Ο Σαντιάγκο, ένας γέρος ψαράς μοναχικός, θα δώσει τη μεγαλύτερη κι ίσως την τελευταία μάχη του με το μεγάλο ξιφία στα βαθιά νερά. Θα χρησιμοποιήσει τη μαστοριά, το μυαλό και την τέχνη. Τρεις μέρες θα κρατήσει η μάχη κι ο Σαντιάγκο θα νικήσει. Όταν μπαίνει στο λιμάνι, αργά την τρίτη νύχτα, δίπλα στο βαρκάκι πλέει μονάχα το άσπρο κόκκαλο από το τεράστιο ψάρι που καταβρόχθισαν στη διαδρομή τους οι καρχαρίες. Μια μεγάλη στιγμή στην παγκόσμια λογοτεχνία, ένας αξεπέραστος σταθμός. Γραμμένο απλά, μεταδίδει ένα πανανθρώπινο μήνυμα πέρα από τόπο και χρόνο: ο άνθρωπος μπορεί να καταστρέφεται, ποτέ όμως δε νικιέται.
[Απόσπασμα από το κείμενο στο οπισθόφυλλο της έκδοσης]
Ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ γεννήθηκε στο Όουκ Παρκ, προάστιο του Σικάγου, το 1899. Μετά την αποφοίτησή του από το γυμνάσιο πιάνει δουλειά ως ανταποκριτής στην εφημερίδα Star του Κάνσας Σίτι. Το 1918, στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, υπηρετεί εθελοντικά ως οδηγός ασθενοφόρου στον ιταλικό στρατό και τραυματίζεται σοβαρά από όλμο. Η σχέση του με τη νοσοκόμα Άγκνες φον Kουρόφσκι κατά τη διάρκεια της ανάρρωσής του θα αποτελέσει τον άξονα του αυτοβιογραφικού του μυθιστορήματος Aποχαιρετισμός στα όπλα. Το 1920 επιστρέφει στις ΗΠΑ, όπου και συνεχίζει τη δημοσιογραφική του καριέρα ως ανταποκριτής στη Star του Tορόντο και στη Star Weekly. Ύστερα από…