Η ιστορία μας, με δύο λόγια, πάει κάπως έτσι: Ο πατέρας πέθανε. Ο Ηλίας έγραψε στα αγγλικά μια νουβέλα με θέμα την οικογένειά μας. Μου ζήτησε να τη μεταφράσω. Δέχτηκα. Συνάντησα μερικούς εκδότες. Απέρριψαν όλοι το βιβλίο επειδή ήταν ολιγοσέλιδο. Για να αυξηθούν οι σελίδες, αποφάσισα να γράψω τη δική μου εκδοχή. Είχαν μεσολαβήσει δραματικά γεγονότα. Μια δολοφονία, ένα συντριπτικό κάταγμα μεταξύ θωρακικών και οσφυϊκών σπονδύλων, ένας χωρισμός. Γιατί το κάνω αυτό; Πρώτον επειδή η περίληψη μιας ιστορίας είναι ο κύριος λόγος που μας σπρώχνει να τη διαβάσουμε. Δεύτερον, θα ήθελα να είμαι τίμια μαζί σας. Κανένα μυθιστόρημα δεν γράφεται μόνο με καλές προθέσεις -αλλά χρειάζονται κι αυτές. Και τώρα, αν δεν χτυπάει το τηλέφωνο ή δεν χύνεται ο καφές, μπορείτε να αρχίσετε την ανάγνωση.
[Απόσπασμα από το κείμενο στο οπισθόφυλλο της έκδοσης]
Η Αμάντα Μιχαλοπούλου έχει γράψει οχτώ μυθιστορήματα και τρεις συλλογές διηγημάτων. Έχει τιμηθεί με το Βραβείο Διηγήματος του περιοδικού Ρεύματα για το Έξω η ζωή είναι πολύχρωμη (1993), το Βραβείο Μυθιστορήματος του περιοδικού Διαβάζω για το Γιάντες (1996), το Βραβείο Διεθνούς Λογοτεχνίας του Αμερικανικού Ομοσπονδιακού Ιδρύματος Τεχνών και το Liberis Liber των Ανεξάρτητων Καταλανών Εκδοτών για το Θα ήθελα (2005), καθώς και το Βραβείο Διηγήματος του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών για τη Λαμπερή Μέρα (2012). Το 2015 και το 2020 τα βιβλία της Γιατί σκότωσα την καλύτερή μου φίλη και Η γυναίκα του Θεού έφτασαν στη βραχεία λίστα…