[…] Ο γρίφος των προσωπογράφων έχει να κάνει με αυτή την έκδηλη ιδιοτυπία: θέλουν να ζωγραφίσουν κατιτίς που δεν είναι τοπίο, αντικείμενο, τετράποδο, πλάσμα τέλος πάντων που μπορείς να το αποσπάσεις από το χρόνο. Το πρόσωπο αφηγείται τον εαυτό του, είναι ταμείο παρελθόντος και ανατοκισμός του εγώ – με ποια γλώσσα να το κάνεις καλά; Κατά μία έννοια έχει κάτι το ονειρικό. Όπως το όνειρο, όταν το βλέπεις, είσαι εκεί, έστω με κλειστά μάτια, και μόλις εγερθείς διαλύεται θροΐζοντας, το πρόσωπο διατηρεί ύποπτες σχέσεις με το μη πραγματικό. Ο ζωγράφος έρχονται στιγμές που νιώθει ότι αυτό που τον εμποδίζει είναι η ίδια η τέχνη και η τεχνική του, τα χρώματα και τα πινέλα, ο μουσαμάς και η επιφάνεια του. Εφόσον το προσδόκιμο μηχανεύεται μια απόσπαση του εσωτερικού από το εξωτερικό, τότε γιατί να βασανίζεται με τη γεωγραφία της μορφής; Πιο σωστό δα ήταν να πετάξει το σώμα και να κρατήσει την ψυχή. Ή, στην καλύτερη περίπτωση, να πιστέψει ότι υπάρχει εξωτερικότητα του εσωτερικού και εσωτερικότητα του εξωτερικού.
Η ζωγραφική, για να βρει τον εαυτό της, σπουδάζει πρώτα το αόρατο. Σκληρή μαθητεία και μεγάλο φροντιστήριο αυτογνωσίας και καδοδήγησης. Τι νόημα έχουν κάποιες ρυτίδες σε ένα κουρασμένο κεφάλι, κάποια κρεμασμένα μάγουλα, η λάμψη έστω που αντανακλούν τα νεανικά μάτια; Το πραγματικό μοιάζει πολύτιμο αν το εμπιστευθούμε. Δια του ελαχίστου και του τιποτένιου κάνουμε ένα άλμα πάνω από το χρόνο και τον εαυτό μας. Ο Πασκάλ απορούσε επειδή πράγματα που δεν τα προσέχουμε, μια κότα για παράδειγμα ή ένα πατσαβούρι, μεταμορφώνονται σε αξίες από τη ζωγραφική. […]
Επίσης ο ζωγράφος μπορεί να στήσει έναν τρελό, τελετουργικό χορό, με κάθε λογής χρωματικές χειρονομίες, όπου, πέρα από την παραστατικότητα, είναι σαν να εξευμενίζει το δαίμονα που φωλιάζει πίσω και μέσα στα μάτια. Αξίζει να τονίσουμε ότι ο μόχθος σε αυτή την παραστατικότητα του μη παραστάσιμου δε γνωρίζει τέλος. Πάντα η δουλειά μένει στη μέση. Το ξύλο δε λέει να καεί και ας έχουμε τη φωτιά πρόχειρη. Όσο πλησιάζουμε ένα πρόσωπο, τόσο απομακρύνεται όχι προς τα έξω αλλά προς τα μέσα του ζωγράφου – απόσταση που ανήκει περισσότερο στην τέχνη και λιγότερο στη μορφή και στις μεταμορφώσεις της. Συγκεκριμένα, το ζωγραφίζουμε όσο το αντέχουμε.
Στις καλές τέχνες, για να είσαι σοβαρός απαιτείται μια γερή δόση παράνοιας – η οποία δεν είναι αρρώστια παρά υγεία της ψυχής. Σε αντίθεση με τη γνώση, όπου το νέο προστίθεται κουτσά στραβά στο παλαιό και συγκροτεί σύστημα, στις τέχνες ψυχανεμιζόμαστε έναν κόσμο που αναδύεται εκ του μηδενός, από παρορμήσεις δια των οποίων ο ζωγράφος δε γεννάει μόνο πίνακες αλλά και τον ίδιο του το δημιουργικό εαυτό.
Αυτή η ενθουσιώδης χειρωναξία αφήνει πολλά πελεκούδια, σκουπίδια και στεναγμούς· ακόμη καλύτερα. Ευτυχώς όλα στη ζωή είναι μασκάρεμα, πόζα και παλιανθρωπιά. Η αρετή δεν υπάρχει. Επινοείται. Και οι πίνακες του Χρηστίδη επίσης.
Κωστής Παπαγιώργης
Ο Πέτρος Τατσόπουλος γεννήθηκε στο Ρέθυμνο τον Δεκέμβριο του 1959. Μεγάλωσε στην Αθήνα. Φοίτησε στη Βιομηχανική και την Πάντειο δίχως να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Εργάστηκε ως ασκούμενος κοινωνικός λειτουργός, σεναριογράφος, δημοσιογράφος, σύμβουλος εκδόσεων και παρουσιαστής στη δημόσια τηλεόραση της εκπομπής βιβλίου «Πνεύμα αντιλογίας». Μαζί με τον Κώστα Μουρσελά, τον Γιώργο Σκούρτη και τον Αντώνη Σουρούνη μετείχε στο Παιχνίδι των τεσσάρων (1998). Έχουν εκδοθεί τα βιβλία του: Οι ανήλικοι (1980), Το παυσίπονο (1982), Κινούμενα σχέδια (1984), Η καρδιά του κτήνους (1987), Η πρώτη εμφάνιση (1994), Ανάλαφρες ιστορίες (1995), Κομεντί (1999), Πιπέρι στη γλώσσα (2000), Το ραβδί και το καρότο (2004),…
Ο Κωστής Παπαγιώργης γεννήθηκε το 1947 στο Νεοχώριο Υπάτης. Έζησε τα παιδικά του χρόνια στην Παραλία Κύμης, όπου υπηρετούσε ως δάσκαλος ο πατέρας του, και εν συνεχεία στην Αθήνα (Χαλάνδρι), στη Θεσσαλονίκη, στο Παρίσι (1968-1975) και πάλι στην Αθήνα (Εξάρχεια).
Εξέδωσε μια σειρά δοκιμίων εμπνευσμένων από την κλασική αρχαιότητα και από τον βίο του σημερινού καθημερινού ανθρώπου, καθώς και έργα που αφορούσαν έμμεσα ή άμεσα το φρόνημα του Νεοέλληνα. Επίσης επιδόθηκε με αξιοζήλευτη δεινότητα στις μεταφράσεις σημαντικών φιλοσόφων και διανοητών (μεταξύ άλλων Σαρτρ, Σιοράν, Ντεριντά, Ρικέρ, Κίρκεγκωρ, Φουκώ, Λεβινάς).
Στις Εκδόσεις Καστανιώτη ήταν διευθυντής των σειρών «Ελάσσονα Φιλοσοφικά», «Μείζονα Φιλοσοφικά»…