Τούτη η γη ήταν αχανής, το αίμα και οι εποχές συγχέονταν μέσα της, ο χρόνος γινόταν ρευστός. Η ζωή εδώ ήταν ζυμωμένη με τη γη, και για να ενσωματωθείς σ’ αυτήν θα ’πρεπε να πλαγιάσεις και να κοιμηθείς για χρόνια και χρόνια πάνω στο λασπερό ή ξερό χώμα. Εκεί, στην Ευρώπη, ήταν η ντροπή και η οργή. Εδώ, η εξορία ή η μοναξιά, ανάμεσα σ’ αυτούς τους νωχελικούς και δονούμενους τρελούς που χόρευαν για να πεθάνουν. Μα, μέσα στην υγρή νύχτα, γεμάτη από ευωδιές φυτών, έφτανε ακόμα στ’ αφτιά του η αλλόκοτη κραυγή πληγωμένου πουλιού που είχε βγάλει η ωραία κοιμωμένη της καλύβας. . . ». Έξι διηγήματα με κοινό θέμα την εξορία και το βασίλειο του ανθρώπου [. . .]
[Απόσπασμα από το κείμενο στο οπισθόφυλλο της έκδοσης]
Ο Αλμπέρ Καμύ γεννήθηκε στις 7 Νοεμβρίου 1913 στο Μοντοβί της Αλγερίας και μεγάλωσε στο Αλγέρι. Το 1940 εγκαταστάθηκε οριστικά στη Γαλλία. Υπήρξε πεζογράφος, δραματουργός, δοκιμιογράφος και δημοσιογράφος. Το 1957 του απονεμήθηκε το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας «για το σημαντικό λογοτεχνικό έργο του, που με διορατική σοβαρότητα φωτίζει τα προβλήματα της ανθρώπινης συνείδησης του καιρού μας». Στις 4 Ιανουαρίου 1960, στην κωμόπολη Βιλμπλεβέν (Ιόν, Βουργουνδία), ένα σπορ αυτοκίνητο, μάρκας Facel-Vega, καρφώθηκε με ιλιγγιώδη ταχύτητα σ’ έναν πλάτανο. Στη θέση του συνοδηγού καθόταν ο Αλμπέρ Καμύ που ανασύρθηκε νεκρός. «Δεν υπάρχει τίποτα πιο σκανδαλώδες από τον θάνατο ενός παιδιού και τίποτα πιο…