του Αναστάση Βιστωνίτη, Το Βήμα, 11.12.22
Όταν η Σουηδική Ακαδημία απένειμε το βραβείο Νομπέλ για το 2018 στην πολωνή πεζογράφο Όλγκα Τοκάρτσουκ ανέφερε ως magnum opus το μυθιστόρημά της Τα βιβλία του Ιακώβ, που πρωτοκυκλοφόρησε το 2014. Η Τοκάρτσουκ είχε καθιερωθεί από πριν ως μια από τις σημαντικότερες συγγραφείς της Ευρώπης. Αυτό το βιβλίο όμως θα το χαρακτήριζε κανείς μνημειώδες. Ηταν κατά έναν τρόπο η ευρωπαϊκή απάντηση στις προερχόμενες από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού θεωρίες για τον «θάνατο του συγγραφέα». Και η καλύτερη απόδειξη πως η μυθιστορηματική φόρμα έχει απίστευτες δυνατότητες όταν τη χειρίζεται ένας/μία συγγραφέας με το ταλέντο της Τοκάρτσουκ. Ικανή να ενσωματώσει δοκιμιακά στοιχεία (όπως είχε κάνει παλαιότερα ο Κούντερα), αλλά και κατακτήσεις της ταξιδιογραφίας, χωρίς εν τούτοις να παραβιάζει βασικές αφηγηματικές αρχές, δηλαδή να μη γράφει ερήμην του αναγνώστη. Η Τοκάρτσουκ έχει επιτύχει εδώ να δημιουργήσει μια δική της περίπλοκη φόρμα, κρατώντας όμως από την αρχή ως το τέλος τον αναγνώστη στη σελίδα. Η αφήγηση είναι καταιγιστική. Κατάφερε ακόμη να πάρει το ιστορικό μυθιστόρημα και να το μεταφέρει στην περιοχή του μύθου. Κι αυτό βγάζοντας από το περιθώριο ένα πραγματικό πρόσωπο, τον Ιακώβ Λεϊμπόβιτς Φρανκ, στα μέσα του 18ου αιώνα, σπουδαστή των καβαλιστικών θεωριών που φτάνει από τη Σμύρνη στη μικρή πολωνική πόλη Ροχάτιν για να αναστατώσει με τις θεωρίες του την εβραϊκή κοινότητα της χώρας, να αποκτήσει φανατικούς οπαδούς, να προκαλέσει το ενδιαφέρον βασιλιάδων, ηγεμόνων και αυτοκρατόρων, και έπειτα από μια περιπετειώδη και συναρπαστική ζωή να πεθάνει ως πλούσιος ευγενής σε ένα κάστρο της Γερμανίας περιστοιχισμένος από τους οπαδούς του.
Η Τοκάρτσουκ μας προετοιμάζει από τον εκτενέστατο υπότιτλο που δίνει στο βιβλίο της (όπως το συνήθιζαν πολλοί πεζογράφοι του 18ου και 19ου αιώνα): Αυτό που θα διαβάσουμε είναι ένα «μεγάλο ταξίδι πέρα από επτά σύνορα, μέσα από πέντε γλώσσες και τρεις μεγάλες θρησκείες, των μικρών μη συμπεριλαμβανομένων». Και «είναι ειπωμένο από τους νεκρούς και συμπληρωμένο από τη συγγραφέα με τη μέθοδο της εικοτολογίας από πολλά και διάφορα βιβλία εμπλουτισμένο και υποβοηθούμενο από τη φαντασία, η οποία είναι το πιο μεγάλο φυσικό χάρισμα του ανθρώπου». Παρέθεσα τον σχοινοτενή υπότιτλο και για την παραπομπή του στους νεκρούς, που «μιλώντας» μάς μετακινούν από την περιοχή της Ιστορίας σ’ εκείνη του μύθου. Αυτό ήταν πάντα – και θα παραμείνει – το μυθιστόρημα: μύθος (δηλαδή αφήγηση) συν Ιστορία. Αν, σύμφωνα με τον Μπαλζάκ, «το μυθιστόρημα είναι η ιδιωτική Ιστορία των εθνών», για την Τοκάρτσουκ αυτή που μας αφηγείται είναι Ιστορία πολυεθνική, όπως το διαπιστώνει κανείς και στα προηγούμενα βιβλία της. Ο νεαρός Ιακώβ Φρανκ, πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, πιστεύει (ή παριστάνει ότι πιστεύει) πως είναι ένα είδος Μεσσία. Ψηλός, εύρωστος, ωραίος, χαριτωμένος, γήινος τη μια στιγμή και την άλλη αφοσιωμένος στο κήρυγμά του για την ανθρώπινη σωτηρία, «θεραπεύει» τους αρρώστους, προφητεύει την έλευση μιας νέας τάξης του κόσμου και η ζωή του είναι μια περιήγηση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Εντυπωσιακή φιγούρα, με γενειάδα που έλαμπε, άφηνε άναυδους τους πάντες, πολλοί από τους οποίους μάλιστα πίστευαν ότι είχε και δεύτερο πέος, εκλαμβάνοντας ως τέτοιο την κήλη του∙ ότι με ένα του βλέμμα μπορούσε να καταστήσει έγκυο οποιαδήποτε γυναίκα και πως όταν άγγιζε μια κότα τα αβγά που εκείνη γεννούσε περιείχαν τρεις κρόκους. Οι φήμες έλεγαν επίσης πως τον ακολουθούσε ένας κομήτης.
Τσαρλατάνος; Αινιγματική φιγούρα που εκπροσωπεί το θρησκευτικό χάος το οποίο προκάλεσε ο Διαφωτισμός; (Θυμίζω πως βρισκόμαστε στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα.) Ενας πανέξυπνος απατεώνας που μπορούσε να χειριστεί κατά το δοκούν χριστιανούς, μουσουλμάνους και εβραίους; Ηταν όλα αυτά κι άλλα τόσα, μας δίνει να καταλάβουμε η συγγραφέας. Ο Ιακώβ Φρανκ έχει ακλόνητες πεποιθήσεις αλλά δεν έχει αρχές. Γι’ αυτό κι ενώ είναι εναντίον του μωσαϊκού νόμου επιχειρώντας να στήσει μια γέφυρα ανάμεσα στους αριστοκράτες και τους πληβείους, θα ασπαστεί το Ισλάμ και έπειτα τον καθολικισμό, θα προκαλέσει την μήνιν των ραβίνων, θα κατηγορηθεί ως αιρετικός και θα φυλακιστεί, αλλά ως κρατούμενος θα έχει μια πολύ ευχάριστη και πολυτελή ζωή. Ο ερωτικός του βίος θα εξακολουθήσει να είναι εντυπωσιακός και το μόνο που είχε να κάνει ήταν να διαλέξει ερωμένες ανάμεσα στις συζύγους και τις κόρες των οπαδών του. Η εποχή παίζει φυσικά κρίσιμο ρόλο σε όσα μας εξιστορεί η Τοκάρτσουκ. Οι εβραίοι της Κεντρικής Ευρώπης υφίστανται συνεχώς μικρά η μεγάλα πογκρόμ. Αυτοί «φταίνε» για όλες τις κακοτυχίες και τις καταστροφές: από τον θάνατο μιας αγελάδας, ως τις επιδημίες και τις φυσικές καταστροφές.
Αν ο Ιακώβ Φρανκ είναι ο ψευδομεσσίας του 18ου αιώνα, δεν ήταν ούτε ο μόνος ούτε ο πρώτος. Προηγήθηκε κατά έναν αιώνα ένας άλλος, ο Σαμπετάι Τσέβη από τη Σμύρνη, εβραίος μυστικός που αυτοανακηρύχθηκε Μεσσίας και τα κηρύγματά του βρήκαν πλήθος οπαδών ανάμεσα στα μέλη της εβραϊκής Διασποράς. Η δράση και η επίδρασή του ήταν μεγάλη αλλά σύντομη. Φοβούμενος ότι οι Αρχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας θα τον εκτελούσαν, έγινε μουσουλμάνος και πέθανε ντροπιασμένος. Αλλά δεν έπαψε να έχει οπαδούς που προσπαθούσαν να διαδώσουν το κήρυγμά του. Παρουσιάστηκαν κι άλλοι ψευδομεσσίες, όμως ο χαρακτηριστικότερος ήταν ο Ιακώβ Φρανκ. Για τους οπαδούς του, αυτός θα συνέχιζε εκεί που είχε σταματήσει ο Τσέβη. Σ’ ένα μυθιστόρημα αυτής της έκτασης δεν αρκεί ένας μόνο χαρακτήρας. Πλήθος άλλοι παρελαύνουν στην αφήγηση. Μισάνθρωποι, τζογαδόροι, παπάδες με χρέη. Ο χαρακτηριστικότερος, που δεν είναι ακριβώς χαρακτήρας αλλά μια μυθοποιημένη φιγούρα, είναι η Γέντα, γιαγιά του Ιακώβ Φρανκ, η οποία σε μεγάλη ηλικία καταπίνει ένα φυλαχτό, πέφτει σε κώμα και γίνεται, θα έλεγα, όχι ακριβώς αθάνατη αλλά κάτι συναφές, και σαν ένα «μάτι» επισκοπεί τα πάντα. Είναι μια παρουσία διαχρονική και θα υπάρχει στο διηνεκές. Βρίσκεται στο τέλος σε μια σπηλιά, το σώμα της είναι κρύσταλλο και, όπως λέει η Τοκάρτσουκ, «σε μερικά χρόνια η Γέντα θα είναι ένα διαμάντι». Είμαστε στο τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Με την απελευθέρωση η Γέντα θα εξαφανιστεί στα ύψη. Η αλληγορία είναι προφανής.
Αυτό το φιλόδοξο βιβλίο είναι ένα μωσαϊκό ιστοριών, που τις συνιστούν οι επτά ενότητες (ή Βιβλία) του κεντρικού χαρακτήρα Ιακώβ Φρανκ, που δεν θα τον συναντήσουμε αμέσως αλλά θα προηγηθούν αρκετές σελίδες, με άλλους. Ας αναφέρω τρεις αρχίζοντας από τον σημαντικότερο: τον ιερέα Μπενέντικ Χμιελόφσκι, ο οποίος έχει αφιερώσει τη ζωή του στη συγγραφή μιας εγκυκλοπαίδειας που την τιτλοφορεί Αι Νέαι Αθήναι, όπου επιδιώκει να εξηγήσει κάθε μυθολογία, αλλά κανείς δεν τη διαβάζει. Από αυτήν έμαθε πολωνικά ο Ιακώβ Φρανκ. Ενα αντίτυπό της μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο βρέθηκε στο Βρότσλαβ, μας λέει η Τοκάρτσουκ, αφού πρώτα μας περιγράψει τις περιπέτειές της. Είναι σαφής ο λόγος που ο Χμιελόφσκι έχει, αν όχι κεντρικό, σημαντικό ρόλο πάντως στην αφήγηση. Είναι εγκυκλοπαιδιστής, ο 18ος αιώνας είναι ο αιώνας της εγκυκλοπαίδειας (θυμίζω τη γνωστότερη του Ντιντερό και του Ντ’ Αλαμπέρ το 1751). Εγκυκλοπαιδικά είναι κατά προέκταση και τα Βιβλία του Ιακώβ μια τραγικωμική «εγκυκλοπαιδική ζωή» γεμάτη εμμονές, μεταρσιώσεις, αλήθειες και ψέματα στον δρόμο για την αναζήτηση της σωτηρίας. Ο δεύτερος χαρακτήρας είναι η ποιήτρια Ελζμπιέτα Ντρουζμπάτσκα που αγωνίζεται να διατηρήσει την πίστη της στην καλοσύνη της ανθρώπινης ύπαρξης. Και ο τρίτος ο γιατρός Ασέρ Ρούμπιν που παντρεύεται μια οπαδό του Ιακώβ Φρανκ. Κάθε σωτηριολογικό κήρυγμα μας θυμίζει στην εποχή μας εκείνο το «ουδείς μετά Χριστόν προφήτης». Κι όποιος τον παριστάνει θα είναι ή βλαξ ή απατεώνας ή και τα δύο. Εξ ου και η ειρωνεία που διαποτίζει τις σελίδες του μυθιστορήματος. Αλλά η Τοκάρτσουκ δεν αρκείται σ’ αυτό, δηλαδή δεν είναι τέτοια η πρόθεσή της. Μαζί με τους τσαρλατανισμούς του Ιακώβ Φρανκ και όσων τον ακολουθούν μας εξιστορεί και το δράμα τους, όπως και των ανθρώπων της εποχής. Οι λαϊκές παραδόσεις και το φοκλόρ σε μετρημένες δόσεις δεν απουσιάζουν από το μυθιστόρημά της, συμπληρώνοντας το κολάζ που συνθέτει με τα αποσπάσματα των επιστολών, τις πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις των χαρακτήρων, τους χάρτες και τα σχεδιαγράμματα που τα εντάσσει οργανικά στην αφήγηση.
Εχουμε ασφαλώς ένα πανόραμα αλλά και την καταβύθιση στον ψυχισμό μιας ολόκληρης εποχής που άφησε τα σημάδια της στην κατοπινή εξέλιξη ενός μεγάλου τμήματος της Ευρώπης. «Ο κόσμος φτιάχτηκε από σκότος» μας λέει η συγγραφέας στο τέλος. Αλλά συμπληρώνει, κλείνοντας την αφήγησή της αμέσως μετά, πως «ένας άνθρωπος που κάνει τον κόπο να ερευνήσει τις υποθέσεις όσων ήρθαν στον κόσμο ως Μεσσίες – κι ας ήταν αποτυχημένοι Μεσσίες – θα πρέπει να θεωρείται ισότιμος με εκείνον που αφιερώνεται στη μελέτη των μυστικών του φωτός». Νομίζω ότι εδώ μας αποκαλύπτει εμμέσως τον λόγο για τον οποίο έγραψε αυτό το καταπληκτικό μυθιστόρημα. Ο αναγνώστης ενδέχεται να παραξενευτεί στην αρχή διαπιστώνοντας πως η σελιδαρίθμηση δεν αρχίζει από την αρχή προς το τέλος αλλά ανάποδα. Δεν πρόκειται όμως για τρικ άνευ λόγου. Ο Ιακώβ Φρανκ είναι εβραίος και εβραίοι είναι οι περισσότεροι χαρακτήρες του μυθιστορήματος. Δεδομένου ότι το βιβλίο είναι αποφασιστικός παράγοντας για τη συνοχή του εβραϊκού κόσμου, που διατελεί μάλιστα τότε σε καθεστώς διασποράς, ένα μυθιστόρημα σαν κι αυτό θα πρέπει να είναι συμβατό με τον τρόπο που διαβάζονται και γράφονται τα βιβλία στα εβραϊκά: από τα δεξιά προς τα αριστερά. Ενα μυθιστόρημα τόσο περίπλοκο κατασκευαστικά και τόσο απαιτητικό υφολογικά χρειαζόταν κι έναν άξιο μεταφραστή. Τον βρήκε στο πρόσωπο της Αλεξάνδρας Ιωαννίδου που όχι μόνο γνωρίζει άριστα την πολωνική λογοτεχνία, αλλά μας παρέδωσε ένα άψογο κείμενο σπάνιας ομορφιάς, ακρίβειας και καθαρότητας.
