Είμαι μονάχα μια μπουκιά απ` αυτό το ατέλειωτο, πεντανόστιμο χιόνι`, είπε ο Χιονάνθρωπος. `Ο άνεμος πράγματι σε αναζωογονεί! Και πώς λάμπει αυτό το φλογισμένο πράγμα!` (Εννοούσε τον ήλιο που ήταν έτοιμος να δύσει.) `Δεν πρόκειται όμως να με κάνει ν` ανοιγοκλείσω τα μάτια μου. Θα τα κρατήσω γερά στη θέση τους`.
Μιλούσε για κείνα τα δύο μεγάλα τριγωνικά κομμάτια από κεραμίδι που είχε για μάτια. Το στόμα και τα δόντια του αποτελούνταν από το κάτω μέρος μιας παλιάς τσουγκράνας. Είχε γεννηθεί μέσα στα χαρούμενα ξεφωνητά των παιδιών και τον είχαν υποδεχτεί τα κουδουνίσματα από τα καμπανάκια των έλκηθρων και τα κροταλίσματα των μαστιγίων. […]
Γεννήθηκε στις 2 Απριλίου 1805 στο Οντένσε, στο νησί Φιονία της Δανίας. Ο πατέρας του με τον καιρό ξέπεσε και δούλευε παπουτσής, για να ζήσει την οικογένειά του. Αλλά, μην μπορώντας να αντέξει στη φτώχεια, πέθανε πολύ νέος, αφήνοντας το γιο του το Χανς ορφανό, με τη μητέρα του για μόνο στήριγμα.
Ο Χανς ήταν ένα περίεργο παιδί με εξαιρετική φαντασία. Πολλές φορές τον έβλεπαν να περπατά στο δρόμο σαν ονειροπαρμένος και το μυαλό του δεν το είχε πουθενά αλλού, παρά μόνο στα ποιήματα και στο διάβασμα. Προσπάθησε άδικα να μάθει την τέχνη του πατέρα του. Όταν τέλειωσε το σχολείο…