Το 1918 ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ πήγε «στον πόλεμο που θα έβαζε τέλος σε όλους του πολέμους». Κατατάχθηκε ως εθελοντής τραυματιοφορέας στα ασθενοφόρα, τραυματίστηκε και παρασημοφορήθηκε. Από τις εμπειρίες του αυτές γεννήθηκε αυτό το μυθιστόρημα, που πολλοί θεωρούν ως αριστούργημά του. Σ’ αυτό αναπλάθει με τρόπο απόλυτα πειστικό το φόβο, τη συντροφικότητα, το θάρρος του νεαρού Αμερικανού εθελοντή και των ανδρών και γυναικών που γνωρίζει στην Ιταλία. Όμως το «Αποχαιρετισμός στα όπλα» δεν είναι μονάχα ένα πολεμικό μυθιστόρημα. Σ’ αυτό ο Χέμινγουεϊ πλάθει μια ιστορία αγάπης βαθιά τραγική, παθιασμένη και ασυμβίβαστη – η συνισταμένη των τριών μεγάλων ερώτων του συγγραφέα στα χρόνια 1918 – 1929. Πέρα όμως και ανεξάρτητα από τα καθαρά αυτοβιογραφικά στοιχεία που περιέχονται στο βιβλίο του αυτό, το μυθιστόρημα σφύζει από πάθος και συγκλονιστικά συναισθήματα, που βρίσκουν το ιδεώδες σκηνικό τους στην Ιταλία, στα ταραγμένα και αδυσώπητα χρόνια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.
[Απόσπασμα από το κείμενο στο οπισθόφυλλο της έκδοσης]
Ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ γεννήθηκε στο Όουκ Παρκ, προάστιο του Σικάγου, το 1899. Μετά την αποφοίτησή του από το γυμνάσιο πιάνει δουλειά ως ανταποκριτής στην εφημερίδα Star του Κάνσας Σίτι. Το 1918, στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, υπηρετεί εθελοντικά ως οδηγός ασθενοφόρου στον ιταλικό στρατό και τραυματίζεται σοβαρά από όλμο. Η σχέση του με τη νοσοκόμα Άγκνες φον Kουρόφσκι κατά τη διάρκεια της ανάρρωσής του θα αποτελέσει τον άξονα του αυτοβιογραφικού του μυθιστορήματος Aποχαιρετισμός στα όπλα. Το 1920 επιστρέφει στις ΗΠΑ, όπου και συνεχίζει τη δημοσιογραφική του καριέρα ως ανταποκριτής στη Star του Tορόντο και στη Star Weekly. Ύστερα από…