Τέτοιος είναι ο βίος· χάνεται, βουλιάζει ή ίσως κυλάει γύρω-γύρω ακίνητος, παρών ες αεί, οπότε αρκεί να φωτίσεις ένα σημείο του κύκλου, για να επανέλθει ακέραιος, με την δύναμη της αξέχαστης οσμής του, ή της εξαίσιας μυρουδιάς του, με την ιδιαίτερη γεύση του. Έτσι στα όνειρά μου φανερώνονται βαλτότοποι, καλαμιές, σανιδένια οικήματα, εγκαταλελειμμένα, περίπλοκες συνοικίες, δρόμοι ατελείωτοι, συρροή κόσμου, σκάλες πανύψηλες, εσωτερικά πνιγηρά και άνομα κρεβάτια, πληκτικές εσπερίδες, λόγια ακατανόητα, αινίγματα, χοροδιδασκαλεία, τρελά φερσίματα, έρημοι τόποι, σκοτεινά μηνύματα, ενδοιασμοί, ονειδισμοί, επιπλήξεις, βροχές, λάσπες, όνειρα. Όνειρα ερωτικά, ερωτισμού, άγχους, ευφορίας, απελπισίας, κάλλους· σύννεφα σε καθάριο ουρανό, κηλίδες σε βρώμικο τοίχο, λεκέδες στα ρούχα, αναποδογυρισμένα έπιπλα. Ακρογιαλιές με ένα μόνο αρμυρίκι και μια βάρκα μόνη, άδεια, χωρίς κουπιά και ξάρτια. Μπλέκονται τα πρόσωπα. Μπλέκονται τα τοπία, ανταλλάσσονται τα αντικείμενα, μεταφέρεται ο χρόνος, διεισδύει το ένα μέσα στο άλλο ή διαχωρίζονται άνευ λόγου, έρχονται σε αντίθεση, μεταμελούνται, συμφιλιώνονται, πεισματώνουν, αρνούνται ή δέχονται θωπείες. Εξαφανίζονται και επιστρέφουν με άλλη μορφή, ανήκοντας τώρα σε άλλο σύστημα καταγραφής, σε άλλο κάναβο, σε άλλες συντεταγμένες. Τον χορό τώρα διευθύνει ο Μώμος.
[Απόσπασμα από το κείμενο στο οπισθόφυλλο της έκδοσης]
Ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας γεννιέται στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου του 1906. Από μικρός δείχνει ιδιαίτερη κλίση στο σχέδιο και έτσι, μαθητής ακόμα, παίρνει μαθήματα ζωγραφικής από τον Κωνσταντίνο Παρθένη. Το 1922 πηγαίνει στο Παρίσι, όπου παράλληλα με τις σπουδές του στη Γαλλική Φιλολογία και την Αισθητική στη Σορβόνη, παρακολουθεί μαθήματα ζωγραφικής και χαρακτικής στην Académie Ranson, με δασκάλους τον Bissière και τον Δ. Γαλάνη.Καταξιωμένος ήδη καλλιτέχνης το 1934, εγκαταλείπει το Παρίσι και έρχεται να εγκατασταθεί στην Αθήνα.
Στα 1935-1937 ο Γκίκας συνεργάζεται με τον αρχιτέκτονα Δ. Πικιώνη, τον ποιητή Τ. Παπατζώνη και το σκηνοθέτη Δ. Καραντινό στην έκδοση του περιοδικού…