Έπινε μπύρες στο “Γκάλαξι”. Φορούσε το ίδιο σακάκι. Αυτή τη φορά ένα τσαλακωμένο μαλακό καπέλο ήταν ακουμπισμένο στον πάγκο, δίπλα του. Το βρήκα συγκινητικό, σκέφτηκα πως έτσι δηλώνει στους άλλους ότι η θέση είναι πιασμένη.
-Ίβο, Man muss essen, είπα κι επειδή έμοιαζε να μην καταλαβαίνει, έβαλα μερικά δάχτυλα στο στόμα μου. Essen, τρώω.
-Α, essen, είπε χαμογελώντας και έπιασε το χέρι μου από τον καρπό για να το δαγκώσει. Essen.
-Arbeit kaputt, είπα.
-Για πάντα;
-Για πάντα. Βασιλίσσης Σοφίας, ξέρεις; Ε, αύριο φωνές, απεργία, αλλά τίποτα.
-Άλλη δουλειά;
-Δεν ξέρω, εσύ ξέρεις;
-Οδός Χαβέλσκα, είπε. Πράγα, αγορά, τούριστ πίτσα. Βλέπεις, θέλουν ωραία κορίτσια, σέρβις.
Γέλασα. Τα αστεία του είχαν κάτι θλιβερά υπαινικτικό.
-Άλλη δουλειά έρχεται, είπε.
-Πού τη βλέπεις;
-Τη βλέπω. Όλο ταξίδια, reisen.
Η Αμάντα Μιχαλοπούλου έχει γράψει οχτώ μυθιστορήματα και τρεις συλλογές διηγημάτων. Έχει τιμηθεί με το Βραβείο Διηγήματος του περιοδικού Ρεύματα για το Έξω η ζωή είναι πολύχρωμη (1993), το Βραβείο Μυθιστορήματος του περιοδικού Διαβάζω για το Γιάντες (1996), το Βραβείο Διεθνούς Λογοτεχνίας του Αμερικανικού Ομοσπονδιακού Ιδρύματος Τεχνών και το Liberis Liber των Ανεξάρτητων Καταλανών Εκδοτών για το Θα ήθελα (2005), καθώς και το Βραβείο Διηγήματος του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών για τη Λαμπερή Μέρα (2012). Το 2015 και το 2020 τα βιβλία της Γιατί σκότωσα την καλύτερή μου φίλη και Η γυναίκα του Θεού έφτασαν στη βραχεία λίστα…