Η Μαρία εγκαταλείπει το πατρικό της σπίτι και εγκαθίσταται στο κτήμα που της κληροδότησε ο πατέρας της καταμεσής του κάμπου. Δημιουργεί εκεί ένα φυτώριο με λουλούδια. Έχει για συντροφιά της τα ενδημικά πουλιά, που έχουν στήσει την αποικία τους πάνω σ’ έναν χιλιόχρονο πλάτανο, αλλά και τα αποδημητικά, που γυρνούν κοντά της κάθε χρόνο. Τους αργούς ρυθμούς της μοναχικής ζωής της έρχονται να διαταράξουν «Εκείνοι» – οι μετανάστες που εργάζονται στις καλλιέργειες των αδελφών της σε συνθήκες δουλείας. Ο φόβος για τον ξένο, τον αλλογενή, την κρατάει σε απόσταση ασφαλείας. Μέχρι που ένας από «Εκείνους» διαβαίνει το νοητό σύνορο. Είναι ο Νιζάμ ο Ροχίνγκια. Ισορροπεί στους ώμους του ένα ραβδί, απ’ όπου κρέμονται φωλιές για τα πουλιά του δέντρου. Ο χειμώνας πλησιάζει δριμύς, και ο Νιζάμ νοιάζεται για τα πουλιά όσο και η Μαρία. Μέσα από την αγάπη και τη γνώση τους για τα πετούμενα του ουρανού, θα καταφέρουν να επικοινωνήσουν βαθιά, γκρεμίζοντας όλα τα σύνορα που τους χωρίζουν.
Ένα βιβλίο για τους ενδημικούς και αποδημητικούς ανθρώπους, που σαν τα πουλιά ψάχνουν να βρουν ασφαλές καταφύγιο, πάντα απάτριδες και πάντα κυνηγημένοι.
Η Ελένη Πριοβόλου γεννήθηκε στο Αγγελόκαστρο Μεσολογγίου. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και είναι μέλος του Δικτύου κατά της έμφυλης βίας και των γυναικοκτονιών «η φωνή της». Έχει καταθέσει είκοσι πέντε βιβλία για παιδιά και εφήβους, δέκα μυθιστορήματα για μεγάλους, δύο νουβέλες και ένα βιβλίο με διηγήματα, ενώ έχει συμμετάσχει στους συλλογικούς τόμους Θερινοί έρωτες, Η φωνή της, Εκατό και είκοσι φωνές, Δεν έχουμε οξυγόνο. Έχει τιμηθεί με το Βραβείο Αφηγηματικού Πεζού Λόγου της Ακαδημίας Αθηνών (Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, 2024) για το μυθιστόρημά της Βαθύ το σκοτάδι πριν την αυγή, με το Βραβείο…