Όταν ξεκίνησα να γράφω την τριλογία πριν από δεκατρία χρόνια, είχα συνείδηση ότι γράφω ένα παραμύθι, γιατί δράκοι δεν υπάρχουν να καταδυναστεύουν τόσο απροκάλυπτα τους λαούς και ούτε θα μπορούσα να φανταστώ ότι αντίπαλες ανθρώπινες κοινότητες θα έβρισκαν ποτέ τη δύναμη να ξεπεράσουν το εμπόδιο του διχασμού, να εμπιστευτούν τον ιδεολογικό τους αντίπαλο που βρίσκεται στην ίδια μοίρα με αυτούς, όπως κάνουν οι ήρωες του βιβλίου, και να ενωθούν ειρηνικά σε έναν κοινό και ευγενικό σκοπό.
Και να που οι δράκοι αποκαλύπτονται στην παγκόσμια σκηνή –εδώ, στη γειτονική μας χώρα, στην Αμερική, στη Μέση Ανατολή, στην Ευρώπη– ηθικά απελευθερωμένοι, δεν κρύβουν πλέον τον αμοραλισμό τους, επαίρονται για αυτόν και αλλάζουν το νόημα των λέξεων και των εννοιών.
Ο πόλεμος δεν αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα αλλά ως λύση, ο αυταρχισμός δεν είναι κατακριτέος, είναι αποτελεσματικότητα –αν όχι λεβεντιά–, ο αμοραλισμός δεν είναι ανηθικότητα, είναι ρεαλισμός, και η καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι αναγκαίο κακό.
Ομοβροντία δράκων από τέσσερις ηπείρους και ξαφνικά συμβαίνει εκείνο που ως χθες θεωρούσα παραμυθένιο και αδιανόητο. Άνθρωποι με διαφορετικές πολιτικές πεποιθήσεις, απαντούν στο κάλεσμα για δικαιοσύνη και αλήθεια, και ενώνονται ειρηνικά για να τις διεκδικήσουν. Στη γειτονική μας χώρα το ίδιο, πολιτικοί αντίπαλοι ψηφίζουν τον ίδιο φυλακισμένο υποψήφιο, για να στηρίξουν τη δημοκρατία, το δικαίωμά τους να επιλέγουν. Προσπερνιούνται δηλαδή κομματικά στεγανά και ο κόσμος ενώνεται για να υπερασπιστεί θεμελιώδεις ανθρώπινες αξίες, που μοιάζουν ανυπεράσπιστες σε εποχές επέλασης δράκων.
Όταν η πραγματικότητα επιβάλλεται με τέτοια δριμύτητα και μας βγάζει στους δρόμους, ποιος ο ρόλος της λογοτεχνίας του φανταστικού; Εμείς, οι δηλωμένοι παραμυθάδες, που δεν αναπαράγουμε την πραγματικότητα, έχουμε ρόλο σε αυτό το σκηνικό;
Θα μιλήσω με τα λόγια του λαοκόοντα, τον ήρωα του μύθου μου, στον πρώτο τόμο, όπου ο δράκος εκδηλώνεται σαν καταρρακτώδης βροχή που δεν λέει να σταματήσει. Όταν ο λαοκόων βλέπει τη στάθμη της λάσπης να ανεβαίνει και να πνίγει σπίτια, χωράφια, χωριά, τους λέει: χρειαζόμαστε μια νέα γλώσσα, δεν τους λέει χρειαζόμαστε κουβέρτες. Γιατί όταν ο δράκος ρουφάει το μεδούλι από τις λέξεις κι εκείνες χάνουν το νόημά τους, όπως τώρα, χρειαζόμαστε μια νέα γλώσσα. Και δεν εννοώ φυσικά να αλλάξουμε την υπέροχη ελληνική μας γλώσσα, το αντίθετο, να εξερευνήσουμε τις δυνατότητές της στους συλλογισμούς μας, ως τα πέρατά τους, ώστε να έρθουν στο φως νέες οπτικές, που θα αναζωογονήσουν την έμπνευσή μας.
Οι λέξεις είναι τα εργαλεία της τέχνης μας και, για να δονούνται από ζωή στα κείμενά μας, είναι ανάγκη να τις επανεφεύρουμε. Αυτή είναι η μεγαλύτερη πρόκληση, κατά τη γνώμη μου, της λογοτεχνίας του φανταστικού στην καινούργια εποχή, αν όχι της λογοτεχνίας γενικότερα. Η αναγέννηση της έκφρασης.
