Στην τρέχουσα ή στην όποια άλλη ομιλία, η μεταφορά είναι τετριμμένο σχήμα. Στην πιο κοινή συνεννόηση, χωρίς μάλιστα να δίνουμε ιδιαίτερη προσοχή, ακούμε να αποκαλούν έναν άνθρωπο «φίδι», «αλεπού», ή «λαπά», να φοβούνται μήπως ο ουρανός αρχίσει να ρίχνει «καρεκλοπόδαρα» ή μήπως συμβεί κανένα «μποτιλιάρισμα» στους δρόμους, να μιλούν για κάποια γυναίκα που έβαλε τα δύο πόδια του άντρα της «σ` ένα παπούτσι», να απειλούν ότι θα «κόψουν το βήχα» ή ότι θα «αστράψουν» έναν «φούσκο» στο πρόσωπο κάποιου ενοχλητικού. Τι το παράταιρο; Ακροατής ή ομιλητής ο καθένας μας, τέρπεται να λέει ή να αφουγκράζεται τα οικεία νοήματα.
Καθώς η μύτη γίνεται απροειδοποίητα «προβοσκίδα», η γυναικάρα «φρεγάδα», το παιδάκι «σπόρος», το τεράστιο χέρι «κουπί», ο αφιλότιμος «γάιδαρος», και ο ξύπνιος «αετονύχης», οι ξεσκολισμένοι του καθημερινού λέγε-λέγε νιώθουν κυριολεκτικά σπίτι τους, χωρίς να ξαφνιάζονται από το γεγονός ότι, ανταλλάσσοντας νοήματα στο πόδι, περνούν από μπροστά τους -και μέσα από το στόμα τους- στρατός ολόκληρος από αλλόκοτα πράγματα: φίδια, αλεπούδες, ελέφαντες, κουπιά, παπούτσια, ντουλάπες, γαϊδούρια.
[Απόσπασμα από το κείμενο στο οπισθόφυλλο της έκδοσης]
Ο Κωστής Παπαγιώργης γεννήθηκε το 1947 στο Νεοχώριο Υπάτης. Έζησε τα παιδικά του χρόνια στην Παραλία Κύμης, όπου υπηρετούσε ως δάσκαλος ο πατέρας του, και εν συνεχεία στην Αθήνα (Χαλάνδρι), στη Θεσσαλονίκη, στο Παρίσι (1968-1975) και πάλι στην Αθήνα (Εξάρχεια).
Εξέδωσε μια σειρά δοκιμίων εμπνευσμένων από την κλασική αρχαιότητα και από τον βίο του σημερινού καθημερινού ανθρώπου, καθώς και έργα που αφορούσαν έμμεσα ή άμεσα το φρόνημα του Νεοέλληνα. Επίσης επιδόθηκε με αξιοζήλευτη δεινότητα στις μεταφράσεις σημαντικών φιλοσόφων και διανοητών (μεταξύ άλλων Σαρτρ, Σιοράν, Ντεριντά, Ρικέρ, Κίρκεγκωρ, Φουκώ, Λεβινάς).
Στις Εκδόσεις Καστανιώτη ήταν διευθυντής των σειρών «Ελάσσονα Φιλοσοφικά», «Μείζονα Φιλοσοφικά»…