Με παζαρεύουν τα εγγόνια μου για το πόσο θα ζήσω ακόμη. – Δέκα χρόνια είστε ευχαριστημένα; Η εγγονή μου, επιμένει στα δεκαπέντε. Τελικά συμβιβαζόμαστε στα δεκατρία. Είναι κρίμα, λέει, αφού θα πατήσω τον εικοστό πρώτο αιώνα, να μην έχω καιρό μπροστά μου να τους δω να μεγαλώνουν. Βέβαια και είναι κρίμα. Μήπως είναι στο χέρι μου; Η πρώτη φορά που αντίκρισα γραμμένο το 2000 ήταν το Δεκέμβρη του 1990. Μόλις είχε φύγει ο Γιώργος για πάντα. Μου είχε αφήσει εντολή μην τύχει και δεν ανανεώσω την κάρτα παραμονής στη Γαλλία, παρόλο που θα μου ήταν άχρηστη, αφού εδώ και χρόνια είχαμε γυρίσει οριστικά στην Ελλάδα. Ύστερα από τόσα που περάσαμε αγωνιούσε φαίνεται εκείνος που θα μ’ άφηνε μόνη και σκεπτότανε πως για καλό και για κακό ας είχα μία κάρτα μόνιμου κατοίκου Γαλλίας.
[Απόσπασμα από το κείμενο στο οπισθόφυλλο της έκδοσης]
Η Άλκη Ζέη γεννήθηκε στην Αθήνα. Ο πατέρας της καταγόταν από την Κρήτη και η μητέρα της από τη Σάμο, όπου η Άλκη Ζέη πέρασε τα πρώτα παιδικά της χρόνια. Παντρεύτηκε τον θεατρικό συγγραφέα και σκηνοθέτη Γιώργο Σεβαστίκογλου, με τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά, την Ειρήνη και τον Πέτρο. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών και στο Κινηματογραφικό Ινστιτούτο της Μόσχας, στο Τμήμα Σεναριογραφίας. Από το 1954 έως το 1964 έζησε ως πολιτική πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση. Το 1964 θα γυρίσει με την οικογένειά της στην Ελλάδα, για να ξαναφύγουν πάλι όλοι μαζί…