Διαμετρικά αντίθετοι, ως χαρακτήρες, μεταξύ τους δημιουργοί, όπως ο Τ. Κ. Παπατσώνης, ο Νίκος Καρούζος ή ο Γιάννης Τσαρούχης, αισθάνονται, κάτω από την καταλυτική παρουσία του Μουντέ, να επικοινωνούν με ανυποψίαστες, για τους ίδιους, ώς τη στιγμή που επραγματοποιείτο, γέφυρες. Αν ο ίδιος ο Μουντές δεν επέτρεπε ποτέ στον εαυτό του να γίνει σκοτεινά εμβριθής στις αναλύσεις του, ήταν από σεβασμό προς τα ποιητικά μεγέθη που μ` αυτά καταπιανόταν. Η απροσχημάτιστα δυσκολοπροσέγγιστη ερμηνεία του θα τον έφερνε να θέλει να τα ανταγωνιστεί ή ίσως και να ιδιοποιηθεί το μέγεθός τους (για του λόγου μας το αληθές, τα κείμενα τούτου του βιβλίου). Τον Μουντέ τον ενδιέφερε να γνωρίσει πραγματικά έναν δημιουργό σε όσους γίνεται περισσότερους κι όχι να επιχειρήσει τη δική του «αγιογράφηση» με πρόσχημα τον, υπό εξέταση, ποιητή ή πεζογράφο. Ο φιλελεύθερα αυτοσχεδιαστικός χαρακτήρας των κειμένων του δηλώνει το «εκ περιουσίας» στοιχείο που πρέπει να τα χαρακτηρίζει ώστε να τεκμηριώνονται πνευματικά και ποιητικά, αλλά και το ότι όσο περισσότερο τιμούμε ένα έργο, τόσο περισσότερο οφείλουμε να κινηθούμε στις παρυφές του.
[Απόσπασμα από το κείμενο στο οπισθόφυλλο της έκδοσης]
Ο Ματθαίος Μουντές (1935-2000) γεννήθηκε στη Χίο. Σπούδασε Θεολογία και από το 1961 εργάστηκε στην Αθήνα, στην ιδιωτική εκπαίδευση. Το 1959 εγκαινίασε τη συνεργασία του με το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας, συνεργασία που συνέχισε στην κρατική ραδιοφωνία, όπου πραγματοποιούσε εκπομπές πολιτιστικού περιεχομένου. Πραγματοποίησε επίσης τηλεοπτικές εκπομπές και συνεργάστηκε με τις εφημερίδες “Το Βήμα” και “Η Πρώτη” και τα περιοδικά “Ευθύνη”, “Η λέξη”, “Νέα Εστία”, “Γράμματα και Τέχνες” και άλλα. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1955 με δημοσιεύσεις ποιημάτων στο περιοδικό “Νέα Εστία” και το 1957 κυκλοφόρησε την πρώτη ποιητική συλλογή του, με τίτλο “Παρακαταθήκη”. Έγραψε επίσης σχολικά εγχειρίδια για το δημοτικό σχολείο.…