Νίκη Αναστασέα: Ο διχασμός δεν οδηγεί πουθενά

Συνέντευξη στον Νίκο Κουρμουλή

Στο τελευταίο της βιβλίο με τίτλο Η ιστορία ενός δικού μας ανθρώπου, η Νίκη Αναστασέα καταγράφει με τρόπο εμφατικό την περιπέτεια της γενιάς της. Εκείνης που αντιστάθηκε στη δικτατορία, μορφώθηκε σχεδόν μόνη της και είδε τις επιθυμίες της να καταρρέουν, να διαλύονται σαν την άμμο ανάμεσα στα δάχτυλα. Επίκεντρο της πολυπρόσωπης ιστορίας ο ζωγράφος Αλέξης Ραζής. Όμορφος, επιθυμητός και αυτοκαταστροφικός. Κυρίως καταθλιπτικός. Μια ωρολογιακή βόμβα στα έγκατα της αριστερίστικης παράνομης οργάνωσης. Δεκατέσσερα χρόνια μετά, ο νεαρός Κωστής Σκαρλάτος αποφασίζει να γράψει ένα μυθιστόρημα για τη ζωή του καλλιτέχνη και επαναστάτη. Μιλήσαμε με τη Νίκη Αναστασέα, που έφτασε από τη Ραφήνα γεμάτη ενέργεια και όρεξη για να μας διηγηθεί τα όνειρά της.

ΕΡ.: Πού γεννηθήκατε και σε τι περιβάλλον μεγαλώσατε;

ΑΠ.: Γεννήθηκα στην Αθήνα, αλλά μεγάλωσα στην Ξάνθη. Εκεί είναι και ο χώρος όπου διαδραματίζεται το πρώτο μου βιβλίο (Αυτή η αργή μέρα προχωρούσε, εκδ. Πόλις και Κέδρος). Αυτή η πόλη με επηρέασε βαθιά. Έχει χρώμα, ανθρώπους από διάφορες ράτσες και πολλά καπνά. Κουβαλώ ακόμα τη μυρωδιά τους. Έμενα με τη μητέρα μου κι έναν παππού που έμοιαζε στον καπετάν Σήφακα. Ήταν Κρητικός και με αυστηρές αρχές. Έζησα μαζί τους μέχρι τα δεκαεφτά μου. Έπειτα κατέβηκα στην Αθήνα για να τελειώσω το λύκειο. Αργότερα πήγα σε μια σχολή δημοσιογραφίας, δούλεψα και, στη δικτατορία, έφυγα για το Λονδίνο.

ΕΡ.: Η κάθοδός σας στην Αθήνα συνοδευόταν από όνειρα;

ΑΠ.: Ναι. Ήθελα να γράφω. Ποιήματα, πεζά. Μετά όμως από το γάμο μου και τη δικτατορία, αυτά πήγαν πίσω ως σκέψη και ως επιθυμία. Όταν γύρισα, έπρεπε να εργαστώ. Εκεί γύρω στα τριάντα πέντε μου χρόνια, αποφάσισα να γράψω ένα βιβλίο, διότι το είχα καημό. Το τέλειωσα και ήταν μια αηδία και μισή. Κλαίγοντας, το πέταξα στα σκουπίδια. Καθώς με τυραννούσε η σκέψη γιατί δεν μπορώ να γράψω, ξεκίνησα να μελετώ έργα μεγάλων συγγραφέων σε εντατικούς ρυθμούς και για αρκετά χρόνια. Η αναγνωστική μου μανία λοιπόν με οδήγησε ουσιαστικά στη συγγραφή.

ΕΡ.: Χαρακτηρίζεστε από υψηλό αίσθημα ευθύνης. Δεν «ξεπετάτε» κείμενα όπως όπως.

ΑΠ.: Κατ’ αρχάς δουλεύω πολύ τα βιβλία μου. Μπορώ να φτάσω και τις είκοσι ώρες ημερησίως. Σβήνω φράσεις, μετακινώ λέξεις… Δεν είναι απλά αίσθημα ευθύνης, θέλω το αποτέλεσμα να είναι όμορφο. Να πλησιάζει σ’ εκείνο που έχω φανταστεί ως τελικό αποτέλεσμα και στον απόηχο των διαβασμάτων μου. Πριν από μερικά χρόνια ξαναδιάβασα το πρώτο μου βιβλίο. Έμεινα ικανοποιημένη, αν και είδα πράγματα που δεν θα έβαζα σήμερα. Το βιβλίο που ξανάγραψα (πρώτος τίτλος: Επικράνθη: διά χειρός Αλέξη Ραζή, εκδ. Κέδρος, και φέτος Η ιστορία ενός δικού μας ανθρώπου, εκδ. Καστανιώτη) στην πρώτη του γραφή δεν μπορούσε να είναι αυτό που ήθελα. Όταν δουλεύεις κάτι πολύ καιρό, είναι σαν να μπαίνεις σε μια ιδέα. Περικλείεσαι μέσα σ’ αυτήν και καμιά φορά κάνεις χτυπητά λάθη. Συγγραφικής υφής περισσότερο. Γι’ αυτό τόλμησα να το ξαναγράψω.

ΕΡ.: Αυτός ο ήχος του απόηχου, που είπατε, μπορεί να κατακτηθεί;

ΑΠ.: Δεν νομίζω. Παραμένει ένα όνειρο ως το τέλος. Είναι σαν το «81/2» του Φελίνι. Βάζεις ένα στόχο που πάντα διαφεύγει. Θέλεις όμως να είναι εκεί κοντά. Να μην απέχει από το αρχικό πλάνο σου.

ΕΡ.: Πώς ήρθατε σε επαφή με το βιβλίο;

ΑΠ.: Χρωστάω πολλά στη μητέρα μου. Θυμάμαι, ήμουν ακόμα στο δημοτικό όταν με πήγε στο βιβλιοπωλείο της πόλης, που ήταν και παιχνιδάδικο μαζί. Είχα εντοπίσει μια κούκλα, όμως η μητέρα μου επέμενε να αγοράσουμε βιβλίο. Μια απόφαση που άλλαξε τη ζωή μου, αν και Ιούλιο Βερν δεν μπορούσα να διαβάσω στα οκτώ μου χρόνια. Αργότερα μου έπαιρνε κι άλλα βιβλία, και τότε άρχισα να κολλάω το «μικρόβιο». Την εποχή εκείνη απαγορευόταν να κυκλοφορήσουμε μετά από κάποια ώρα, να πηγαίνουμε κινηματογράφο κ.λπ. Μοιραία κάτι έπρεπε να κάνω. Ευτυχώς είχαμε μια εξαιρετική δημοτική βιβλιοθήκη, απ’ όπου δανειζόμουν βιβλία. Μέσα από το ραδιόφωνο και το «Θέατρο της Δευτέρας» έμαθα τους μεγάλους συγγραφείς και εκεί γύρω στα δεκάξι έπεσα πάνω στον Ντοστογιέφσκι και τον ερωτεύτηκα για πάντα. Μάλιστα, αυτό το διάστημα διαβάζω Τολστόι ή Ντοστογιέφσκι του Τζωρτζ Στάινερ (εκδ. Αντίποδες, μτφρ.: Κώστας Σπαθαράκης). Το κείμενο λέει κάπου για την επιρροή του συγγραφέα στους Ρώσους. Αναφέρεται ότι πιστεύουν τον Ντοστογιέφσκι. Η πίστη είναι κάτι που κρατάει. Ποιον άλλο συγγραφέα μπορεί να πει κάποιος ότι τον πιστεύει;

ΕΡ.: Μιλήστε μας για την πολιτική σας ένταξη και πώς διαμορφωθήκατε μέσα από αυτήν.

ΑΠ.: Η ένταξή μου έγινε στο γυμνάσιο κιόλας. Είχαμε ένα τεράστιο μαζικό κίνημα, τους Λαμπράκηδες. Η αδικία και η καταπίεση ήταν εμφανέστατες. Ως νέος άνθρωπος που έμπαινες στο κίνημα, το πρώτο που αναζητούσες ήταν το δίκιο. Ένα καλύτερο μέλλον για τη χώρα σου. Ήμασταν δεκάξι με δεκαεφτά χρόνων και υπήρχε ένας συνεπαρμός. Θυμάμαι, κατεβαίναμε στις συναυλίες του Μίκη, γυρίζαμε ένα γύρο το κεφάλι και λέγαμε «Αυτός ο τόπος είναι δικός μας. Τώρα θα τον διεκδικήσουμε». Έδινες τη ζωή σου στο πιτς φιτίλι για τέτοια πράγματα. Καθώς όμως μεγάλωνα, οι προσδοκίες λιγόστεψαν. Η ένταξη αυτή με διαμόρφωσε. Σε όλα μου τα βιβλία υπάρχουν πολιτικές αναφορές. Έχω την αίσθηση ότι σε κάθε συγγραφικό έργο θα πρέπει να βρίσκεται ο χώρος, ο χρόνος και η ιστορία. Από πού κατάγεται δηλαδή το κείμενο και από πού προέρχονται οι ήρωές του.

ΕΡ.: Πότε συνειδητοποιείτε ότι είστε συγγραφέας;

ΑΠ.: Είναι αστείο, αλλά το πρώτο μου βραβείο το παίρνω στο δημοτικό από τη Διάπλαση των παίδων. Πάντα ήθελα να γράφω. Η συνειδητοποίηση έρχεται στο βιβλιοπωλείο «Πολιτεία», όπου δούλευα χρόνια. Κάνω τη πρώτη μου προσπάθεια, είναι αποτυχημένη και ξεκινώ να διαβάζω συστηματικότερα.

ΕΡ.: Αρκετά βιβλία σας κινούνται μέσα σε οικογένειες. Το άτομο και η μικροκοινότητα.

ΑΠ.: Περίπου. Το κύριο είναι πως θέλω να μιλήσω για μια ιδέα. Στο πρώτο μου βιβλίο ήθελα να πω πώς φτάνει ένας άθρωπος στην πλήρη παραίτηση. Η παραίτηση της μητέρας από τη ζωή των παιδιών της. Ξεκινώ από τα πρόσωπα πάντα. Σ’ ένα βιβλίο πρέπει να δείξεις τη δράση και την αντίδραση. Την πίεση και την αντίσταση. Η συμπεριφορά των ηρώων μπροστά σε προβλήματα είναι το κύριο ενδιαφέρον μου. Στο βιβλίο Πολύ χιόνι μπροστά στο σπίτι (εκδ. Πόλις) με τριβέλιζε η ιδέα της προδοσίας. Στα προηγούμενα βιβλία οι ήρωές μου ήταν πολύ σταθεροί στα πιστεύω τους. Άλλοι ήταν αριστεροί και άλλοι ματαιωμένοι. Υπάρχει όμως και η άλλη άποψη, των ανθρώπων που δεν είναι σταθεροί. Που ξέρουν να προδίδουν. Σκεφτόμουν: πώς μπορεί να είναι αυτό; Ποια είναι άραγε η μεγαλύτερη έκφραση της προδοσίας. Να εγκαταλείψεις τον άλλον ενώ είναι φυλακή, ας πούμε. Να εγκαταλείψεις τη μητέρα σου όταν πεθαίνει. Πώς μπορεί αυτό να αποδοθεί από τη μεριά της κατανόησης;

ΕΡ.: Τι σημαίνει ικανότητα για ένα συγγραφέα;

ΑΠ.: Την αισθάνεσαι όταν κατασκευάζεις το βιβλίο. Αρκεί να έχεις τα μάτια ανοιχτά. Να ξέρεις το θέμα σου πάνω απ’ όλα. Για παράδειγμα, όταν ξεκινώ να γράφω, γνωρίζω ποιο θα είναι το τέλος. Μου προκαλεί τρομερό ενδιαφέρον που αρκετοί συγγραφείς λένε: «Γράφω κι έρχεται». Δεν το καταλαβαίνω. Από τη στιγμή που κατασκευάζεις έναν ήρωα, παίρνει υπόσταση. Διεκδικεί το χώρο του, το δικό του λόγο. Διαμορφώνει το βλέμμα σου.

ΕΡ.: Πείτε μας την περιπέτεια του τελευταίου σας βιβλίου που το ξαναγράψατε, Η ιστορία ενός δικού μας ανθρώπου.

ΑΠ.: Όταν πρωτοβγήκε, με τον τίτλο Επικράνθη: διά χειρός Αλέξη Ραζή, δεν μπορούσα να καταλάβω τα λάθη μου. Το ξαναδιάβασα και ήθελα να είναι καλό, επειδή με αφορά άμεσα. Περιέχει μέρος της ζωής μου και το πονάω ιδιαίτερα. Αποφάσισα να το ξαναφτιάξω. Κάθε έργο τέχνης θα πρέπει να μιλά στην εποχή του. Από την άλλη μεριά, ο χρόνος είναι κάτι το εσωτερικό. Τον χρησιμοποιούμε κατά το δοκούν. Για παράδειγμα, ο Ραζής μου ’χει πάρει κοντά στα δεκαπέντε χρόνια.

ΕΡ.: Ποιος είναι τελικά ο Αλέξης Ραζής;

ΑΠ.: Κάθε γενιά έρχεται αντιμέτωπη μ’ ένα πρόβλημα. Η δική μου είχε τη δικτατορία. Όμως ύστερα από το Πολυτεχνείο σε κάποιους από εμάς άρχισαν οι πολιτικές απογοητεύσεις. Αν έψαχνες βαθύτερα, καταλάβαινες ότι δεν ήταν μόνο πολιτικά τα αίτια. Κάπου δεν μας πήγαινε όλη αυτή η ιστορία. Από το ’74 και έπειτα έγινε μια αλλαγή η οποία δεν αφορούσε στο «Αριστερά-Δεξιά» ή στο «έπεσε η χούντα». Ήταν παγκόσμια. Τα κινήματα δεν μπορούσαν να την παρακολουθήσουν. Άνθρωποι άρχισαν να μαραζώνουν. Βρεθήκαμε μπροστά σε αδιέξοδα. Γι’ αυτά ακριβώς ήθελα να γράψω. Μέσα στο βιβλίο  Η ιστορία ενός δικού μας ανθρώπου υπάρχουν διάφορα πρόσωπα. Το καθένα ακολουθεί δική του πορεία. Ο ένας παραμένει κινηματικός, ο άλλος απορρίπτει οτιδήποτε πέραν της τέχνης, ο άλλος κοιτά να φτιάξει τη ζωή του κ.λπ. Ο Ραζής προέρχεται από αριστερή οικογένεια. Ο πατέρας του έχει υπογράψει για να βγει, τονίζοντας την απογοήτευσή του από τους πρώην συντρόφους. Ο Ραζής λοιπόν κουβαλά μια πίκρα από τα γεννοφάσκια του. Πέφτει πάνω σ’ ένα δάσκαλο, επίσης δηλωσία, που έχει παραιτηθεί από τα κινήματα και τελικά τον διαμορφώνει. Πιστεύει σε μια τέχνη που δεν δείχνει απολύτως τίποτα. Όλα αυτά περνούν απευθείας στον Ραζή, ο οποίος ό,τι κι αν κάνει, επειδή είναι ευφυής, βλέπει το τέλος. Και από αλλεπάλληλες ματαιώσεις, κάπου το χάνει. Ο Ραζής έχει ικανότητες. Αισθάνεται πως ό,τι κι αν κάνει, αυτό δεν βγάζει πουθενά. Η κατάρρευση ακολουθεί, η παρατεταμένη μελαγχολία. Αφού πρώτα έχει γίνει ο καταλύτης της οργάνωσης.

ΕΡ.: Πολλά μέλη των αντιδικτατορικών οργανώσεων είτε κατέληξαν στη σιωπή είτε στην τρέλα, και άλλα εντάχθηκαν ωραιότατα μέσα στο «σύστημα». Το βιβλίο περιγράφει τις παραπάνω κοινωνικές συμπεριφορές νομίζω.

ΑΠ.: Ναι, δείχνω πώς κατέληξαν αυτοί οι άνθρωποι. Ο καθένας πήρε διαφορετικό δρόμο. Μια γενιά που τα ζήτησε όλα, τα έχασε όλα και, μάλιστα, μερικούς δεν τους ένοιαξε καν. Αυτό ήθελα να το πω.

ΕΡ.: Όταν λέτε «η γενιά μου», τι σας έρχεται στο νου;

ΑΠ.: Οι ιδέες μας, τα βιβλία μας, τα έργα που είδαμε, οι διαδηλώσεις στις οποίες πήγαμε, οι διασπάσεις τις οποίες περάσαμε. Όλα αυτά μαζί. Τελικά δεν ξέρω αν χάθηκε κάτι ή δεν το είχαμε από την αρχή. Επηρεασμένη από το Υπόγειο του Ντοσκογιέφσκι, θα πω ότι ο καθένας μέσα του ή οι περισσότεροι θρέφουν ένα ποντίκι. Ένα βλαβερό άνθρωπο. Σε όλες μας τις προσπάθειες πρέπει να μπαίνει και η διάσταση «άνθρωπος». Όχι μόνο οι οικονομικοί όροι.

ΕΡ.: Η τωρινή συγκυρία έχει ως κύριο γνώρισμα τη σιωπή. Πιστεύετε ότι η περίοδος της διεκδίκησης έχει παρέλθει;

ΑΠ.: Όχι, δεν το πιστεύω καθόλου. Όπου υπάρχει καταπίεση, θα υπάρξει και αντίσταση. Θυμάμαι όμως ότι με τον πόλεμο του Βιετνάμ και παλιότερα με την Κύπρο κοντεύαμε να σκοτωθούμε. Τώρα που καταστρέφεται ο μισός πλανήτης και η Ευρώπη μαζί, δεν κουνιέται φύλλο. Πού είναι το αντιπολεμικό κίνημα; Αυτό το βρίσκω πολύ περίεργο. Λείπει η μαζικότητα και η μετάδοση ιδεών και διεκδικήσεων από χώρα σε χώρα. Γύρω μου προσλαμβάνω μια στεναχώρια. Ο κόσμος δεν ξέρει πού θα στηρίξει τις ελπίδες του. Κι αυτό είναι πάρα πολύ σοβαρό. Καθόμαστε και περιμένουμε να πέσουν τα πράγματα στο κεφάλι μας. Όπως στον Ηλίθιο. Τα τελευταία χρόνια ένιωσα ξανά το διαχασμό, όπως στον Εμφύλιο. Δεν είναι καλό. Μας βγάζει στο πουθενά.

 

978-960-03-5941-1b

 

 

Eγγραφείτε στο Newsletter των Εκδόσεων Καστανιώτη και
ενημερωθείτε για όλες τις νέες εκδόσεις και προσφορές μας.

Menu
ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ