της Ρέας Γαλανάκη
«Ο κάθε συγγραφέας έχει κάτι να σου δώσει».
Αυτή η μικρή φράση βρίσκεται στην εισαγωγή του βιβλίου Οι κεραίες της εποχής μου, που έχει τον ίδιο περίπου τίτλο με τις γνωστές σε όλους τηλεοπτικές συνεντεύξεις του Ανταίου Χρυσοστομίδη και της Μικέλας Χαρτουλάρη, η οποία είναι και η νονά της εκπομπής. Πρόκειται για συνεντεύξεις με μερικούς από τους πλέον σημαντικούς ανά τον κόσμο συγγραφείς. Ξεκίνησαν πριν από μερικά χρόνια και συνεχίζονται, με αποτέλεσμα να έχει αποθησαυριστεί στην ΕΡΤ ένα σπάνιο και εξαιρετικό αρχείο.
Στο βιβλίο, που σήμερα παρουσιάζεται, ο Ανταίος Χρυσοστομίδης αφηγείται τις συναντήσεις με τριάντα τρία από τα παραπάνω ιερά τέρατα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Η αφήγησή του στηρίζεται, με μια πρώτη ματιά, στις πολλές και κάθε είδους παρατηρήσεις ή σημειώσεις, που είχε κρατήσει ξεχωριστά για την κάθε συνάντηση τον καιρό που έλαβε χώρα· στην παράθεση κάποιων σημαντικών αποσπασμάτων από τις τηλεοπτικές συνεντεύξεις των εν λόγω συγγραφέων για τη ζωή και έργο τους· στην ενσωμάτωση χαρακτηριστικών αποσπασμάτων από το λογοτεχνικό έργο κάποιων συγγραφέων, μολονότι αυτό συμβαίνει πολύ σπάνια. Και, καμιά φορά, στην αύρα που άφησαν στη μνήμη του μερικές από τις πιο εντυπωσιακές, ή τις πιο συγκινητικές, συναντήσεις.
Όταν τέλειωσα το βιβλίο είχα πεισθεί ότι κάθε συγγραφέας δεν έχει μόνο «κάτι», αλλά έχει πολλά, πάρα πολλά να σου δώσει. Το πόσα, το ποια είναι αυτά τα δώρα (αφού για δώρα πρόκειται, θαρρώ) εξαρτάται κάθε φορά από τον διάλογο ανάμεσα στον συγγραφέα και τον συνομιλητή του. Ανάλογα, δηλαδή, με την ευαισθησία, τη μόρφωση, την καλλιέργεια, την προετοιμασία, την ευφυία ακόμη εκείνου που ρωτά – θα πρόσθετα και τον σεβασμό προς το έργο του εκάστοτε συγγραφέα – μπορεί να προκύψουν απαντήσεις πιο προσωπικές, αλλιώτικες απ’ όσες συνήθως έχει πρόχειρες στο τσεπάκι του ο κάθε συγγραφέας. Ο Ανταίος με σπουδές αρχιτεκτονικής, χρόνια δημοσιογράφος, εραστής της καλής λογοτεχνίας, διακεκριμένος μεταφραστής, πολιτικά ανήσυχο και ενεργό άτομο, διέθετε με το παραπάνω αυτές τις αρετές, γι αυτό και το « κάτι» έγινε «πολύ», έγινε δώρο, όχι από το θαύμα ενός αόρατου θεού αλλά για λόγους που θα προσπαθήσω να τους κάνω ορατούς.
Κάθε καλό βιβλίο είναι ένα ταξίδι, λένε, και δεν αποκλείεται να είναι σωστό. Μόνο που το υβριδικό βιβλίο Οι κεραίες της εποχής μας είναι ένα παλίμψηστο ταξιδιών, που το ένα κρύβεται κάτω από ένα άλλο. Μάλλον δεν θα μπορούσε να είχε γίνει διαφορετικά αφού το βιβλίο έχει την υπογραφή του Ανταίου, ενός ανθρώπου πολυταξιδεμένου τόσο ανά την υφήλιο, όσο και στον δύσβατο εκείνο χάρτη της λογοτεχνίας, των ιδεών, αυτής καθεαυτής της ανθρώπινης εμπειρίας. Έτσι, κατ’ αρχάς περιγράφεται πολλές φορές καθεαυτό το ταξίδι, ιδίως όταν οι δυο δημοσιογράφοι με τους σκηνοθέτες και τους φωτογράφους που τους συνοδεύουν, έχουν φθάσει στην ξένη χώρα και βασανίζονται περιπλανώμενοι σε άγνωστα μέρη, και συχνά σε άγνωστες γλώσσες, ώσπου να βρουν τη διεύθυνση που τους έχει δώσει ο συγγραφέας.
Το ταξίδι δεν σταματά, φυσικά, σ’ αυτό το σημείο. Η περιπλάνηση συνεχίζεται καθώς οι δυο δημοσιογράφοι εισδύουν στο ίδιο το κέλυφος του συγγραφέα, δηλαδή στο σπίτι του, όπου συνήθως βρίσκεται και το μεγάλο ή μικρό γραφείο του, και παρατηρούν τα υλικά του σκηνικού που ο συγγραφέας έχει ορίσει να τον περιβάλλει. Αναβαθμίζεται όμως σε πνευματική η περιπλάνηση όταν, κουβέντα την κουβέντα, οι δυο δημοσιογράφοι αρχίζουν να εισδύουν στο λογοτεχνικό σύμπαν του συγγραφέα, προσπαθώντας να εκμαιεύσουν τον στοχασμό του για τη λογοτεχνική γραφή, τον αναστοχασμό για τη ζωή του, τις απόψεις του για τις συνέπειες που μπορεί καμιά φορά να έχει το επάγγελμα του συγγραφέα, τον προβληματισμό του για κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα. Ταυτόχρονα σε ένα άλλο, πιο βαθύ μα εξίσου γοητευτικό επίπεδο, ο αναγνώστης αυτού του βιβλίου συνειδητοποιεί τον ατελεύτητο χαρακτήρα ενός διαφορετικού ταξιδιού, εκείνου στο οποίο ξανοίγεται κάθε φορά ο συγγραφέας όταν αρχίζει να ξεδιπλώνει τη σκέψη του. Συνειδητοποιεί, δηλαδή, ότι δεν υπάρχει, έστω ότι μοιάζει σαν να μην υπάρχει, συγγραφική Ιθάκη για τους εν ζωή συγγραφείς – γι’ αυτό και στον επίλογο του βιβλίου ο Ανταίος αναφέρει με τρυφερά αισθήματα τον Ζοζέ Σαραμάγκου, τον Χάρι Μούλις, τον Κάρλος Φουέντες και βέβαια τον καλό του φίλο Αντόνιο Ταμπούκι, από τους οποίους είχε πάρει συνεντεύξεις προτού εκείνοι αποβιβαστούν στην κοινή, όχι μόνο για τους συγγραφείς, Ιθάκη του θανάτου.
Είναι αξιοσημείωτο επίσης ότι, από τη μεριά τους, ο Ανταίος και η Μικέλα δεν εκφέρουν καμιά προσωπική κρίση για τις, έως και διαμετρικά αντίθετες, απόψεις που καταγράφουν από τους σκεπτόμενους συγγραφείς, παρόλο που καμιά φορά δεν αποφεύγουνε την έκπληξη. Φαντάζομαι ότι αυτό συμβαίνει, επειδή κι οι δυο τους γνωρίζουν ότι η καλή λογοτεχνία, ανεξάρτητα από το λογοτεχνικό είδος το οποίο υπηρετεί, είναι γραμμένη με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους, από τον πιο κλασικό μέχρι τον πιο ρηξικέλευθο. Με άλλα λόγια, αναγνωρίζουν τον ανοιχτό ορίζοντα που οφείλουν να έχουν τόσο οι σοβαροί δημιουργοί, όσο και οι σοβαροί αναγνώστες τους. Και για να γυρίσουμε τελευταία φορά στα ταξίδια που κρύβονται μέσα σ’ αυτό το βιβλίο, χωρίς όμως να τα εξαντλήσουμε, οι περί την λογοτεχνία απόψεις τόσο σημαντικών συγγραφέων καλούν, ή για να το πω καλύτερα, «προκαλούν» τον αναγνώστη να ανοίξει τα δικά του τα πανιά στα πελάγη της πολύχρωμης και στοχαστικής λογοτεχνίας τους, να τους γνωρίσει, να τους ευχαριστηθεί, και προπαντός να μάθει για τον κόσμο, και για τον εαυτό του, περισσότερα.
Οι απόψεις όμως των, ανά τον κόσμο, μαστόρων της γραφής για την τέχνη τους ή για τα κοινά, θα μπορούσαν να είχαν μαζευτεί για να δημιουργήσουν ένα βιβλίο με πολύ ουδέτερο τρόπο, ακόμη και με το ψυχρότατο εκείνο e-mail. Αυτό που κάνει εδώ τη διαφορά, είναι, νομίζω, η σταθερή ανθρωποκεντρική οπτική του εγχειρήματος, για την οποία και θα προσπαθήσω να μιλήσω.
Ενώ προετοίμαζαν με την Μικέλα κάθε τους συνάντηση, εξηγεί ο Ανταίος, ζητούσαν να τους διαθέσει ο συγγραφέας αρκετό χρόνο, ίσως και μια δεύτερη μέρα, ενδεχομένως και μια βόλτα έξω από το σπίτι, ή ένα κοινό γεύμα, για να μην είναι μονότονη η τηλεοπτική εκπομπή. Έχω την αίσθηση ότι για τον Ανταίο και τη Μικέλα αυτό ήταν απλώς το πρόσχημα. «Τους ανθρώπους τους καταλαβαίνεις καλύτερα στις μικρές τους κινήσεις και την ώρα του φαγητού» γράφει ο Ανταίος στο βιβλίο (σελ. 483). Γι’ αυτό και νομίζω ότι, αναζητώντας τη μεγίστη δυνατή γνώση, η ματιά τους υπήρξε σε μεγάλο βαθμό ανθρωποκεντρική. Επιδίωξαν, δηλαδή, κάτι που πολλές φορές μπορεί να αποβεί έως και απογοητευτικό: να σπάσουν τον στερεότυπο τρόπο παρουσίασης των συγγραφέων, για να γνωρίσουν – έστω και πολύ αποσπασματικά – τον άνθρωπο που ανασαίνει πίσω από τις γραμμένες του σελίδες. Κι αυτό για να διακρίνουν μέσα από τις ενδεχόμενες ρωγμές με ποιο τρόπο συνδυάζονται αυτά τα δύο, η ζωή και η δημιουργία, ώστε να αποκομίσουν μια πληρέστερη εικόνα όχι μόνο για τον συγγραφέα, αλλά για το σύνολο και της ζωής και της δημιουργίας, εν τέλει για τον ίδιο τους τον εαυτό. Όλοι το ξέρουμε, τα στερεότυπα κρύβουν – για παράδειγμα η στερεότυπη φωτογράφηση ενός συγγραφέα μπροστά στη βιβλιοθήκη του -, οι δε συγγραφείς ξέρουν καλά και να κρύβουν, και να δημιουργούν εικόνες για τον εαυτό τους προς τα έξω. Η τελετουργία, ωστόσο, μιας βόλτας, ενός γεύματος – αφού για μια τελετουργία αναγνώρισης πρόκειται εδώ -, αυτή η ασύμμετρη προσωπική στιγμή, επιτρέπει την ανίχνευση κάποιων, έστω και λίγων, βαθιά κρυμμένων νημάτων. Πλήθος τέτοιων μικρών προσωπικών στιγμών καταγράφονται και σχολιάζονται από τον Ανταίο, δίνοντας μια ιδιαίτερη αισθαντικότητα, και ποικιλία, στο βιβλίο· στιγμές που ίσως δεν είχαν μπει στην τηλεοπτική εκπομπή, ή, αν μπήκαν, πέρασαν για μια στιγμή και χάθηκαν αμέσως, ασχολίαστες.
Ο προσωπικός χώρος, το γραφείο δηλαδή ή το σπίτι σ’ εκείνο το σημείο του χάρτη, όπου συμβαίνει να ζει ο κάθε συγγραφέας, έχουν μεγάλη σημασία για τον Ανταίο. Σαν αρχιτέκτονας, αλλά και σαν πολύ καλλιεργημένο άτομο, είναι σε θέση να γνωρίζει ότι ο οποιοσδήποτε χώρος είναι ανύπαρκτος δίχως τον χρόνο του. Και ότι ο αναμεταξύ τους διάλογος είναι ασταμάτητος. Μέσα σ’ αυτό, λοιπόν, το δήθεν ακίνητο σκηνικό του χώρου, όπου και το παραμικρό αντικείμενο αποκαλύπτει, και αναδημιουργεί ταυτόχρονα τον κάτοχό του (εντυπωσιάζει η λεπτομερής παρατήρηση από τον Ανταίο των πινάκων, των φωτογραφιών, ή άλλων διάφορων αντικειμένων που σημαίνουν κάτι για τον συγγραφέα), αρχίζει την παλινδρομική του κίνηση ο προσωπικός χρόνος ενός εκάστου συγγραφέα. Πώς δημιουργείται αυτή η χρονική διάσταση; Πολύ απλά, με το ότι αρχίζει ο συγγραφέας να ξετυλίγει τη ζωή του, ξεκινώντας, όπως συνηθίζεται, από τα παιδικά του χρόνια. Δεν σταματά σ’ αυτά, συνεχίζει ξετυλίγοντας τόσο τα σημαντικά για εκείνον γεγονότα, όσο και την ίδια την προσωπική του μυθολογία, την αντίληψη – θέλω να πω – που, όπως συμβαίνει με τον καθένα μας, έχει σχηματίσει ο ίδιος για τον εαυτό του, για την προσωπική του ιστορία, αντίληψη που προβάλει προς τα έξω. Και προσπαθεί παράλληλα να βρει απάντηση στα κλασικά, μα πάντοτε βαθιά υποκειμενικά ερωτήματα, πότε και γιατί άρχισε να γράφει, πώς αρχίζει να σχεδιάζει ένα μυθιστόρημα, ποια ήταν η συγγραφική του διαδρομή, ποια θέματα τον απασχόλησαν, αν κυνηγήθηκε για τα γραφτά του, σε ποια μέρη έχει ζήσει, αν αναγκάστηκε να εξοριστεί για να βρει μια δεύτερη πατρίδα, πώς βλέπει τα προβλήματα στην πατρίδα ή τις πατρίδες του, ή και σ’ ολόκληρο τον κόσμο σήμερα (όπου βέβαια το σήμερα είναι κι αυτό μια κάποια χρονική στιγμή).
Στο δήθεν ακίνητο, λοιπόν, σκηνικό ωραίων κάποιες φορές σπιτιών, με κήπους, αποτυπώνεται ο πλούτος που, σωστά, κάποιοι απόκτησαν από τα βιβλία τους, ιδιαίτερα αν γράφουν σε κάποια από τις πιο διαδεδομένες γλώσσες. Τα ταπεινά διαμερίσματα άλλων συγγραφέων μαρτυρούν ότι ο ένοικος ποτέ δεν έγινε πλούσιος από τα γραπτά του, μολονότι ισάξιος των προηγούμενων. Στο ίδιο δήθεν ακίνητο σκηνικό πάντοτε παρελαύνουν τα ζωντανά, ή και τα μακρινά πλέον, πρόσωπα της στενής οικογένειας, αυτής δηλαδή που κουβαλά πάντα μαζί του ένας συγγραφέας· εδώ ξαναπαίζεται το δράμα κάθε μιας ζωής. Αλλά μερικές φορές εδώ λαμβάνει χώρα και η τελετουργία του αναγνωριστικού γεύματος που παρέχεται από τον οικοδεσπότη συγγραφέα και τη γυναίκα του προς τους δυο δημοσιογράφους. Η περιγραφή της σπιτικής φιλοξενίας δικαίως γίνεται με ζεστά χρώματα από τον γευσιγνώστη Ανταίο, γιατί, εκτός από την ευχαρίστηση ενός πιο φτωχικού ή ενός πιο πλούσιου σπιτικού φαγητού, αυτόματα δημιουργείται, μια φιλική, ανθρώπινη και ανατρεπτική ατμόσφαιρα ανάμεσα σε ανθρώπους που ενδεχομένως δεν είχανε ποτέ ξανασυναντηθεί (Τζον λε Καρέ, 133-134). Ανάλογη ατμόσφαιρα δημιουργείται και κατά τη διάρκεια ενός περίπατου ή μιας επίσκεψης στην πόλη (Κάρλος Φουέντες στο κέντρο της Πόλης του Μεξικού, 241).
Αναμενόμενες είναι, προφανώς, οι ιδιοτροπίες, οι μεγάλες διαφορές χαρακτήρα και συμπεριφοράς όλων αυτών των διάσημων ανθρώπων, ακόμη και ο τρόπος υποδοχής των δυο δημοσιογράφων και του συνεργείου, που μερικές φορές έχουν κάνει μεγάλα, ακόμη και υπερατλαντικά ταξίδια προκειμένου να τους συναντήσουν. Με εντυπωσίασε η ευγένεια και η νηφαλιότητα του Ανταίου όταν διαχειρίζεται στο βιβλίο τέτοιες αντίξοες καταστάσεις.
Διαβάζοντας το βιβλίο έθεσα στον εαυτό μου το ερώτημα γιατί να υπάρχει, αφού υπήρχαν ήδη οι τηλεοπτικές συνεντεύξεις με τους συγγραφείς. Απαντήσεις έδωσα αμέσως, και μάλιστα πολλές. Πρώτα πρώτα, αυτά τα δύο δεν επικαλύπτονται ούτε ως είδος ούτε ως υλικό· πρόκειται για δυο ανόμοια μεταξύ τους πράγματα, παρόλο που έχουν αρκετά κοινά σημεία. Τις συνεντεύξεις τις βλέπεις και μετά χάνονται για πάντα, αφήνοντας μια έντονη εικονιστική ανάμνηση του συγγραφέα και του σκηνικού του χώρου, ή της πόλης του, ενώ αυτό το βιβλίο μένει για να σε συντροφεύουνε οι συγγραφείς, για να ξαναγυρίζεις στη σοφία και στο ταξίδι τους οπόταν το θελήσεις, για να το αγγίζεις με το χέρι σου, να το σημειώνεις, να το υπογραμμίζεις. Κατά βάθος, σκέφτηκα, ο συγγραφέας είναι, και θα είναι, πάνω απ’ όλα φτιαγμένος με χαρτί και μελάνι, με σελίδες με λέξεις. Ο συγγραφέας είναι το βιβλίο του. Τα υπόλοιπα υποστηρίζουν και διευρύνουν αυτό που είναι ένα λογοτεχνικό βιβλίο. Είναι πάρα πολύ χρήσιμα εφ’ όσον έχουν την απαιτούμενη ποιότητα, καθόλου δεν το αμφισβητώ, ιδιαίτερα στην εποχή μας, πρέπει όμως να υπηρετούν και να αναδεικνύουν το βιβλίο.
Αν, λοιπόν, Οι κεραίες της εποχής μας γεννήθηκαν με αφορμή τις πολύ υψηλού επιπέδου συνώνυμες τηλεοπτικές συνεντεύξεις, τόσο το καλύτερο, μπορεί κανείς και να τις βλέπει εφόσον μπορεί, μπορεί όμως και να έχει δίπλα του, παντού και πάντα, την αναγνωστική απόλαυση που του παρέχει αυτό το πλούσιο σε πρόσωπα και ιδέες, και, σημειώνω, ιδιαίτερα καλαίσθητο, εκδοτικά, βιβλίο. Άλλωστε μια και μόνη φωτογραφία καθενός συγγραφέα με τον Ανταίο, ή με τη Μικέλα, ή με μεγαλύτερη παρέα, ο γραφικός επίσης χαρακτήρας του και η υπογραφή του συγγραφέα σε μια αφιέρωση προς τον Ανταίο, αποτελούν τη λεπτή μα επίμονη υπενθύμιση ότι αυτό το βιβλίο είναι κυρίως προϊόν μιας συνάντησης ανθρώπων πρόσωπο με πρόσωπο, σώμα με σώμα. Ότι κάθε διάσημος συγγραφέας εξακολουθεί να διαθέτει γραφικό χαρακτήρα και υπογραφή, ακόμη κι αν δεν γράφει πλέον τα βιβλία του με το χέρι. Όλα αυτά μαζί δημιουργούν εκείνες τις μικρές ανακουφιστικές ρωγμές, που οι αρχιτέκτονες καλά γνωρίζουν ότι κάθε συμπαγής όγκος τις έχει ανάγκη για να μπορεί να ανασάνει· το ίδιο και τούτο το βιβλίο: ανασαίνει, λες, από την υπενθύμιση του χειρόγραφου χαρακτήρα – αιώνες τώρα – της γραφής, της προσωπικής αφιέρωσης, της μίας και μοναδικής φωτογραφίας.
Το βιβλίο διαβάζεται λίγο πολύ και σαν ένα απολαυστικό μυθιστόρημα, καθώς περιέχει πολλές ζωές κι άλλες τόσες απόψεις. Ο συγγραφέας του Ανταίος έχει τη δική του ισχυρή παρουσία από την αρχή μέχρι το τέλος. Σχεδόν γίνεται κι αυτός μια περσόνα του βιβλίου, που συνδιαλέγεται με τις υπόλοιπες. Θα έλεγα μάλιστα ότι σε λίγα σημεία αφήνει να φανούν αποσπάσματα της αφανούς δικής του βιογραφίας, λόγου χάριν οι παιδικές του αναμνήσεις από το Κάιρο κατά τη συνάντησή του με τον Γκαμάλ αλ Γιτανί εκεί. Καταθέτει, όσο πιο διακριτικά μπορεί, μιαν εις βάθος γνώση για τη πορεία ορισμένων συγγραφέων, που δεν στηρίζεται απλώς στα βιβλία τους, αλλά και σε ξεχασμένες πλέον συνεντεύξεις τους ή σε άλλα τεκμήρια. Θυμάται πότε και πού πρωτάκουσε για κάποιους άλλους –συχνά στο ετήσιο Φεστιβάλ βιβλίου της Φρανκφούρτης, το πιο επίσημο διεθνώς γεγονός για το βιβλίο, από το οποίο ο Ανταίος δεν λείπει ποτέ. Ανατρέχει σε παλιότερες συναντήσεις που είχε με μερικούς συγγραφείς, σε ταξίδια τους ή σε παρουσιάσεις τους στην Αθήνα. Περιττό να πω ότι παντού αφήνει το ηγεμονικό προβάδισμα στον συγγραφέα, κι αυτός ακολουθεί σε απόσταση. Θέλω να σημειώσω ακόμη πόσο συμπαθητική, πόσο κοντινή στον αναγνώστη γίνεται η φιγούρα του Ανταίου όταν περιγράφει το άγχος του πριν από πολλές συναντήσεις, ιδιαίτερα με συγγραφείς που δεν είχε ξανασυναντήσει. Ή τη μεγάλη του ανασφάλεια απέναντι σε κάποιο δύστροπο ή ναρκισσιστή συνομιλητή, την ανακούφισή του όταν επιτέλους «σπάει ο πάγος» και ανοίγεται ο συγγραφέας χωρίς να παίζει το γνωστό κρυφτούλι του, όταν πλέον εμπιστεύεται τους συνομιλητές του, όταν αρχίζει να έχει μια συναισθηματική επαφή μαζί τους (γι’ αυτό κι επιμένω πως η σκοπιά του βιβλίου είναι κατά βάθος ανθρωποκεντρική, πως έχει δηλαδή έναν αναγεννησιακό γνωσιακό χαρακτήρα).
Θα ήταν ίσως περιττό, αλλά με έμφαση θα ήθελα να υπογραμμίσω την ποιότητα της γραφής του Ανταίου, που – όπως λέγανε παλιά – έχει εξασκήσει την πένα του στη δημοσιογραφία, περισσότερο όμως στην εξαιρετικά απαιτητική λογοτεχνική μετάφραση των λίγων και καλών Ιταλών συγγραφέων (Καλβίνο και Ταμπούκι κυρίως) που είχε επιλέξει, μεταφράζοντας σε βάθος χρόνου όλα τους σχεδόν τα έργα και αποσπώντας βραβεύσεις και διακρίσεις για την ποιότητα της δουλειάς του.
Σ’ αυτό το βιβλίο ο Ανταίος κάνει κάτι περισσότερο, το οποίο με εντυπωσίασε : Παραθέτει συμπληρωματικά λεπτομερείς καταλόγους για τις μεταφράσεις και τις εκδόσεις των έργων ενός εκάστου συγγραφέα στα ελληνικά, ώστε Οι κεραίες της εποχής μας να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν «μπούσουλας», αν τυχόν θελήσει ο αναγνώστης να βρει και να διαβάσει τα βιβλία κάποιου από τους συγγραφείς που του προξένησε το ενδιαφέρον. Μπορεί φυσικά να λειτουργήσει και αντίστροφα, ο αναγνώστης δηλαδή ενός λογοτεχνικού έργου να ανατρέχει στις Κεραίες, για να γνωρίσει πιο βαθιά τον συγγραφέα. Ένα πολύ αναλυτικό ευρετήριο ονομάτων και, φυσικά, η πλήρης παράθεση των σκηνοθετών και των εκπομπών που καθένας τους γύρισε, μαζί με τις ευχαριστίες του Ανταίου προς όλους εκείνους που τον βοήθησαν, δίνει τη μεγίστη δυνατή αυτάρκεια στο βιβλίο. Έχω τη γνώμη πως αυτό το βιβλίο θα έπρεπε να διδάσκεται στις σχολές δημοσιογραφίας, ως υπόδειγμα του τι σημαίνει συνέντευξη, αλλά και του τι σημαίνει δημοσιογραφικό ήθος, αυτό το όλο και πιο σπάνιο στην εποχή μας.
Ας μου επιτραπεί να τελειώσω την παρουσίαση του βιβλίου πιο προσωπικά. Μιλώ για ένα αίσθημα ευφορίας που με διακατείχε όσο διάστημα το διάβαζα. Μιλώ για το ανέλπιστο κουράγιο που μου έδωσε, μέσα σε μια δική μου πολύ γκρίζα περίοδο. Μιλώ για την αναπτέρωση της πίστης μου στην λογοτεχνία μέσα σε μιαν Ελλάδα που τα τελευταία χρόνια καταρρέει ασταμάτητα κι ασύμμετρα, παρασέρνοντας σχεδόν τα πάντα στον γκρεμό. Μιλώ, τέλος, για τη διαπίστωση ότι ακόμη και σ’ αυτή την εξαιρετικά προβληματική, την εξαιρετικά σκληρή σημερινή Ευρώπη, ενδεχομένως και σε ολόκληρη την βαρέως πάσχουσα υφήλιο, υπάρχουν – θα ήθελα να πιστεύω πως υπάρχουν – κάποιες ώρες, που η λογοτεχνία μοιάζει να κρατά ακέραιο, και αδιαμφισβήτητο, το παλαιό της το κύρος. Που η λογοτεχνία μας αφορά, μας βοηθά, συγγραφείς και αναγνώστες, όλους.
Θυμάμαι ότι, συγκινημένη, τηλεφώνησα στον Ανταίο και τον ευχαρίστησα για το βιβλίο που μου είχε, που μας είχε, χαρίσει. Μπορεί να το βεβαιώσει.
[pl_alertbox type=”info”](Η ομιλία της Ρέας Γαλανάκη στην παρουσίαση του βιβλίου Οι κεραίες της εποχής μου στο βιβλιοπωλείο Ιανός στις 31 Οκτωβρίου 2012. Εκτός από τη Ρέα Γαλανάκη παρουσίασε το βιβλίο η Μικέλα Χαρτουλάρη. Απόσπασμα από την ομιλία της Ρέας Γαλανάκη δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Καθημερινή στις 13 Ιανουαρίου 2013)[/pl_alertbox]