Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου… Τη θυμάμαι πάντοτε μ` ένα μαντίλι στα μαλλιά, να με κοιτάζει με το πονηρό της βλέμμα και ξάφνου να μου πετάει ένα δίστιχο, όπως «Σαράντα μέρες κι άλλη μια / περπάτησα στην ερημιά», για να δει, από την έκφραση των ματιών μου, αν μου άρεσε και πόσο. Και άλλοτε να με βρίζει, επειδή μου είπε, με τη βραχνή, τσακισμένη απ` το τσιγάρο φωνή της, «Να `ταν ο πόνος άνθρωπος / να `ρχόμασταν στα χέρια», κι εγώ έμεινα απαθής. Κι άλλοτε, πάλι, να μου επαναλαμβάνει ένα ολόκληρο πρωινό δυο στίχους για να μου μαλακώσει την ψυχή επειδή ήμουν σεκλετισμένος: «Πέρασα νύχτα απ` τη ζωή / και με κλειστά τα μάτια…». Δεν ξέρω ποια θα ήταν η διαδρομή μου στο τραγούδι -και αν θα υπήρχε καν διαδρομή- αν, από τα πρώτα βήματά μου, από την «Άπονη ζωή» και τη «Φτωχολογιά», δεν έβγαινε η Παπαγιαννοπούλου με το κύρος της, να με στηρίξει δημόσια, λέγοντας, αυθόρμητα, καλά λόγια για μένα. Δεν μπορώ να ξεχάσω τη γενναιοδωρία της. Γενναιοδωρία που εκφράσθηκε σ` ένα χώρο, όπου κυριαρχούν ο ναρκισσισμός, τα μίση, οι τρικλοποδιές, τα πάθη, το ψεύδος, η διαβολή, το «τσατσιλίκι». Τριάντα χρόνια έχουν περάσει από τότε που πέθανε η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου -μια ζωή. Δεν την έχω όμως ξεχάσει. Της αφιέρωσα πολλές εκπομπές στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο, έγραψα για το έργο και την προσωπικότητά της δεκάδες κείμενα σε εφημερίδες και περιοδικά, μίλησα πάνω από εκατό φορές σε «στρογγυλά τραπέζια» και σε συνεντεύξεις για την καταπληκτική παρουσία της στο ελληνικό τραγούδι. Και τώρα αποφάσισα να γράψω γι` αυτήν -παλιά ιδέα- ένα βιβλίο. Θεώρησα χρέος μου να το κάνω. Είμαι σίγουρος ότι αν δεν καταπιανόμουν εγώ μ` αυτή τη δουλειά, βιβλίο για την Ευτυχία δεν θα γραφόταν. Λησμονάνε οι άνθρωποι. Και κουράζονται εύκολα…
[Απόσπασμα από το κείμενο στο οπισθόφυλλο της έκδοσης]
Γεννήθηκα στην Aθήνα το Nοέμβριο του 1935. Oι γονείς μου πρόσφυγες. O πατέρας μου από το Mιχαλίτσι της Προύσσας –ορφάνεψε μικρός και τον πήραν στο ορφανοτροφείο της Πριγκίπου, απ’ όπου τον έδιωξαν στην Eλλάδα με την ανταλλαγή το 1924– και η μητέρα μου από ένα χωριό (Πακάνσκι) κοντά στο Nοβοροσίσκ της Pωσίας. O πατέρας μου τέλειωσε το δημοτικό και έμαθε και τέχνη: τσαγκάρης. H μητέρα μου ήταν αναλφάβητη, αλλά γύρω στα εξήντα της έμαθε μόνη της να διαβάζει και να γράφει, γιατί «ντρεπότανε να ’ναι αγράμματη».
Mεγάλωσα σε μιαν αυλή. Φωκαίας 18. Kάτω από την πλατεία Κυριακού (Bικτωρίας). H αυλή…