Χριστούγεννα στην Κινέτα: η Ιωάννα Καρυστιάνη στο “The Markaz Review”

Ένα ελληνικό διήγημα ταξιδεύει στο διεθνές λογοτεχνικό τοπίο, μεταφέροντας μαζί του την ατμόσφαιρα των γιορτών και τη σιωπηλή ένταση της ανθρώπινης εμπειρίας. Η «Κινέτα» της Ιωάννας Καρυστιάνη, σε αγγλική μετάφραση, δημοσιεύεται στο The Markaz Review, επιβεβαιώνοντας τη διαχρονική δύναμη της ελληνικής πεζογραφίας να συνομιλεί με τον κόσμο.

Με χαρά υποδεχόμαστε τη δημοσίευση του διηγήματος «Κινέτα» της Ιωάννας Καρυστιάνη στο έγκριτο λογοτεχνικό περιοδικό The Markaz Review, σε αγγλική μετάφραση της συγγραφέως και τακτικής συνεργάτιδας του περιοδικού Νεκταρίας Αναστασιάδου.

Σε μια αφήγηση όπου η απλότητα των ανθρώπινων στιγμών διασταυρώνεται με βαθιές υπαρξιακές αποχρώσεις, η «Κινέτα» γίνεται το σκηνικό μιας χριστουγεννιάτικης ιστορίας που μιλά για την επαφή μεταξύ ανθρώπων, τη μνήμη, τη μοναξιά και την ελπίδα σε αβέβαιους καιρούς— στοιχεία που χαρακτηρίζουν το έργο της Ιωάννας Καρυστιάνη διαχρονικά.

Η «Κινέτα» συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο Καιρός σκεπτικός (Εκδόσεις Καστανιώτη 2011), μια συλλογή με διηγήματα που διαδραματίζονται τις μέρες των Χριστουγέννων, για να αναδείξουν όμως τα αδιέξοδα, τις μικρές και μεγάλες αγωνίες του σύγχρονου ανθρώπου.

Η δημοσίευση του διηγήματος στο The Markaz Review αποτελεί σημαντική στιγμή για την ελληνική γραφή στο εξωτερικό και μας υπενθυμίζει γιατί η λογοτεχνία παραμένει μια διεθνής γλώσσα επικοινωνίας και συνάντησης ιδεών.

https://themarkaz.org/christmas-in-kineta-a-story-from-greece/

Κινέτα

― Με τα φετινά, πέρασα τα διακόσια.

― Κάθε χρόνο πετάμε λεφτά σε καμήλες και προβατάκια.

― Άσε με να ξαναγίνομαι παιδάκι. Λίγες μέρες είναι αυτές.

― Μα σ’ αρέσουν αυτά τα πλαστικά σκατουλάκια; Πάρε λούτρινα, κρυστάλλινα, πορσελάνινα, κεραμικά.

― Από πότε απέκτησες γούστο;

― Έχω την ευθύνη του ταμείου.

― Ο νους σου στην επένδυση.

― Ευτυχώς που μου κόβει.

― Αγαπώ τα παρακατιανά πραγματάκια. Μόνον τους όμορφους αγαπάς εσύ;

― Άντε στον καθρέφτη και θα ’χεις πληρωμένη απάντηση.

Η μικρή ροτόντα είναι άκρη στην τζαμαρία του καθιστικού. Το μεταξωτό τραπεζομάντιλο έχει το χρώμα της ερήμου. Το κοντό ψάθινο ελατάκι, στολισμένο με κόκκινες μπάλες, στέκεται στη μέση και κάτω από τα χαμηλά κλαδιά στη βάση του κάθεται μια φάτνη από παπιέ μασέ, από παπιέ μασέ και ο Ιωσήφ, η Παναγία και το θείο βρέφος, τους έχουν ­από χρόνια. Γύρω αναπτύσσονται καμήλες, κατσίκες, αρνάκια, πουλαράκια, ελαφάκια, γουρουνάκια, κότες, σκυλιά, γατιά και ο Τόλης αγωνίζεται να τα στριμώξει όλα, το τραπέζι δεν παίρνει με άνεση τα διακόσια κομμάτια του ζωοπάζαρου, χωρούν τσίμα-τσίμα.

Μεγάλος άνθρωπος είναι, δεν παριστάνει τον μπέμπη, απλώς επιτρέπει στον εαυτό του αυτή τη μικρή χαρά, που βαστάει δέκα μέρες. Στο κάτω-κάτω υπάρ­χουν μαντράχαλοι ασπρομαλλιάδες που ξαπλώνουν στα πατώματα, βάζουν ράγες και παίζουν τρενάκια μπουσουλώντας και μανιακοί συλλέκτες που δίνουν χρήμα και χρόνο να στήνουν καθημερινά τα χίλια μολυβένια στρατιωτάκια τους σύμφωνα με τα επιτελικά σχέδια της μάχης του Αούστερλιτς.

Του περνάει βέβαια από το μυαλό πως ειδικά απόψε το βράδυ μπορεί να παρεξηγηθεί, αλλά προτιμά να είναι επιτέλους ο εαυτός του, ναι, στο κρίσιμο δείπνο, παρά το δικαιολογημένο τρακ, θα είναι ο εαυτός του.

Κοιτάζει γύρω του, το σαλόνι τακτοποιημένο, τα καλύμματα στους καναπέδες καθαρά, τα μαξιλαράκια για τη μέση άφθονα και φουσκωτά, στο τραπεζάκι τα μπολάκια με πολύ μαλακά σοκολατάκια και πολύ αφράτα κουραμπιεδάκια, στους τοίχους, μετά την αφαίρεση δύο κορνιζωμένων φωτογραφιών, όλα δείχνουν κατάλληλα για την περίσταση και άλλωστε σε δεσπόζουσα θέση, πάντοτε ακλόνητη στο άσπρο ντουβάρι της, υπάρχει η μεγάλη εικόνα από τη Μονή Μεγίστης Λαύρας.

Φτάνουν τα κατακόκκινα γεράνια στα τρία βάζα; Φυσικά και φτάνουν, δε χρειάζεται να αγοράσουν τα αλεξανδρινά των ημερών, καλύτερα λουλούδια μόνον από τον κήπο τους, πολύ φροντισμένο, με σήμα κατατεθέν τα γεράνια, ολοχρονίς φορτωμένα άνθη, οι ρίζες στα παρτέρια ογδόντα.

Κλείνουν τριάντα χρόνια στην Κινέτα, μονοκατοικία στα ψηλά, με θέα στη θάλασσα, που ποτέ δε μένει άδεια από πλοία. Ιδίως τις χειμωνιάτικες νύχτες, σ’ αυτή τη γωνιά της Αττικής με τις εξοχικές κατοικίες που μένουν κλειστές, τα φωτισμένα βαπόρια βαδίζουν στο σκοτάδι και κάνουν πιο φιλική τη νύχτα και την απομόνωσή τους.

Η ιδέα της Κινέτας τους είχε έρθει από τη Ζωζώ Σαπουντζάκη, που με τη βίλα της εκεί έκανε το μέρος γνωστό στο πανελλήνιο. Τόλης και Μίλτος ψάχνανε κάτι λίγο πιο έξω από την Αθήνα, χωρίς πολλά-πολλά με γείτονες, να μη δίνουν στόχο. Ήταν η επο­χή που τους ανάγκαζε να γίνονται καχύποπτοι, να αμύνονται, να απομακρύνονται από την παρακολούθηση, τη ρουφιανιά και τα σχόλια του κόσμου.

Γεμίσανε παραξενιές βέβαια, το τίμημα. Ωστόσο αντέξανε, βρήκαν τον τρόπο.

Ώρα έντεκα και είκοσι, ο Μίλτος, σήμερα ακόμη πιο υποχόνδριος με την τάξη, ξανακάνει το μπάνιο, καινούργιο κρεμοσάπουνο, αποσμητικό χώρου, καλοσιδερωμένες πετσέτες, τέλειο, τον επιβραβεύει ο Τόλης και πιάνει να νοσταλγεί φωναχτά.

― Δεν είχαμε λουτροκαμπινέ. Το αναγκαίο ήταν έξω από το σπίτι. Τούρκικη λεκάνη. Περνούσα ώρες καθιστός, να ταλαντεύομαι πάνω στα καννιά μου και να ονειροπολώ.

― Καημένο μου.

― Όχι και καημένο. Υπέροχα. Ονειροπολούσα σου λέω.

― Μεγαλεία.

― Άραγε, οι τούρκικες λεκάνες είναι καλύτερες από τις τωρινές;

― Όταν εγώ σε παρακαλούσα να πάμε στην Τουρκία, έλα, Τόλη μου, να μας πάει η Κορομηλά να προσκυνήσουμε τα ματωμένα χώματα, αυτή ξεθεώνει κόσμο, μου ’λεγες, ατελείωτες ξεναγήσεις, ορειβασία, πεζοπορία και πούλμαν σε γκρεμούς. Τώρα, τι να μας κάνει μια τούρκικη λεκάνη;

― Θα ονειροπολούμε.

― Είσαι εξήντα και όχι έξι. Έτσι και κωλοκαθίσεις δε θα ξανασηκωθείς.

― Φύγε. Τώρα αμέσως. Αλλά όχι μακριά, μόνο πέντε μέτρα.

Στα πέντε μέτρα είναι η κουζίνα, το βασίλειο του Μίλτου, με υπηκόους τις πάντα νομοταγείς κατσαρόλες του.

Στον πάγκο τα πρωινά ψώνια, από το ίδιο σούπερ-μάρκετ μέχρι θανάτου, παρκάρουν ξεπαρκάρουν στα τυφλά. Στο φωτεινό παράθυρο ένα μακρινό καράβι. Στέκεται, το κοιτάζει να πλέει αργά και αγαλλιάζει, αγαπά πολύ τα περαστικά πλοία, αρκεί να μην είναι πολεμικά, τις ψιχάλες του Σεπτεμβρίου, αρκεί να έχει μαζέψει την απλωμένη μπουγάδα του, και τα ωδικά πτηνά, άνευ όρων, όταν ψόφησε η καρδερίνα τους το πήρε βαριά.

― Για απόψε, τι λες, θα μελαγχολήσουμε πριν ή μετά; Έλα να το κανονίσουμε, φωνάζει του Τόλη.

― Απόψε θα βάλουμε τα δυνατά μας να μη μελαγχολήσουμε. Θα φάμε, θα πιούμε, θα πούμε ευχές και κόσμια αστεία.

― Λέω να κάνω την ασιατική σαλάτα που διάβασα στο αεροπλάνο, στο περιοδικό της TWA.

― Για μένα είσαι ένα με τη λαχανοσαλάτα. Δε ρισκάρω να γνωρίσω άλλη πλευρά σου.

Οι επόμενες ώρες κυλούν στην αναμονή της μεγάλης βραδιάς. Παρασκευή, 24Δεκεμβρίου 2010, ανοίγουν το σπίτι τους για ένα ρεβεγιόν που γεμίζει τις καρδιές τους με αγωνία και συγκίνηση, οπότε τσεκάρουν κάθε γωνίτσα, ραφάκι, πετσετάκι, χαλάκι, ξανατσεκάρουν τα υλικά για το μενού, πάνε κι έρχονται για όλα αυτά που περνούν από το χέρι τους, να μειώσουν τις πιθανότητες για μια αφορμή που μπορεί να χαλάσει τη διάθεση.

Ο Τόλης εξετάζει τα σιντί και επιλέγει αυτό που πρέπει, δε θ’ αφήσει στην τύχη την ηχητική υπόκρουση.

Ο Μίλτος αλλάζει τα κόκκινα με λευκά γεράνια στο μικρό ανθοδοχείο δίπλα στην ασημένια κορνιζούλα με τη φωτογραφία του μακαρίτη πατέρα του, πάντοτε φτιάχνει ωραιότερα τα βάζα όταν προσεύχεται από μέσα του.

Ο Τόλης φρεσκάρει τους λιγάκι τσαλακωμένους φιόγκους στα δύο πακέτα με τα δώρα.

Ο Μίλτος μετράει κατοστάευρα και βάζει από δέκα σε δυο φακέλους, τους κλείνει με σάλιο.

Κινούνται με ακρίβεια και σβελτάδα σαν κουρντισμένοι κι ενώ η μια μετά την άλλη οι δουλειές τελειώ­νουν, αντί να πάρουν ανάσες, η υπερένταση μεγα­λώνει.

― Το κούρεμά μου είναι εντάξει; Ο Τόλης ανήσυχος περνάει την παλάμη στα κοντά του μαλλιά.

― Ρουβάς.

Κάθονται για λίγο, μια μικρή ανάπαυση ανακεφαλαίωσης σκέψεων στο μυαλό του καθενός. Φαίνεται στα πρόσωπά τους, στα μάτια τους πως η σημερινή μέρα επιβάλλει την αναδρομή στα παλιά.

Στα εξηνταφεύγα τους, συνταξιούχοι πλέον.

Ο Τόλης, σαράντα χρόνια λογιστής σε πολυκατάστημα νεωτερισμών, ξεκομμένος από την οικογένειά του, η μισή ευθύνη δική του, η άλλη μισή δική τους.

Ο Μίλτος, ομογενής από το Σικάγο, εκεί από τα δέκα του, πιασμένος καλά με δικό του ζαχαροπλαστείο, που προτού κλείσει τα τριάντα του το πούλησε, αποχαιρέτισε τους ψυχρούς θετούς γονείς και γύρισε στην Ελλάδα για να βρει κλειστή την πόρτα του πατρικού σπιτιού.

Ο Κολωνός και ο Ασπρόπυργος απαγορευμένες ζώνες, η Κινέτα ένα καταφύγιο, για να μην τους πετροβολούν οι νταγκλαράδες εκείνα τα σκληρά χρόνια και για να μπορούν να ζουν τη ζωή που αποφάσισαν.

Ζωή μαζεμένη, οι γνωστοί σε απόσταση, κάνα δυο χάθηκαν οριστικά όταν οι γιοι τους μπήκαν στην εφη­βεία. Όσο έφευγαν οι τρίτοι μακριά, τόσο δένονταν οι δύο πιο πολύ, συνταιριάζοντας μέρα τη μέρα τις διαφορές του χαρακτήρα τους. Ο ένας σπάταλος, χαζορομαντικός, παραπονιάρης, ο άλλος οικονόμος, τετράγωνος, αστείος και ατσίδα στην πρόληψη εκτροπών προς υστερίες και κλάματα.

Στις αναπόφευκτες κρίσεις βρήκαν ένα βολικό τύπο διαλόγου ανάμεσα σε καβγά και πλάκα κι ένα λυ­τρωτικό τύπο σιωπής ανάμεσα σε πόλεμο και ειρήνη. Με τον καιρό, μπαρουτοκαπνισμένοι και οι δυο, κρεμούσαν ο ένας στο πέτο του άλλου τους Μεγαλόσταυ­ρους της καρτερίας και τους Φοίνικες του αυτοσαρκασμού, δηλαδή καμιά γαρδένια, κάνα στιλπνό νερατζόφυλλο.

Τους βοήθησε πολύ η θέα, να κάθονται ήσυχοι στη βεράντα και να κοιτούν με τις ώρες.

Βοήθησαν και τα αστυνομικά μυθιστορήματα που διάβαζαν παρέα, όχι επειδή αγαπούσαν τις δολοφονίες και τα μυστήρια, αλλά επειδή λάτρευαν τους ντετέκτιβ που τρώνε όλο κλαμπ σάντουιτς.

Βοήθησαν τέλος και τα τραγούδια, στίχοι και μελωδίες απόθεμα καρδιάς.

Μεσημέριασε, ο Τόλης κηρύσσει τη λήξη του σιωπητήριου με ένα σιντί, Αθήνα, άσπρες μαρμαροκολόνες, της Ακρόπολης τα κρίνα, και φέρνει ψωμοτύρι για δύο.

― Μίλτο, μπορείς να φανταστείς την Ελλάδα χωρίς τη Μούσχουρη;

― Την πήρε η Βουλγαρία;

― Δεν αγαπάς τις μεγάλες φωνές όσο εγώ. Ζηλεύεις;

― Τη Μοσχολιού την έχω συμπεριλάβει στην προσευχή μου.

― Να την έχει ο Θεός γερή;

― Να είναι ελαφρύ το χώμα που τη σκεπάζει. Έχομε περάσει ωραία με τα τραγούδια της.

Ακούνε, τρώνε, μαζεύουν, ξαναστρώνονται.

Προετοιμασία του φαγητού και του επιδόρπιου, διά χειρός Μίλτου, πλύσιμο του ξαναπλυμένου αυτοκινήτου, δουλειά του Τόλη αυτό, αυτός οδηγεί, αυτός θα πάει απόψε να φέρει τα κορίτσια.

Η ώρα περνά, το φως πέφτει, το παντεσπάνι μοσχοβολάει, το άγχος μεγαλώνει.

Με το μαύρο ιταλικό κοστούμι του και τα καλοβερνικωμένα παπούτσια του, έτοιμος για την πόρτα ο σοφέρ, την τελευταία στιγμή δειλιάζει, χλομιάζει, κάθεται σε μια καρέκλα, ζητάει λίγο νερό.

― Είναι πολύ τρομερό, άραγε, που δεν υπήρξα τολμηρός και γενναίος; ρωτάει κι αναρωτιέται.

― Καραϊσκάκης εννοείς;

― Μήπως προσέβαλα τη ζωή έτσι όπως την πέρασα, καθισμένος στ’ αβγά μου;

― Τόλη, δυο πούστηδες είμαστε. Δεν είμαστε Τζέιμς Μποντ.

― Βλάψαμε κανέναν;

― Ούτε κουνούπι.

― Μας έβλαψαν;

― Μας δάγκωσαν τόσοι σκορπιοί.

― Θα πάει καλά το αποψινό με τα κορίτσια; Δίνουμε εξετάσεις.

― Η Παναγία είναι με το μέρος μας.

― Ώρες-ώρες τη φοβάμαι αυτήν.

― Ελεούσα τον ένα και τον άλλον είναι. Εμάς θα εξαιρέσει; Μερικές φορές τη νιώθω δίπλα μας.

― Πώς δηλαδή;

― Στο Όπελ. Σου θυμίζει και βγάζεις εγκαίρως το φλας.

Όταν ο Τόλης έφυγε, ο Μίλτος άναψε όπως κάθε μέρα το καντήλι στην κάμαρά του, σήκωσε λίγο το καλοριφέρ, έστρωσε το τραπέζι για τέσσερις και τελευταία στιγμή του έκοψε να φέρει δυο κλαδιά από την ανθισμένη μυγδαλιά τους, σίγουρος ότι θα έκαναν καλή εντύπωση, του άρεσαν κι αυτουνού τα απαλά ροζ λουλουδάκια, θα έδιναν έναν τόνο αλαφράδας και αθωότητας, θα έσπαγαν και την πολλή ασπρίλα του τραπεζομάντιλου και του σερβίτσιου.

Στις οκτώ στεκόταν στην πόρτα, ντυμένος επί­σημα.

Το μάτι στο ρολόι του, το αφτί του στους ήχους των λιγοστών αυτοκινήτων.

Στις οκτώ και δέκα, όταν φάνηκε το Όπελ, λύγισε, έπεσε στα γόνατα.

Έτσι υποδέχτηκε τις δύο γυναίκες που ο Τόλης έβγα­λε από το αμάξι προσεκτικά και τις οδήγησε ν’ ανεβούν σιγά-σιγά τα τρία σκαλοπάτια.

Πρώτα έσφιξε με τα δυο του χέρια το δεξί χέρι
της μάνας του και δάχτυλο-δάχτυλο το φίλησε πέντε φιλιά.

Μετά φίλησε το χέρι της μάνας του Τόλη.

Θα ήθελε να μείνει έναν ολόκληρο χρόνο ευλαβικά γονατισμένος, να χαϊδεύει, να φιλάει και να συγχωρεί αυτά τα πολύ γέρικα πια χέρια.

Σηκώθηκε με κόπο, πέρασαν μέσα, ο καθένας βόλεψε στοργικά τη δική του μάνα στην προαποφασισμένη πολυθρόνα. Με τις δυο μαυροφορεμένες γερόντισσες, βουρκωμένες και σαστισμένες, η μάνα του Τόλη να βαστάει την καρδιά της, η μάνα του Μίλτου να σφίγγει το τσεμπέρι της, το σαλόνι μύρισε οικογένεια.

Α, πόσο τις επιθυμούμε τις μαμάδες, ακόμη κι αν κάνομε πως τις ξεχάσαμε, αν βγήκαν από τη ζωή μας λόγω θεμάτων ή θανάτου, η μαμά του καθενός, στη σκέψη του ένας Κολοσσός της Ρόδου.

Όσο ζούσαν οι πατεράδες τους, που είχαν διαγράψει τους γιους-ντροπή, τις βλέπανε κλεφτά. Μετά κάπως περισσότερο, πάντα με αμηχανία και πάντα χώρια.

Απόψε, με καθυστέρηση δεκαετιών, γνωρίστηκαν οι δυο μανάδες και κυρίως καθεμιά της είδε από κοντά τον άνθρωπο του παιδιού της, συστάσεις χωρίς λόγια, με μια απλή χειραψία κι ένα χαμηλωμένο βλέμμα.

Η ιδέα του δείπνου ήταν του Τόλη, τις τελευταίες εβδομάδες πότε έβλεπε στον ύπνο του γάμο και γάμος ίσον στενοχώρια, πότε παιδί και παιδί ίσον παίδεψη. Ανοίγεις το πρωί το παράθυρο, λες το κακό όνει­ρο έξω, κατεβάζεις τις γρίλιες, κλείνεις τα τζάμια και όλα εντάξει, οι συμβουλές του Μίλτου, εξπέρ και σ’ αυτά.

Ωστόσο, θυμήθηκαν αναγκαστικά το παλιό ξεφώνημά τους από έναν ξάδερφο-γομάρι, που μόλις μετακόμισαν στην Κινέτα τους έστειλε κουφέτα, θυμήθηκαν και μια πηδιόλα-αρχιλογίστρια, που επειδή δεν έλαβε αριστοκρατικό γαμήλιο δώρο τους έκραξε αδερφάρες, και όσο να ’ναι στενοχωρέθηκαν κάπως και με το θέμα του παιδιού, καημός.

Πες-πες σκέφτηκαν μήπως η κακιά λαχτάρα θα ήταν να πεθάνει τώρα μία από τις γριές τους, ογδόντα έξι του Τόλη, ογδόντα τρία του Μίλτου και τελικά συμφώνησαν πως τα επερχόμενα Χριστούγεννα, μέρες χριστιανικές, τους έδιναν την ευκαιρία να επιχειρήσουν τη συνάντηση, μπας προλάβουν μία επί Γης ειρήνη.

Πώς εξελίχτηκαν τα πράγματα;

Αρχικά γύρω από τη φάτνη. Μετά από τις περισκοπικές ματιές στο νοικοκυρεμένο καθιστικό, οι μα­μάδες τους πήγαν κούτσα-κούτσα και κάθισαν σε δυο καρέκλες γύρω από τη ροτόντα. Σταυροκοπήθηκαν κι έπιασαν να κοιτούν εξεταστικά τα πλαστικά ζωάκια, η μάνα του Τόλη άπλωσε χέρι και σήκωσε ένα πεσμένο αρνάκι, η μάνα του Μίλτου ίσιωσε τον γερμένο Ιωσήφ.

Πάει το πρώτο μισάωρο.

Ακολούθησε το δεκάλεπτο των δώρων. Η μια καλεσμένη βαστούσε δύο ανδρικές κολόνιες, η άλλη έναν μικρό ξύλινο άγιο Παντελεήμονα, για υγεία και καλά στερνά. Άνοιξαν και τα δικά τους, χρήσιμη η ζεστή ζακέτα, χρήσιμη η δερμάτινη τσάντα, χρήσιμα και τα χιλιάρικα, οι γιοι έστελναν τακτικά το φακελάκι, ό,τι μπορούσαν κι ακόμα παραπάνω.

Ανήσυχος για το λογαριασμό στην Τράπεζα, που αδειά­ζει ραγδαία, ας όψεται ο Παπανδρέου, ικανός πια να βουτήξει μέσα από τις τσέπες και τα εικοσάλεπτα για το κερί, ο Μίλτος παραιτήθηκε οριστικά από το τάμα του να κάνει κάποτε το ντουέτο το γύρο του κόσμου μέσω Παναγιών, Πανάγιος Τάφος, Παναγία των Παρισίων, της Λούρδης, της Κομποστέλας, θα μείνουν με τη Μεγαλόχαρη της Τήνου και την Παναγία Σουμελά, στη Βέροια, καλές είναι κι αυτές, πιο οικονομικές.

Στο φαγητό, το κρεατάκι λειώμα, ο πουρές αλοιφή, ενώ είχαν σχέδιο Α΄, να δουν το εορταστικό πρόγραμμα της τηλεόρασης, σχέδιο Β΄, ν’ ακούν ελαφρά τραγούδια του ’50 και σχέδιο Γ΄, να παίζει στο βίντεο μια ταινία της Βουγιουκλάκη, τελικά επιβλήθηκε ­από μόνο του ένα καλύτερο, η σιωπή.

Σιωπηλοί κατάπιαν μερικές μπουκιές κι αφήσαν τα πιρούνια, σιωπηλοί γύρισαν τα κεφάλια προς την τζαμαρία, λες και περίμεναν να κοπιάσουν στο τραπέζι τους τα πληρώματα από τα τρία βαπόρια που ταξίδευαν ίσια μπροστά τους.

Η ιερή σιωπή έσβηνε πια και τα αλλοτινά μηνύματα και τελεσίγραφα των πατεράδων, η γειτονιά με περιγελάει πως έχω γιο συκιά, και, ένας τοιούτος δεν είναι δικό μου αίμα, να τσακιστεί να γυρίσει στο Σικάγο, να τον χαίρονται οι Αμερικάνοι, όπου Αμερικάνοι ήταν ο αδερφός και η νύφη του, άτεκνοι, σπάγκοι και στυφοί, Θεός σχωρέσ’ τους εν τω μεταξύ κι εκείνους.

Η γαλήνη της ωραίας σιωπής από λίγη κάθε μέρα υπάρχει σε όλες τις καλές οικογένειες, σε όλα τα σωστά σπίτια, οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι και να μη μιλούν. Συγκεντρωμένες λοιπόν οι ωραίες χαμένες σιωπές τόσων ετών βρέθηκαν όλες μαζί στο ραντεβού της Κινέτας, δεν επέτρεψαν να ξεφύγουν τίποτα αδέξιες κουβέντες, τα είπαν όλα αυτές και έσπασαν τον πάγο των αισθημάτων.

Αγάλματα οι τέσσερις, δε χόρταιναν αυτή την πονεμένη αγάπη που κατόρθωνε να βγαίνει από τα κλειστά στόματα.

Κατά τις δεκάμισι, ο Τόλης που, ακολουθώντας τη ρητή εντολή του Μίλτου, είχε ίσα-ίσα βρέξει τα χείλη του στο κρασί για να γυρίσει σώα τα κορίτσια στα σπίτια τους, σηκώθηκε, πήρε τα κλειδιά του αμα­ξιού και ακούμπησε απαλά τον ώμο της μάνας του.

― Μια στιγμή, είπε τότε η άλλη γριά.

Έβγαλε από την τσέπη της ένα μικρό πακετάκι τυλιγμένο πρόχειρα σε αλουμινόχαρτο και δεμένο με μια κορδελίτσα.

Το έλυσε, το έγδυσε, ήταν ένα κουτάκι ασπιρίνες, αλλά μέσα δεν είχε χάπια, σε ένα μπαμπακάκι είχε το χρυσό δαχτυλίδι του γάμου της, ο Μίλτος το αναγνώρισε από τη διάφανη γαλάζια πετρούλα, το μόνο κόσμημα της μάνας του, φτηνό, κατά τα οικονομικά του μικροπωλητή και πάντα μπατίρη πατέρα του.

― Για σας, κύριε Τόλη, είπε η γριά και του το πρόσφερε στην ανοιχτή παλάμη της.

Η σκηνή δεν είχε αγκαλιές, φιλιά, λυγμούς, χειροκροτήματα.

Με το δαχτυλίδι στο μικρό δάχτυλο του αριστε-
ρού  χεριού, εκεί χώρεσε τελικά, ο Τόλης έλαμπε, ένιω­θε πατόκορφα ολόχρυσος, γελοίος κι ευτυχισμένος.

Έτσι και παραπάνω ένιωθε και ο Μίλτος, άλα της, η ντιπ αγράμματη μανούλα μου, σκέφτηκε έκπληκτος, παλαβωμένος και πήγε και θυμήθηκε πως όταν ήταν παιδάκι, προτού τον δώσουν, στο πατρικό ακόμη, η μεγαλύτερη επιτυχία της μαύρης ζωής της ήταν να πηγαίνει κάθε Κυριακή στην εκκλησία και να βαστά ανοιχτή μια δανεική Καινή Διαθήκη, που δεν ήξε­ρε να διαβάζει.

Να αγαπιέστε όπως η γαϊδούρα αγαπάει τα παιδιά της, λένε, ευχή σε νιόπαντρους, γιατί η γαϊδούρα είναι η καλύτερη μάνα, αν της πάρουν το γαϊδουράκι σπαράζει στο κλάμα, αν το μωρό της πέσει σε χαράδρα, το ακολουθεί. Δε βγήκε γαϊδούρα η δική του μά­να, κότσια μητρικά έδειξε μόλις τώρα, η χειρονομία της μεγάλη λεβεντιά.

Προσέχει καλά το τωρινό της πρόσωπο και μετράει σε πόσα της μοιάζει, τα γερατειά αποδεικνύουν καλύτερα τα κοινά χαρακτηριστικά. Ίδια η φτενή γαμψή μύτη, ίδιο το σουβλερό πιγούνι, ίδια τα σκληρά σαν βούρτσα γκρίζα μαλλιά, ίδιο το φορτωμένο βλέμμα, αυτό που έχει διαρκώς μπροστά του τα λάθη και τις μπάτσες ολάκερης της ζωής.

Στράφηκε διακριτικά προς την άλλη, και το δικό της βλέμμα δεν πήγαινε πίσω.

Η βραδιά έκλεισε με τέσσερα ευχαριστώ, ένα του καθενός προς όλους, ψιθυριστό, ταπεινό και λυτρωτικό και τελευταία στιγμή μια χούφτα ελαφάκια στη μια, μια χούφτα γουρουνάκια στην άλλη, καλοδεχούμενη προσφορά του Τόλη, να ξεφρακάρει κάπως και η ροτόντα.

Στην κούρσα της διανομής, μπροστά οι άντρες, μεσόκοποι με τα κιλάκια και τις σακούλες στα μάτια, πίσω οι γυναίκες, με όλες τις βαριές ζημιές της ηλικίας, μα γύρω τους, κούκλα απόψε η Αττική, παράδεισος δίχως εχθρούς.

Για να μην το παρασοβαρέψουν και τους πάρουν τα ζουμιά, ας γινόταν αργότερα αυτό με όποιο ξέσπα­σμα ήθελε προκύψει, να αρχίσουν από το άγριο ξυλοφόρτωμα του Τόλη στο πεζικό και να φτάσουν μέχρι την Κορέα και τη θητεία του Μίλτου στο αμερικάνικο αντιτορπιλικό, έξι μήνες με ναυτία και εμετούς, βάλανε ραδιόφωνο, κάνανε γύρα τους σταθμούς. Πολ­λή φλυαρία, εδώ κρυάδες, εκεί μελούρες. Πετύχανε τη Σελίν Ντιόν, ουράνια φωνή, ταμάμ για τη χριστου­γεννιάτικη νύχτα.

Ωραία τα τραγούδια στην ξένη γλώσσα, τους πήγαν Ασπρόπυργο, Κολωνό και πίσω, χωρίς να νικούν το, για σας, κύριε Τόλη, αυτή η τοσοδούλα φράση ολό­κληρο ευαγγέλιο.

Eγγραφείτε στο Newsletter των Εκδόσεων Καστανιώτη και
ενημερωθείτε για όλες τις νέες εκδόσεις και προσφορές μας.

Menu
ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ