Επιμένω να γράφω εκμαιεύοντας από την πραγματικότητα εκείνο το άπιαστο, το από πίσω, που συνοδεύει το εκάστοτε συμβάν. Ένα σκαλοπάτι, ένας χαιρετισμός, ένα αεράκι που ανάδευε ένα φόρεμα, το παράστημα ενός νέου που περπατά βιαστικά, τα φλογισμένα μάτια μιας νέας ήταν οι διαρκείς πρωταγωνιστές. Δεν αναρωτιόμουν ποιοι ήταν και πού πήγαιναν, εγώ άνοιγα δρόμους. Εγώ τους οδηγούσα παρορμητικά και σχεδόν εν αγνοία μου.
Η φαντασία και τα αισθήματά μας, τι άλλο έχουμε πιο δικό μας από τα αισθήματα, αυτά βοηθούν στο άνοιγμα του εσωτερικού μας κόσμου. Είναι ο έρωτας για τη ζωή. Τη ζωή που την περιορίζει αφόρητα η πραγματικότητα. Και τότε έρχεται η φαντασία και εναποθέτει τα αυγά της στην πραγματικότητα να τα γονιμοποιήσει.
Τα πρόσωπα του Forever είναι εντελώς φανταστικά, τα βιώματά τους είναι κυρίως μυθοπλασία, αλλά πατούν στις στέρεες βάσεις των αιώνιων βιωμάτων που κουβαλούμε όλοι μέσα μας. Ξέρουμε καλά τη γεύση της αγάπης, του μίσους, του έρωτα, της λαγνείας, της απόρριψης, της εξουσιομανίας και όλων των παρομοίων. Και όπως τα αξιώματα στα μαθηματικά που πάνω στους κανόνες τους λύνεις χιλιάδες προβλήματα, δεν έχω παρά να επενδύσω κάτι από τα παραπάνω σε κάποιο φανταστικό πρόσωπo και να τεντώσω τα όριά του, εκμαιεύοντας την εσωτερική αφήγηση του άγνωστου εαυτού.
Η αιώρησή μου στο ασυνείδητο, στο άχρονο και το αχανές, το διαρκώς μεταβαλλόμενο, μου ξεδίπλωνε την ανθρώπινη ιδιοσυγκρασία, τις πτυχές κάθε προσωπικότητας, με τις πλούσιες ιδιότητες του καλού και του κακού, της ιδιοφυίας και της βλακείας, που δημιουργούσε δράσεις χωρίς κανόνες και σχεδόν χωρίς ποινές.
Είναι λάθος να ταυτίζουμε τα πρόσωπα του βιβλίου με τον συγγραφέα, όπως πολύ κατατοπιστικά λέει ο Άμος Οζ στην Ιστορία αγάπης και σκότους (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2004, σελ. 49):
«Η έκταση που ο καλός αναγνώστης προτιμά να διανύσει διαβάζοντας καλή λογοτεχνία δεν είναι η σχέση ανάμεσα στο κείμενο και τον συγγραφέα, αλλά η σχέση ανάμεσα στο κείμενο και στον ίδιο: όχι “πράγματι ο Ντοστογιέφσκι λήστεψε και δολοφόνησε γριές χήρες όταν ήταν ακόμα φοιτητής;” αλλά εσύ, αναγνώστη, πρέπει να βάλεις τον εαυτό σου στη θέση του Ρασκόλνικοφ, για να νιώσεις μέσα σου τη φρίκη και την απελπισία, και την κακοήθη αθλιότητα […] για να κάνεις την εξίσωση […] όχι ανάμεσα στη μορφή της αφήγησης και τα διάφορα σκάνδαλα στη ζωή του συγγραφέα, αλλά ανάμεσα στη μορφή της αφήγησης και του δικού σου εγώ […]».
Πιστεύω πως η Ελευθερία στην Τέχνη είναι η έμπνευση. Είναι το απρόσμενο που έρχεται εκτός σύμπραξης της λογικής. Είναι αυτό που οι αρχαίοι έλεγαν «Εξαίφνης». Απροσδόκητα. Αιφνίδια. Μέσα σ’ αυτό η ανθρώπινη φύση ξεγυμνώνεται αποκαλύπτοντας πως η Φαντασία και ο Έρωτας έχουν τη δική τους ηθική και τη δική τους γλώσσα. Και η γλώσσα ξέρει για μας περισσότερα από μας. Απ’ αυτήν ξεπηδούν τα όντα που φωλιάζουν μέσα μας. Οι λέξεις της μεταμορφώνουν πρόσωπα, πράγματα, πόλεις χώρες, φύση, δημιουργώντας κόσμους ανοιχτούς και ελεύθερους, διευρύνοντας τα όρια της ύπαρξής μας. Κόσμους φανταστικούς που η πραγματική μας ζωή δεν τους φτάνει!
Το Forever μιλάει γι’ αυτά που συμβαίνουν τώρα (και πάντα) στον κόσμο. Ποιος είναι ο άνθρωπος σήμερα; Η φρενήρης εμμονή στο σεξ, που εξοβελίζει το συναίσθημα, η υπακοή στη ρευστότητα των επιθυμιών, οδηγούν σε ένα πλαστό «εγώ» που τρέχει αφηνιασμένο πίσω από τη λεγόμενη πρόοδο, τη διαρκή αναδόμηση του εαυτού σε έναν χάρτινο γίγαντα.
Το «για πάντα» αφορά την επανάληψη της φρίκης των πολέμων, των ανθρώπινων δεινών, τα πάθη, τη βία, την καταπάτηση της αξιοπρέπειας και της ζωής. Ποια είναι η ανθρώπινη ταυτότητα; Ποιο είναι το πρόσωπό του; Και δίπλα σε όλα αυτά, τα προσωπικά τραύματα που σφραγίζουν τραγικούς χαρακτήρες.
Επιμένω στον έρωτα γιατί πιστεύω πως η δύναμή του ανανεώνει τον κόσμο, κάτι που είναι θεία ιδιότητα. Και καθώς εμπλέκεται με το σεξ, είναι το αντικλείδι για να ανοίξουμε το δαιδαλώδες της ψυχής και των ενστίκτων και να αποφασίσουμε ίσως αν θα ρισκάρουμε ή όχι να βυθιστούμε στον βυθό τους. Και ο κίνδυνος αυτός έχει μια φονική γοητεία. Στο χέρι σου είναι –ή δεν είναι;– πόσο θα την τιμήσεις, δεν πρέπει όλο αυτό να μετατραπεί σε λαγνεία.
Κατ’ εμέ η Λογοτεχνία, οι Τέχνες γενικά, πρέπει να είναι εναντίον του κατεστημένου, ακόμα και εναντίον του εαυτού, να φέρνει προβληματισμούς που μας βοηθούν να καταλάβουμε τον εαυτό μας και τους άλλους. Η προσπάθεια αυτογνωσίας, η ρήξη των ορίων, η δύναμη των αντιθέσεων και η διαρκής πάλη ανάμεσα στο καλό και το κακό που κουβαλά μέσα του ο άνθρωπος. Μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο, καθένας έχει ένα μερίδιο που του ανήκει. Η Τέχνη είναι κάτι σαν έρωτας της μοναδικότητας κάθε ατόμου. Ένα είδος δικαιοσύνης του μαρτυρίου του.
