Μες στο καθεστώς της στρατοκρατίας, εκεί προς τα τέλη του Εμφυλίου, ένας καθηγητής και η γυναίκα του βιώνουν την αποπνικτική ατμόσφαιρα μιας επαρχιακής πόλης, εγκλωβισμένοι και οι δύο σ` ένα θεμελιώδες αλλά αδιέξοδο δίλημμα. Σ` ένα δίλημμα υπαρξιακό και κατά βάση ηθικό: «Να παραμείνουν αδρανείς ή να διαφύγουν στο βουνό με τους αντάρτες»; Ως καταλύτης σ` αυτή την ιστορία εισέρχεται ένα τρίτο πρόσωπο, ένα υψηλόβαθμο κομματικό στέλεχος. Ένας άνθρωπος που προκαλεί τη ρήξη και αναγκάζει εντέλει το ζευγάρι να αντικαταστήσει τον εφιάλτη της πόλης με τις αβέβαιες συνθήκες του βουνού. Γύρω από αυτό το εμφυλιακό σκηνικό διαδραματίζονται τα «Λευκά σοσόνια», για να αφηγηθούν μια απρόβλεπτη ερωτική ιστορία, στην οποία πρωταγωνιστές και κομπάρσοι κινούνται διαρκώς σ` ένα τοπίο θολό. Σ` ένα τοπίο όπου οι άνθρωποι θυμίζουν σκιές, σαν εκείνες της κινηματογραφικής οθόνης. Σκιές που προβάλλονται πάνω σε λευκό πανί. Σκιές του εαυτού τους.
[Απόσπασμα από το κείμενο στο οπισθόφυλλο της έκδοσης]
Aριστούχος του Iνστιτούτου Kινηματογραφίας της Mόσχας (1965-1970) στο εργαστήρι του Mιχαήλ Pομμ. Εργάστηκε ως σκηνοθέτης στο ραδιόφωνο (ΕΙΡ, 1961-1963 και 1981-1984) και στο θέατρο (Ιονέσκο, Το μάθημα, Γαλλικό Ινστιτούτο, 1958· θίασος Δημήτρη Χορν, θέατρο «Κεντρικόν», 1962-1964), και ως κριτικός κινηματογράφου στις εφημερίδες Αυγή και Δημοκρατική Αλλαγή (1961-1964).
Ερεύνησε διεξοδικά (1970-1973), σε συνεργασία με τους Κώστα Γαβρά, Νίκο Σβορώνο και Δημήτρη Δεσποτίδη, τα διεθνή κινηματογραφικά αρχεία Επικαίρων (Newsreels) στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, γεγονός που βοήθησε στη μετέπειτα παραγωγή της σειράς Πανόραμα του αιώνα (1982-1987 – για λογαριασμό της ΕΡΤ). Συνέβαλε στην ίδρυση του κινηματογραφικού αρχείου του Υπoυργείου Εξωτερικών (1998-2000)…