να δημιουργήσει ο αναγνώστης μια ολοκληρωμένη, ρεαλιστική εικόνα για το νησί των σημαδεμένων, που συγκινεί ακόμα όποιον το επισκέπτεται από την ακτή απέναντι ή μέσα από τα βιβλία.
Ο πεζογράφος Θέμος Κορνάρος (1906-1970) γεννήθηκε στη Σίββα της Μεσσαράς. Έζησε στην Κρήτη τα πρώτα του χρόνια, αλλά λόγω οικονομικών προβλημάτων αναγκάστηκε να την εγκαταλείψει νωρίς, για να ταξιδέψει σε πολλά μέρη ασχολούμενος με διάφορα χειρωνακτικά επαγγέλματα. Εντάχθηκε στην Αριστερά, και την περίοδο της Κατοχής συνελήφθη, βασανίστηκε από την Γκεστάπο και κλείστηκε στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Στον Εμφύλιο υπέστη νέες διώξεις και εξορίστηκε. Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1929 με το πεζογράφημα Έρωτας ή αναιστησία, το οποίο όμως ήταν σιωπηρά αποκηρυγμένο, γι’ αυτό και ως αρχή του έργου του θεωρείται το 1933, με την έκδοση του Αγίου Όρους και της Σπιναλόγκας…
Η Γαλάτεια Καζαντζάκη (1881-1962), συγγραφέας, κριτικός και μεταφράστρια, ήταν κόρη του λόγιου και εκδότη Στυλιανού Αλεξίου και αδελφή της συγγραφέως Έλλης Αλεξίου και του ποιητή Λευτέρη Αλεξίου. Υπήρξε επίσης σύζυγος του Νίκου Καζαντζάκη και, αργότερα, με δεύτερο γάμο, του κριτικού και ποιητή Μάρκου Αυγέρη. Γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, σπούδασε σε γαλλικό σχολείο και από νεαρή ηλικία ξεκίνησε να δημοσιεύει ποιήματα και μεταφράσεις με το ψευδώνυμο Lalo de Castro. Tο 1909 δημοσίευσε στο περιοδικό Ο Νουμάς τη νουβέλα Ridi, pagliaccio με το πατρικό της όνομα (Γαλάτεια Aλεξίου), ενώ κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον Kαζαντζάκη χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο Πετρούλα…