- Online Bazaar
- Η θάλασσα δεν είναι μπλε
Το πτερύγιο ενός καρχαρία διασχίζει τα γαλήνια νερά της λουτρόπολης όπου παραθερίζουν ανάπηροι πολέμου. Τάρανδοι ξεπηδούν από το πορτ-μπαγκάζ παραμονή Πρωτοχρονιάς κι ένας παπάς μπεκρουλιάζει τραγουδώντας λαϊκά. Ο Ερμής φανερώνει την ανεπίδοτη επιστολή της Καλυψώς προς τον πατέρα των θεών κι ένας αρχαίος ραψωδός εμφανίζεται στο κέντρο του Μεγάλου Κάστρου. Ο κόσμος του αγοροκόριτσου σείεται καθώς ματώνει κι ακούει τη μαμά να λέει «τώρα μπορείς να κάνεις παιδιά». Στη χαράδρα καταβαραθρώνονται όσοι βρίσκονται πολύ ψηλά. Ο ερωτοχτυπημένος γιος του γαιοκτήμονα και οι μπιστικοί του πάνε για καντάδα την Πρωταπριλιά του '38. Ένα εξωτικό πλάσμα διασχίζει τη διάβαση πεζών κι ένα άλλο τη διάβαση ποιητών. Την τελευταία νύχτα της οικουμένης, τα ανθρώπινα σπλάχνα γίνονται διάφανα και φέγγει εντός τους μια φλόγα, ο ουρανός διαυγάζει, οι πλανήτες τώρα καθρεφτίζονται στη θάλασσα, μα δεν έμεινε πια κανείς να κολυμπάει ανάμεσα στα είδωλά τους.
Μια φαντασμαγορία μύθων, τεράτων και αποκαλύψεων.
Καρχαρίες της στεριάς
Η γιαγιά είχε περασμένο στον δεξή αγκώνα το λουρί της μαύρης δερμάτινης τσάντας, ενώ η παλάμη εφαπτόταν στον ώμο της, σε ένα κλείδωμα όλου του χρηματικού αποθέματος που κουβαλούσαμε για τις διακοπές. Υπολογίζω γύρω στις ογδόντα, μπορεί και εκατό χιλιάδες δραχμές. Στο αριστερό χέρι κουβαλούσε το πεσκέσι για τον διοικήτη: ένα τάπερ με σαρικόπιτες, δύο σακουλάκια σταφίδες, ένα μεγάλο βάζο ελιές κορωνέικες κι ένα κεφαλοτύρι τυλιγμένο με φύλλα από τον Ριζοσπάστη. Ο παππούς κρατούσε στη μια χούφτα τα ναύλα και στην άλλη το κομπολόι. Αφού κανένας τους δεν είχε ελεύθερα χέρια ώστε να με συγκρατήσει, μπορούσα να περιπλανιέμαι ανάμεσα στο μπουλούκι μπροστά στο αγκυροβολημένο πλοίο.
Με αναστάτωνε ευχάριστα η περιπλάνηση σ’ αυτόν τον ανθρώπινο λαβύρινθο, παρόλο που το χαμηλό μου ύψος περιόριζε την ορατότητα. Στο σουλάτσο φρόντιζα να αποφεύγω όσους βρομούσαν ιδρωτίλα ή ποδαρίλα – επιμένοντας να φορούν κλειστά παπούτσια με τέτοια ζέστη. Ακόμα όμως κι όταν απομακρυνόμουν από κοντά τους, ο παππούς και η γιαγιά, που κι αυτοί μύριζαν ναφθαλίνη και θυμίαμα, δεν ανησυχούσαν πως θα με χάσουν και θα με ψάχνουν μέσω Ερυθρού Σταυρού, όπως τον παππού, όταν κηρύχθηκε αγνοούμενος πολέμου στον Εμφύλιο.
Έμοιαζαν αλλιώτικοι στην αναχώρησή μας. Ο παππούς είχε επιβάλει στη γυναίκα του να αποχωρίζεται το τσεμπέρι της όταν κινούσαν για τα ιαματικά λουτρά, στα Μέθανα, στην Αιδηψό ή στην Ικαρία. Χωρίς το κεφαλομάντιλο φανερωνόταν η ώριμη μα αρχοντική ομορφιά της – τα πράσινα μάτια, τα πλούσια καστανά μαλλιά, ελάχιστα ασπρισμένα, τα στητά ζυγωματικά και τα καρδουλένια χείλη. Ο άντρας της, τέσσερα χρόνια νεότερός της, εξίσου γοητευτικός με τη συμβία του. Ψηλός, καμαρωτός, αρχοντάνθρωπος. Φάνταζαν στα μάτια μας σαν το ιδανικό ζευγάρι. Ως πρότυπο μας κατέστρεψαν. Ψάχναμε όλα τα εγγόνια τον μεγάλο έρωτα, ενώ παράλληλα έχτιζαν πολυκατοικίες οι ψυχοθεραπευτές –προσπαθώντας να μας προσγειώσουν– και οι δικηγόροι – για να μας βγάζουν διαζύγια.
Η μπουκαπόρτα, σαν στόμα με χαλασμένα δόντια, έχασκε αναδίδοντας μια ασφυκτική μπόχα. Όμως το καψαλισμένο καουτσούκ από ελαστικά φορτηγών, ανακατεμένο με ρύπους εξατμίσεων αυτοκινήτων και αποφορά πετρελαίου από τα ντεπόζιτα του καραβιού, συνέθετε το πιο εξαίσιο άρωμα. Το άρωμα του πρώτου ταξιδιού. Τελικά τι κι αν ταξίδεψα σε όλη σχεδόν την Ελλάδα και την Ευρώπη και πήρα και μια τζούρα Μέσης Ανατολής; Δεν κόπασε διόλου εκείνη η παρόρμηση να εξορμώ και να εκδράμω.
Εκείνο τον Ιούλιο του ’87 έμελλε να αναχωρήσω πρώτη φορά από το νησί και η καρδιά μου κινδύνευε να σπάσει από την αγωνία. Θα περνούσα ξυστά από την Αθήνα, την πόλη-όνειρο. Στο άκουσμα και μόνο του τοπωνυμίου ένιωθα πεταλούδες στο στομάχι, όπως όταν είχα ερωτευτεί τον Αντώνη στην Τρίτη Δημοτικού και κατόπιν τον Τάκη Χρυσικάκο στον «Θάνατο του Τιμόθεου Κώνστα». Τελικά τα έφτιαξα με τον συμμαθητή μου στην Έκτη, ο ηθοποιός μού βάζει καρδούλες πια στο Instagram και κατοικώ στην πρωτεύουσα. Όλα τα όνειρά μου εκπληρώθηκαν. Μονάχα τα Μαθηματικά παρέμειναν ανεκπλήρωτη επιθυμία. Κακό του κεφαλιού τους που δεν ανταποκρίθηκαν, τώρα θα έλυνα προχωρημένες εξισώσεις αντί να σκαρώνω διηγήματα.
Όταν πιάσαμε λιμάνι τα ξημερώματα, είχα νεύρα επειδή δεν είχα καλοκοιμηθεί. Όλη νύχτα στην καμπίνα ροχάλιζαν δυο γιαγιάδες και μια η δικιά μου τρεις. Ήθελα να τις καρυδώσω. Φοβόμουν επίσης ότι θα βούλιαζε το πλοίο περνώντας από τη Φαλκονέρα, καθώς το αδηφάγο αυτί μου είχε προλάβει να υποκλέψει από τις κουβέντες των μεγάλων πως εκεί υπάρχει κάποιος ύφαλος και συμβαίνουν πολύνεκρα ναυάγια. Μ’ ετούτα και μ’ εκείνα, δεν έκλεισα μάτι όλη νύχτα. Τόσο σκουντουφλούσα στις έξι το πρωί από τη νύστα, ώστε η αποβίβαση στο λιμάνι του Πειραιά με άφηνε παγερά αδιάφορη. Όπως συχνά συμβαίνει με τους θεριεμένους από προσδοκία πόθους, σαν βρεθούν στην ακανθώδη πραγματικότητα, σκάνε με κρότο στην πρώτη ακίδα.
Εκείνο που αγνοούσα ως τότε –γιατί σε κανέναν από τους δικούς μου δεν είχα εμπιστευτεί τον διακαή μου πόθο να επισκεφθώ την πρωτεύουσα– είναι πως δεν ήταν καθόλου στο πρόγραμμα να διασχίσουμε το κλεινόν άστυ, αφού θα επιβιβαζόμασταν αμέσως σε δεύτερο πλεούμενο, στη γραμμή για Αργοσαρωνικό. Μέχρι να έρθει η ώρα της επιβίβασης στο «δελφίνι», πήγαμε μέχρι το απέναντι καφενείο. Μύριζε καϊμάκι ελληνικού καφέ, υγραέριο από το πετρογκάζι, γράσο από τις μουντζουρωμένες στολές των μηχανικών και πολυκαιρισμένα ξύλινα τραπέζια λουστραρισμένα από την τριβή με την ανθρώπινη σάρκα. Έφαγα τα λουκουμάκια που συνόδευαν τους καφέδες του παππού και της γιαγιάς, πήγαν κάτω τα φαρμάκια και ανεβήκαμε στο επόμενο πλοίο.
Το «δελφίνι», ένα ταχύτατο για την εποχή επιβατηγό σκάφος, θα μας μετέφερε στον τελικό προορισμό μας. Ο παππούς μου, με το κουστούμι, τα λευκά μαλλιά του, το μεγάλο μέτωπο και το μουστάκι, ατένιζε τους γαλάζιους ορίζοντες στην κουπαστή και ήταν σαν να ’βλεπες πίνακα ζωγραφικής. Η γιαγιά, πάλι, είχε κουρνιάσει σε μια γωνιά πασχίζοντας να συγκρατήσει τον κότσο της, βορά στους ανέμους δίχως το μαντίλι. Έβγαζε τα τσιμπιδάκια και τις φουρκέτες απ’ τα μαλλιά της και τα έμπηγε με μανία στην πλεξούδα της, όπως ψαροντουφεκάς το καμάκι στο άτυχο θαλάσσιο πλάσμα. Όσο για μένα, κοιτούσα με επιμονή τα θαλάσσια μήκη, μήπως φανεί κανένα αληθινό δελφίνι, γιατί το δήθεν δελφίνι, έτσι όπως έτρεχε σαν δαιμονισμένο, με έκανε να θέλω να ξεράσω τα άντερά μου. Μέχρι εκείνη την ώρα τίποτα δεν προμήνυε απολαυστικές θερινές διακοπές.
Όμως δεν άργησε η ανταμοιβή. Η πόλη των Μεθάνων ήταν χάρμα οφθαλμών και εξέπεμπε μια γλυκιά γαλήνη. Ένας παραθαλάσσιος οικισμός απλωμένος κατά μήκος της θάλασσας, με το λιμανάκι, τις δεντροστοιχίες, τα ιαματικά λουτρά, το θερινό σινεμά, τους πλανόδιους παγωτατζήδες και τα λιγοστά αυτοκίνητα. Η κόρη του διοικητή πολύ γρήγορα μου δάνεισε επ’ αόριστον το ποδήλατό της, οπότε χόρτασα ποδηλατάδες πάνω κάτω όλη μέρα στη χερσόνησο.
Κάθε Παρασκευή διέσχιζα πεζή και ασυνόδευτη από τη μία άκρη ως την άλλη τη λουτρόπολη για να αγοράσω τη Μανίνα, ένα νεανικό περιοδικό του προηγούμενου αιώνα, να εμπλουτίσω τη συλλογή μου από αφίσες και να διαβάσω τις συνέχειες των ασπρόμαυρων εικονογραφημένων ιστοριών. Μετά διαδόθηκε η χαρά μου να βολτάρω με το ποδήλατο και με έστελναν οι γέροντες να τους αγοράζω εφημερίδες. Η αίσθηση της ελευθερίας σε ένα όμορφο τοπίο με κατέκλυζε ευχάριστα. Όταν μάλιστα η γιαγιά μού επέτρεψε να δω ταινία μόνη μου στο θερινό σινεμά, πλημμύρισα από ατόφια ευτυχία. Η μία ταινία ήταν με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, το «Ωραία μου κυρία», και η άλλη ήταν μία του Δαλιανίδη, το «Θηλυκό θηριοτροφείο». Η ομορφιά, η ανεμελιά, η ελευθερία και η καλοπέραση σύντομα επισκιάστηκαν από έναν αδιέξοδο έρωτα. Αγάπησα έναν φαντάρο που υπηρετούσε –υποθέτω ως φοβερό «βύσμα», τώρα που αναλογίζομαι τα στρατιωτικά του καθήκοντα– στο ΚΛΑΠ.
Το ΚΛΑΠ, που μέχρι πρόσφατα νόμιζα πως το έλεγαν κλαμπ, όπως δηλαδή το πρόφεραν ο παππούς κι η γιαγιά, επρόκειτο για μία ακόμα παροχή του κοινωνικού κράτους του ΠΑΣΟΚ της πρώτης περιόδου. Τρεις δεκαετίες αργότερα ερεύνησα τι ήταν εκείνο το τριώροφο κτήριο με την πολυτελή και γιγαντιαία σάλα και τους πολυελαίους, όπου γευμάτιζε μονάχα ο διοικητής και άλλοι αξιωματικοί, θαμμένο μέσα σ’ αυτό το κράμα Ιστορίας και μύθου που χαρακτηρίζει την παιδική μνήμη. Το ακρωνύμιο σήμαινε Κέντρο Λουτροθεραπείας Αναπήρων Πολέμου. Πλέον είναι ένα ερειπωμένο ακίνητο που προσπαθεί να το πουλήσει το κράτος μέσω ΤΑΙΠΕΔ. Κάποιοι Τσέχοι επιχειρηματίες είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον να το αγοράσουν, αλλά οι διαπραγματεύσεις δεν τελεσφόρησαν. Το παρατσούκλι του παππού μου, συμπτωματικά, ήταν «Τσέχος» και σ’ εκείνο το ξενοδοχείο παραθέριζε ως ανάπηρος πολέμου.
Η αναπηρία του παππού μου δεν ήταν εμφανής. Οι αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού, στις τελευταίες μάχες στον Γράμμο, τον τραυμάτισαν στο πόδι, τον συνέλαβαν και τον περιέθαλψαν. Όταν τέλειωσε ο Εμφύλιος, ο παππούς μου ο Λευτέρης και άλλοι αιχμάλωτοι στάλθηκαν στις χώρες του λεγόμενου «πρώην ανατολικού μπλοκ» με τον χαρακτηρισμό «μοναρχοφασίστες»· συνταξίδευαν με τους πολιτικούς πρόσφυγες κι έφτασαν μέσω Γιβραλτάρ στην Τσεχοσλοβακία. Χάθηκαν τα ίχνη του και κηρύχθηκε αγνοούμενος πολέμου από το ελληνικό κράτος. Η γυναίκα του, μητέρα τότε ενός αρσενικού βρέφους κι ενός κοριτσιού, του έκανε μνημόσυνο σε κενοτάφιο.
Ο παππούς επέστρεψε μετά από δώδεκα χρόνια, κουτσός και κομμουνιστής. Φρόντισε να οργανωθεί στο ΚΚΕ και να αποκηρύξει το δεξιό του παρελθόν, όπως επίσης φρόντιζε να κάνει ειδική παραγγελία παπούτσια – το ένα υπόδημα με λίγο πιο παχύ τακούνι, ώστε να ισορροπεί. Άλλοι ηλικιωμένοι είχαν πιο φανερές αναπηρίες, κομμένα δάχτυλα, κομμένα χέρια, να λείπει όλο το πόδι από το γόνατο και κάτω, κι ένας που τον φοβόμουν είχε το ένα μάτι γυάλινο. Αλλά επειδή ήταν χωρατατζής και άκουσα να λέει στους συμπαίκτες του στην πρέφα πως με το ψεύτικο μάτι βλέπει τα φύλλα τους, τον ξεφοβήθηκα.
Οι άντρες έπαιζαν χαρτιά και τάβλι στο προαύλιο του ΚΛΑΠ, ενώ οι γυναίκες τους έκαναν πηγαδάκια και μουρμούριζαν τα δικά τους φτιάχνοντας κεντήματα σε στρογγυλά τελάρα ή πλέκοντας δαντέλες με το βελονάκι. Ελάχιστες κάθονταν άπραγες, πάντα με μια δικαιολογία στο στόμα: ή που δεν καλόβλεπαν, ή που έπασχαν από ρευματικά, ή που δεν έλεγχαν το τρέμουλο στα χέρια. Πάντως παιδιά δεν υπήρχαν τριγύρω, καθώς δε συνήθιζαν να κουβαλούν τα εγγόνια τους σ’ εκείνο το δημόσιο ξενοδοχείο λαβωμένων απόμαχων. Αντίθετα, ο παππούς μου φαίνεται να είχε μια εξέχουσα θέση, άγνωστο γιατί, οπότε θυμάμαι πως είχαμε και την τιμή να δειπνήσουμε με τον διοικητή –ο οποίος είχε καλοδεχτεί το πεσκέσι από την Κρήτη– και την οικογένειά του. Εκεί γνώρισα την κόρη του, που μου δάνεισε το ροζ ποδήλατο με το καλάθι.
Ο διοικητής του Κέντρου ήταν αξιωματικός του πολεμικού ναυτικού. Φορούσε στολή εξόδου με σιρίτια, είχε τουπέ και διέταζε πέντ’ έξι φαντάρους, μεταξύ των οποίων και τον Φάνη από την Τήλο, τον οποίο ερωτεύτηκα επειδή έμοιαζε λιγάκι στον Σταμάτη Γαρδέλη, πρωταγωνιστή στο «Θηλυκό θηριοτροφείο». Σαν τώρα θυμάμαι ένα γλαφυρό όνειρο με εμένα και τον Φάνη να αναχωρούμε με το «δελφίνι» για το νησί του, όπου θα τον παντρευόμουν. Όταν ξύπνησα και καταλάβα πως ήταν μοναχά ένα όνειρο, πολύ στενοχωρήθηκα. Αλλά σύντομα το ξεπέρασα.
Το μόνο πραγματικά μελανό σημείο σ’ εκείνες τις παραδείσιες πρώτες διακοπές ήταν ο μπουφετζής. Το προνοιακό οίκημα διέθετε και ένα κυλικείο, το οποίο πρόσφερε καφέδες, αναψυκτικά και τοστ. Τις δύο προηγούμενες χρονιές το είχε αναλάβει ο παππούς μου. Γι’ αυτό σας λέω, ο παππούς κάποια ιδιαίτερη σχέση είχε με τη διοίκηση, αλλά τώρα εκεί που είναι τρέχα γύρευε, δε θα μάθουμε ποτέ. Τα προηγούμενα δύο καλοκαίρια λοιπόν, η ξαδέρφη μου και ο μικρός μου αδερφός, που είχαν συνοδεύσει διαδοχικά το ζευγάρι των προγόνων μας, είχαν κονομήσει αρκετό παραδάκι από τα πουρμπουάρ των γερόντων. Εμένα, πάλι, κλασικά, «δε μου τρέχουν» τα λεφτά. Τη χρονιά που παραθέριζα εγώ μαζί τους, δεν το ανέλαβε ο παππούς το καφενεδάκι.
Η Πέλα Σουλτάτου έχει εκδώσει τα βιβλία Τα φώτα στο βάθος, Ανκόρ, Ανάποδες στροφές, ΜυΧαΤη ή Το μυστήριο της χαμένης τηλεόρασης. Το πρώτο της βιβλίο δραματοποιήθηκε στο «Από Μηχανής Θέατρο». Mε το έργο Άλογα διακρίθηκε στο 1ο Φεστιβάλ Θεατρικού Αναλογίου στο «Από Κοινού Θέατρο». To μονόπρακτο Μέρες της αγίας Βαλπουργίας επιλέχτηκε από το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά για το Φεστιβάλ «Η δυναμική του ελληνικού λόγου στο θέατρο». Έχει δημοσιεύσει πεζά και άρθρα σε εφημερίδες, περιοδικά, ιστοσελίδες και μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
ΕΠΙΛΟΓΕΣ
O Μάρκο Πόλο και ο φίλος του Αντόνιο Μάλφι συνεχίζουν να ταξιδεύουν στο εσωτερικό της Κίνας για χρόνια, ώσπου αρχίζουν να νοσταλγούν την αγαπημένη τους Βενετία. O Αντόνιο συλλογιέται τη μητέρα του και φοβάται μήπως επιστρέφοντας δεν τη βρει ζωντανή. Σκέφτεται και τα καμώματα του συντρόφου τους Μαρτσέλο, που η περιπέτειά του με την κόρη του μεγάλου αυλάρχη στο παλάτι του Κουμπλάι Χαν τους έχει θέσει σε κίνδυνο και ίσως τους στοιχίσει τη ζωή. Καταστρώνουν σχέδια με τον Μάρκο πώς θα καταφέρουν να φύγουν. Βρίσκουν τον τρόπο. Αρχίζει το ταξίδι της επιστροφής, καθώς απ' το παλάτι τους αναθέτουν τη συνοδεία μιας πριγκίπισσας που πάει να παντρευτεί στην Περσία. Επανδρώνουν πλοία και ξεκινούν να διασχίσουν τις Νότιες Θάλασσες και τον Ινδικό Ωκεανό, ως τον Περσικό Κόλπο. Και αρχίζουν νέες περιπέτειες με άγρια κύματα, με πειρατές, με βροχές και καταιγίδες!
O Αντόνιο Μάλφι, ο νεαρός φίλος του Μάρκο Πόλο, που ύστερα από μύριες όσες περιπέτειες έφτασε μαζί του ως τη βαθιά Ανατολή, στο βασίλειο του Κουμπλάι Χαν, είναι θαμπωμένος απ' τα όσα έχει δει και κυρίως από τα πλούτη και το χρυσάφι του Μεγάλου Βασιλιά. Γι' αυτό αισθάνεται ευγνωμοσύνη για το φίλο του Μάρκο, που τον πήρε μαζί του στο ταξίδι, και πίστη απέναντι στον Κουμπλάι Χαν, που έθεσε στη διάθεσή τους όλα τα καλά του Θεού στις επαρχίες της απέραντης Κίνας, όπου τους έστειλε να κάνουν επιθεώρηση. O Αντόνιο δεν μπορεί να συγχωρήσει την τρέλα του Μαρτσέλο, ενός νέου από τη συνοδεία τους, που έχει ερωτική σχέση με την κόρη του μεγάλου αυλάρχη και τελικά δεν τους ακολουθεί στη μεγάλη τους περιπέτεια στις αχανείς εκτάσεις της μυθικής Κίνας. Μήπως τάχα και οι ίδιοι, εξαιτίας του Μαρτσέλο, αντιμετωπίσουν την οργή του αυτοκράτορα;
Ζωγράφισαν: Παναγιώτης Γράββαλος, Στέφανος Δασκαλάκης, Κυριάκος Κατζουράκης, Αντώνης Κέπετζης, Δημήτρης Μυταράς, Φαίδων Πατρικαλάκις, Δήμος Σκουλάκης, Βασίλης Σπεράντζας, Νίκος Στεφάνου, Παναγιώτης Τέτσης, Αλέκος Φασιανός, Μανώλης Χάρος
Mια τολμηρή απόπειρα μύησης των μαθητών λυκείου –και του γενικού αναγνώστη– στο γραπτό λόγο. Για να πετύχει το επιθυμητό αποτέλεσμα, ο συγγραφέας μεταχειρίζεται ως βασικό «εργαλείο» την κατηγοριακή ανάλυση του Aριστοτέλη, την οποία αρχικά παρουσιάζει και στη συνέχεια χρησιμοποιεί. Tο βιβλίο συμπληρώνεται με αναλυτική παρουσίαση δόκιμων προσεγγίσεων του λόγου.
Το βιβλίο αυτό ξεχωρίζει γιατί δεν είναι ένα απλό βοήθημα. Είναι ένα ολοκληρωμένο βιβλίο μαθηματικών σε 3 τεύχη, με πλήρη διδασκαλία κάθε μαθηματικής ενότητας, ενώ συγχρόνως καλύπτει και την εξάσκηση του παιδιού στο σπίτι.
Είναι αποτέλεσμα μακρόχρονης εφαρμογής και εμπειρίας από τη διδασκαλία στην Πρώτη τάξη του Δημοτικού.
Η επιλογή να παρουσιαστεί το βιβλίο αυτό σε 3 τεύχη είναι συνειδητή και σκοπό έχει να παρακολουθήσει την εξέλιξη της αντιληπτικής ικανότητας του εξάχρονου μαθητή στην περίοδο της Πρώτης Δημοτικού.
Το παιδί με τον τρόπο αυτό κρατάει στα χέρια του όλη τη χρονιά ένα βιβλίο εύχρηστο, ελαφρύ, ευχάριστο, χωρίς βεβιασμένες συντμήσεις στην ύλη.
Επιπλέον δίνει τη δυνατότητα στα παιδιά του νηπιαγωγείου να χρησιμοποιήσουν το Α´ τεύχος για να προετοιμαστούν για την είσοδό τους στην Πρώτη τάξη.
ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ
Ο Φίμα είναι πενήντα τεσσάρων ετών, διαζευγμένος δύο φορές και εργάζεται ως υπάλληλος υποδοχής σε μια γυναικολογική κλινική. Είναι επίσης γιος ενός αυτοδημιούργητου εργοστασιάρχη καλλυντικών αλλά, παρά τις λαμπρές πανεπιστημιακές του σπουδές, εξακολουθεί να τον στηρίζει οικονομικά ο ηλικιωμένος πατέρας του. Ο Φίμα ζει στην Ιερουσαλήμ, νιώθει ωστόσο ότι θα έπρεπε να βρίσκεται αλλού. Έχει στο ενεργητικό του διάφορους μυστήριους ερωτικούς δεσμούς, άπειρες φαεινές ιδέες και μια πολλά υποσχόμενη ποιητική συλλογή. Αναρωτιέται ποιος είναι ο σκοπός του κόσμου και γιατί η χώρα του έχει πάρει τον λάθος δρόμο. Τον διακατέχει η ακόρεστη λαχτάρα για κάτι το άπιαστο και η μόνιμη επιθυμία να γυρίσει σελίδα. Να όμως που τώρα, στη διάρκεια ενός μουντού χειμωνιάτικου πρωινού, τον βλέπουμε σε ένα καταθλιπτικό διαμέρισμα να επιδίδεται σε μια ταπεινωτική μάχη, πασχίζοντας να ξεσκαλώσει το πουκάμισό του από το φερμουάρ του παντελονιού του. Με τρόπο συναρπαστικό και στιβαρό, ο Άμος Οζ πλάθει έναν μοναχικό και απρόβλεπτο αντιήρωα, έναν συνδυασμό προφήτη και κλόουν σε διαρκή αναζήτηση, πανέτοιμο ανά πάσα στιγμή για τη συντροφιά μιας γυναίκας, κάποια αποκάλυψη ή την ίδια τη σωτηρία.
«Από τους πλέον αλησμόνητους ήρωες που δημιούργησε ποτέ ο Άμος Οζ. Ο πρωταγωνιστής, ο Φίμα, αποτελεί μια λογοτεχνική διασταύρωση του Θείου Βάνια του Αντόν Τσέχοφ με τον Λέοπολντ Μπλουμ [στον Οδυσσέα] του Τζέιμς Τζόις».
The Washington Post
«Ένα εκπληκτικό μυθιστόρημα. Έχει μια ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα και αναδίδει κάτι μεθυστικό».
The New Yorker
«Η Τρίτη κατάσταση κυκλοφόρησε στο Ισραήλ το 1991, είκοσι τρία χρόνια πριν από τον Ιούδα, το κύκνειο άσμα του Άμος Οζ, και το ενδιαφέρον είναι ότι έχει πολλά κοινά σημεία με το έργο που μαζί με το Ιστορία αγάπης και σκότους θεωρείται από τα αριστουργήματά του».
Από το επίμετρο της Μάγκυς Κοέν
Τον χειμώνα η όμορφη Κοιλάδα του Κλότζκο μετατρέπεται σε ένα μέρος αρκετά ερημικό και μάλλον αφιλόξενο. Μεταξύ των λιγοστών κατοίκων που παραμένουν εκεί είναι η Γιανίνα Ντουσέικο, λάτρης της αστρολογίας, η οποία στον ελεύθερο χρόνο της προσέχει τα σπίτια των απόντων γειτόνων και μεταφράζει ποιήματα του Μπλέικ. Κάπως έτσι γεμίζει τις μέρες της αυτή η ώριμη και μοναχική γυναίκα. Από τους άλλους, πάλι, η ίδια θεωρείται ιδιότροπη και εκκεντρική, αν όχι τρελή, επειδή ακριβώς προτιμά την παρέα των ζώων παρά των ανθρώπων. Ώσπου κάποια στιγμή η γαλήνη του τόπου διαταράσσεται, γίνεται ένας
φόνος. Δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό. Τα πτώματα αυξάνονται και τα θύματα είναι κυνηγοί. Τι συμβαίνει; Η Γιανίνα κάτι υποψιάζεται και αναλαμβάνει να διερευνήσει την υπόθεση. Ακολουθεί όμως τα σωστά ίχνη; Η βραβευμένη με το Νόμπελ Λογοτεχνίας Όλγκα Τοκάρτσουκ αφηγείται μια αντισυμβατική ιστορία μυστηρίου και αγωνίας με γρήγορο ρυθμό και παιγνιώδη διάθεση. Δημιουργεί ένα υπαρξιακό θρίλερ, με κοινωνικό και πολιτικό ορίζοντα, που προσλαμβάνει ωστόσο φιλοσοφικές και μεταφυσικές διαστάσεις. Ένα ακατάτακτο και απολαυστικό μυθιστόρημα για την αξία της ενσυναίσθησης.
«Μια σπουδαία συγγραφέας».
Σβετλάνα Αλεξίεβιτς
«Εντυπωσιακό. Αυτό το βιβλίο της Όλγκα Τοκάρτσουκ είναι διασκεδαστικό και ζωηρό αλλά συγχρόνως δυσοίωνο και ανατριχιαστικό, εγείροντας ορισμένα πολύ σοβαρά ερωτήματα για την ανθρώπινη συμπεριφορά. Τον πιο ειλικρινή θαυμασμό μου για το εξαίρετο έργο της».
Άννυ Πρου
«Ένα καταπληκτικό αμάλγαμα θρίλερ, κωμωδίας και πολιτικής πραγματείας, γραμμένο από μια γυναίκα η οποία συνδυάζει μια ασυνήθιστη νοημοσύνη με μια αναρχική ευαισθησία».
The Guardian
«Τα κείμενά της διαρκώς αποκαλύπτουν απρόβλεπτα θαύματα και άλλες τόσες εκπλήξεις. Δεν υπάρχει είδος λογοτεχνικό που να μην μπορεί να το ανατρέψει. Το μυθιστόρημα Οδήγησε το αλέτρι σου πάνω από τα οστά των νεκρών θα σας κάνει να θέλετε διαβάσετε οτιδήποτε έχει γράψει η Όλγκα Τοκάρτσουκ».
Financial Times
Σ’ αυτό το μυθιστόρημα αναζητώ ποιοι υπήρξαν οι «γνωστοί-άγνωστοι» γονείς μου – όπως συνήθως είναι οι γονείς. Τι διαμόρφωσε τον Εμμανουήλ και την Αικατερίνη πριν παντρευτούν, πριν τους γνωρίσω, πριν συγκρουστούμε με σφοδρότητα, πριν συμφιλιωθούμε αργότερα. Από πού άντλησαν εκείνο το φορτίο πολιτισμών, νοοτροπιών, συμπεριφορών, ακόμη και ιστορικής οπτικής, που μοιραία μου κληροδότησαν.
Αναζήτηση επιτρεπτή, αν όχι και απαραίτητη στην ώριμη ηλικία ενός παιδιού, ενός συγγραφέα – όπως είναι πλέον η δική μου. Παραδόξως, μόνο τώρα αφέθηκαν σε εξομολογήσεις τα κατάλοιπα των νεκρών γονέων, μόνο τώρα αποκρίθηκαν στις ερωτήσεις μου οι παλιές μαυρόασπρες φωτογραφίες τους. Η μνήμη μουανακάλεσε πιο εύκολα τις οικογενειακές προφορικές εξιστορήσεις, που τόσο πολύ διαφέρουν από στόμα σε στόμα, απόάντρα σε γυναίκα, από δωμάτιο σε δωμάτιο, από εποχή σε εποχή. Βρέθηκα στους τόπους, όπου σε ποικίλουςχρόνους και σε καιρούς δύσκολους είχαν ζήσει: ιστορικά χωριά της Κρήτης, προπολεμική Βιέννη και Μπορντό, Αθήνα, Ηράκλειο κι άλλους ακόμη. Τόπους-σκηνικά, αφού ανέκαθεν η οικογένεια είναι ο βαθύς εκρηκτικός πυρήνας κάθε δράματος στη ζωή, στην τέχνη.
Σ’ αυτά τα παραμύθια που δεν είναι παραμύθια αμφισβητώ, επινοώ, κατανοώ, εικάζω, σαρκάζω, και μάλλον συγχωρώ. Στο κάτω-κάτω οι γονείς είναι ο ένας μόνο από τους πολλούς καθρέφτες της αυτογνωσίας μας, ίσως ο πιο σκληρός αλλά και τρυφερός καθρέφτης.
Το βρόμικο κόλπο, να ξεχάσεις μόνον τα άσχημα αλλά να θυμάσαι τα ωραία, δεν πετυχαίνει, η μνήμη διεκδικεί τα νόμιμα, δηλαδή όλα ή τίποτε, δηλαδή ας μείνει κάποιος να θυμάται, να θυμάται και τα ψιλά γράμματα. Υπάρχουν κάμποσα που αλίμονο αν τα θάψει κι αυτά ο νους, δεν πρόκειται για φανταχτερά ενσταντανέ και σκατοπασαλειμμένες αναμνήσεις, πρόκειται για άυλα τιμαλφή. Ευτυχώς ο εγκέφαλος του Μιχάλη Τσιούλη τα είχε κλειδώσει και ασφαλίσει.
Δεν είμαι υποχρεωμένος να μην ονειροπολώ, είπε, ούτε ντε και καλά να αισιοδοξώ και να ευτυχώ, αφού όλα πιο ρηχά, ούτε μύχια της ύπαρξης, ούτε γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, ούτε πού έδυ σου το κάλλος.
Δοκίμασα, συνέχισε, να αρκεστώ στο μικρομεσαίο μου μερτικό καθημερινότητας, να μοιάσω με την πλειοψηφία των πιο νορμάλ, να γίνω και λίγο ζαμανφουτίστας, όμως δεν μου είπε πολλά η πραγματικότητα, δεν ήξερα πώς να κινηθώ άνετα σ’ αυτήν.
Η νύχτα στο θρόνο της, με το αεράκι να περιοδεύει σε όλο το λεκανοπέδιο, σε όλο τον κόλπο του Σαρωνικού και τα άστρα ψηλά να σπιθίζουν ακατάστατα, να κάνουν του κεφαλιού τους.
Τύχη αγαθή, ο Τσιούλης είχε ιδεί το φεγγάρι σε πενήντα, μπορεί και παραπάνω, παραλλαγές. Ολόχρυσο. Ασημένιο. Άσπρο, πελώριο και οριζοντιωμένο σαν αιώρα. Χορτάτο μωρό να αποκοιμιέται στην αγκαλιά ενός κοκκινωπού σύννεφου. Αγέρωχο και ανοξείδωτο να κοντρολάρει την έξαρση της νύχτας. Απόψε δε, μπλαβογκριζοκίτρινο σαν τα μάτια σου, χαζομηχανικέ, κατά τη Σαλονικιά νοσηλεύτρια, κάποτε.
Το δραματικό οδοιπορικό μιας εβραϊκής οικογένειας στις ζοφερές στιγμές του εικοστού αιώνα.
Το χρονικό μιας κοινωνίας που συντρίβεται και αναφύεται μέσα από τα ερείπιά της. Η θυελλώδης ιστορία του μικρού Ιωσήφ, όπως την καταγράφει ένα νυχτερινό παραμύθι: Θεσσαλονίκη, 1917. Οι φλόγες ζώνουν την εβραϊκή συνοικία. Η Μπενούτα με τα παιδιά της βρίσκονται στο σπίτι. Ένας Τσιγγάνος, ο Αγγελής, τους διασώζει την τελευταία στιγμή. Τους μεταφέρει στον καταυλισμό του, μακριά απ' τον όλεθρο. Μεγάλο μέρος της πόλης καταστρέφεται. Ένα πολύτιμο κόσμημα σώζεται.
Ένα κειμήλιο που συνδέει ανθρώπους και γεγονότα.
Εβραίους και Τσιγγάνους. Δυο λαούς με διαφορετική κοσμοαντίληψη αλλά με πεπρωμένο κοινό. Πόλεμος, ναζιστική θηριωδία, Άουσβιτς. Οι σκληρές σελίδες του Ολοκαυτώματος. Η οδύσσεια ενός βραχιολιού.









