Ιερώνυμος Λύκαρης: Η αθέατη όψη των ταξικών πολέμων

Ο Ιερώνυμος Λύκαρης γεννήθηκε στην Αθήνα. Κατά καιρούς έκανε διάφορες σχετικές και άσχετες με το γράψιμο δουλειές. Πρωτοεμφανίστηκε στην αστυνομική λογοτεχνία στο δεύτερο τόμο των Ελληνικών εγκλημάτων (2008) με το διήγημα «Κανένα έλεος για τους καλύτερούς μας φίλους». Στον τρίτο τόμο (2009) δημοσιεύτηκε το «Πάσα θανάτου», ενώ στον τέταρτο τόμο (2011) το «Face control». Το 2011 εκδόθηκε το πρώτο του μυθιστόρημα Το ρομάντζο των καθαρμάτων, στο οποίο αναδεικνύονται ως φάρσες και τραγωδίες οι πολυδαίδαλες σχέσεις του οργανωμένου εγκλήματος με επιχειρηματίες, δημοσιογράφους και πολιτικούς. Η κριτική το χαρακτήρισε «άρτιο από κάθε άποψη», «αφηγηματικά απολαυστικό», μια «συμβολική βιογραφία της ελληνικής διαφθοράς», «επίκαιρο όσο δεν παίρνει». Ακολούθησε το πολιτικό νουάρ μυθιστόρημα Μαύρα κουφέτα (2013), «ένα ρέκβιεμ για τη χαμένη ουτοπία 
του 20ού αιώνα», το οποίο η κριτική επίσης υποδέχτηκε ως «άρτιο υπόδειγμα αστυνομικού μυθιστορήματος», όπου «το σασπένς βγαίνει από τις κοινωνικές μεταλλάξεις […] και οι ανθρώπινες συγκρούσεις έχουν ως κινητήρια δύναμη τις ιδεολογικές καταβολές των ηρώων». Η ζήλια είναι μαχαιριά (2014) ήταν η πρώτη από μια σειρά μαύρων κωμωδιών, στην οποία κινητήρια δύναμη και καταλύτης των ανθρώπινων πράξεων είναι κάθε φορά ένα από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα. Το Άπληστε κόσμε, κάλπικε (2015) ήταν το δεύτερο βιβλίο της σειράς αυτής.

Το τελευταίο του μυθιστόρημα με τίτλο Άκου, πτώμα, να μαθαίνεις είναι ένα σκληρό αστυνομικό, με στοιχεία μαύρου χιούμορ. Θα σας συναρπάσει με πολλούς τρόπους. Η παρακάτω κουβέντα μας είναι ενδεικτική τόσο για το περιεχόμενο, όσο κυρίως για το απαράμιλλο στυλ, που αναδεικνύει την πολιτική σκέψη του Ιερώνυμου Λύκαρη.

Συνέντευξη στον Νίκο Κουρμουλή

Πως μετατρέπεται σε μυθιστόρημα μια θρυλική φράση από την ταινία του Νίκου Νικολαϊδη Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμη

Ο αρχικός τίτλος του μυθιστορήματος ήταν τα Φρούτα του Κακού. Κάποια στιγμή έπεσα πάνω σε μια μεταμεσονύκτια επανάληψη στην κρατική τηλεόραση του ντοκιμαντέρ του Χρήστου Χουλιάρα Σκηνοθετώντας την κόλαση, για τον σπουδαίο Νίκο Νικολαΐδη. Αυτό που έλεγε εκείνη τη στιγμή, φορώντας τα μαύρα γυαλιά του, μου ακούστηκε κάπως σαν χρησμός που μυστηριωδώς κολλούσε με τα όσα έγραφα λίγο πιο πριν για τον βασικό ήρωα του μυθιστορήματος, τον «Κόκκινο  Τράγο», έναν καταθλιπτικό εισαγγελέα, ο οποίος τα έβαλε με το σύστημα και ηττήθηκε. Ακολούθησε το γνωστό απόσπασμα από την ταινία, με τον Κωνσταντίνο Τζούμα και τον  Άλκη Παναγιωτίδη στον ίδιο καναπέ και το σελοφαναρισμένο πτώμα της «Βέρας» στον άλλο, και τότε μου ήλθε η ιδέα: να βάλω τον «Κόκκινο  Τράγο» να παρακολουθεί τυχαία το ντοκιμαντέρ, να παρεμβαίνει νοερά στη συνομιλία τους και στη θέση της «Βέρας» να βάζει τον εαυτό του, ως κουρέλι και υποψήφιο πτώμα που προσπαθεί να κρατηθεί στη ζωή, αρνούμενος πεισματικά να διδαχτεί από τα λάθη και τις εμπειρίες του, έτοιμος να ξανακάνει τα ίδια «λάθη» για να υπηρετήσει το «σωστό». Στο μεταξύ το ντοκιμαντέρ προχώρησε παρακάτω, εγώ αφαιρέθηκα και ξέχασα τον «χρησμό». Μπήκα στη ιστοσελίδα του Νικολαΐδη και βρήκα έναν «άλλο» που ταίριαζε ακόμη καλύτερα με την ψυχοσύνθεση του «Κόκκινου Τράγου». Το άλλο πρωί χωρίς δεύτερη σκέψη δανείστηκα την ατάκα και άλλαξα τον τίτλο.

 Για εσάς ποια είναι τα μυστικά του πολιτικού αστυνομικού μυθιστορήματος που υπηρετείτε χρόνια τώρα.

Δεν υπάρχουν ιδιαίτερα μυστικά. Όλα ξεκινούν από το τι θέλεις να πεις, για ποιο λόγο, από το πώς θα το πεις και πού θέλεις να καταλήξεις, ποια εντύπωση θέλεις να αφήνουν τα γραπτά σου στο αναγνωστικό κοινό και, τελικά, ποιους ενδιαφέρουν αυτά που θα πεις.  Τα αφηγηματικά εργαλεία του αστυνομικού μυθιστορήματος, όπως διαμορφώθηκαν στην πορεία του χρόνου από τις διάφορες «σχολές» του, είναι πιο πρόσφορα από ποτέ για να καταδειχθεί το τι προκαλεί τη γένεση και την αναπαραγωγή αυτού που, συμβατικά κατά τη γνώμη μου, αποκαλούμε οργανωμένο έγκλημα, ενώ δεν είναι παρά η αθέατη όψη των ταξικών πολέμων. Για εμένα, το σημαντικότερο στοίχημα για ένα συγγραφέα αστυνομικών μυθιστορημάτων, που επιδιώκει να δώσει στις ιστορίες του ένα νόημα παραπάνω, είναι το πως αποφασίζει στο τέλος να τιμωρήσει τους κακούς. Στη μεγάλη πλειοψηφία των μυθιστορημάτων του είδους, οι κακοί τιμωρούνται από την επίσημη δικαιοσύνη ή τη δικαιολογημένη από τις περιστάσεις αυτοδικία των καλών. Αυτό το θεωρώ παραπλάνηση που συμβάλλει  στην καλλιέργεια μιας ακόμη αυταπάτης, μέσα στις τόσες που μας καταδυναστεύουν. Αναφέρομαι στην ψευδαίσθηση ότι μέσα από τα σάπια σπλάχνα του συστήματος πάντα θα αναφύεται το λυτρωτικό άλλοθί του· ότι οι μεμονωμένοι υπερασπιστές του καλού θα αποκαλύπτουν και θα αποτρέπουν πάντα, έστω και στο παραπέντε, ακόμη και με κίνδυνο της ζωής τους, τα καταχθόνια σχέδια των κακών.

Πιστεύω ότι ένα καλό αστυνομικό αφήγημα πρέπει να αξιοποιεί τον άμεσο ρεαλισμό του είδους και να αφήνει τουλάχιστον νύξεις για την γενεσιουργό αιτία των κακουργημάτων που επινοεί και διαπράττει η απύθμενη ανθρώπινη αχρειότητα. Με έντεχνο τρόπο και στον όποιο βαθμό το επιτρέπουν η υπόθεση και οι χαρακτήρες του, οφείλει να δείχνει −χωρίς να πέφτει στην παγίδα της προφανούς καταγγελίας− το ότι το έγκλημα δεν είναι μια συμπωματική δυσλειτουργία του σύγχρονου καπιταλισμού, αλλά εγγενές συστατικό του γονιδιακού αποτυπώματός του, χωρίς το οποίο είναι αδύνατο να λειτουργήσουν οι πιο αχρείες παραγωγικές δυνάμεις του. Έτσι τα βλέπω, κι αυτό προσπαθώ να κάνω στα λίγα χρόνια που γράφω στα φανερά αστυνομικά διηγήματα και μυθιστορήματα. Από την πρώτη μου δημοσίευση στα Ελληνικά Εγκλήματα 2, το 2008, με το διήγημα Κανένα έλεος για του καλύτερούς μας φίλους, και από το πρώτο μου μυθιστόρημα Το ρομάντζο των καθαρμάτων, το 2011. Και λέω στα φανερά, γιατί στα κρυφά έγραφα πολύ περισσότερα χρόνια, από τις αρχές της δεκαετίας του ’90,  χωρίς να δημοσιεύω.

Πως σχηματίστηκε η υπόθεση του βιβλίου;

Πρόκειται για μια υπόθεση αστυνομικής διαφθοράς. Η ιδέα προέκυψε ως αντίδραση στις σκηνοθετημένες συζητήσεις που γίνονται κάθε τόσο στη Βουλή για τη διαφθορά και τα σκάνδαλα. Άσφαιρες καταγγελίες, υπονοούμενες απειλές χωρίς ονόματα και διευθύνσεις, υποσχέσεις για ακόμη μεγαλύτερες αποκαλύψεις προσεχώς, παρέλαση ανυπόληπτων στην πλειοψηφία τους μαρτύρων που θέλουν να ξαλαφρώσουν τη θέση τους ή εκτελούν συμβόλαια ή εντεταλμένη υπηρεσία ή ξεχρεώνουν χάρες, χωρίς τελικά να φτάνει ποτέ το «μαχαίρι στο κόκκαλο». Με αφετηρία αυτές τις προφανείς διαπιστώσεις έστησα μια ιστορία που διαδραματίζεται στην κορυφή της Διεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων. Είναι η αρμόδια υπηρεσία που αστυνομεύει τα εγκλήματα που διαπράττουν αστυνομικοί αλλά και υπάλληλοι και λειτουργοί του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Με την επιλογή μου αυτή θέλω να δείξω ότι η συστημική δύναμη της διαφθοράς (της οικονομικής και πολιτικής μεταμφίεσης των πάσης φύσεως εγκλημάτων που την διαρθρώνουν) είναι τέτοια, που όσοι μηχανισμοί και να φτιαχτούν για τη  καταπολέμησή της, θα βρει (με τη βία, τον εκβιασμό, την εξαγορά) τη σκοτεινή ατραπό για να εισχωρήσει στο στενό πυρήνα ακόμα και των υπεράνω υποψίας αδιάφθορων διωκτών της. Βασικός ήρωας αφηγητής στο Άκου, πτώμα, να μαθαίνεις είναι ο «Κόκκινος Τράγος», καταθλιπτικός εισαγγελέας αριστερών πεποιθήσεων, γιος ανώτατου δικαστικού.

Ως εισαγγελέας Πρωτοδικών σε κάποιο νομό της Βόρειας Ελλάδας τα βάζει με την εγκληματική οργάνωση «Αδελφότητα του Βορρά», που διαφεντεύει  το διασυνοριακό έγκλημα στα βόρεια της χώρας. Ωστόσο ηττάται όχι τόσο επειδή του αντεπιτέθηκε ο εγκληματικός συρφετός που κόντεψε ο ίδιος να στείλει στο εδώλιο, αλλά επειδή δεν υπάκουσε στις «συστάσεις» της προϊσταμένης του αρχής. Και εκεί που εκκρεμεί η απόλυσή του από το δικαστικό σώμα, εμφανίζεται ο παιδικός φίλος του, ο «Χαμαιλέοντας», βασικός υπουργός της κυβέρνησης.  Του προτείνει να μεσολαβήσει για να αποτραπεί η απόλυση με την προϋπόθεση ότι ο «Τράγος»  θα δεχτεί να γίνει ο «έμπιστος» βοηθός του νέου Εισαγγελέα Εφετών που θα εποπτεύει στο εξής τη Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων. Και όπως ο πνιγμένος πιάνεται από τα μαλλιά του, έτσι και ο «Κόκκινος Τράγος» πιάνεται από τα κέρατά του και δέχεται τον συμβιβασμό με βαριά καρδιά. Μετά από τρεις μήνες ο υποδιοικητής της υπηρεσίας  ταξίαρχος Βάθρακας ή «Σκιά» τον καλεί και του αποκαλύπτει το μυστικό του: ότι έλαβε μια ανώνυμη επιστολή στην οποία υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για εμπλοκή του διοικητή της υπηρεσίας, του αντιστράτηγου Χαρομήτρου ή «Μινώταυρου», σε υποθέσεις διαφθοράς. Λίγες ώρες αργότερα, ο ταξίαρχος «Σκιά» βρίσκεται νεκρός στο γραφείο του. Από το σημείο αυτό και μετά, ο «Κόκκινος Τράγος», παρασυρμένος  από τη δυναμική των συμπτώσεων αλλά και από το πάθος της εκδίκησης, οργανώνει μια προβοκατόρικη ίντριγκα με σκοπό να τον εξωθήσει τον «Μινώταυρο» να κάνει τη λάθος κίνηση και να αποκαλυφθεί. Η συνέχεια, όμως, επί του βιβλίου…

Σκιαγραφήστε μας λίγο περισσότερο τον “Κόκκινο Τράγο”.

 Όπως θα καταλάβατε, πρόκειται για αντιήρωα που συγκρούεται και με τις δύο όψεις του συστήματος και παθαίνει πανωλεθρία. Το γιατί το έκανε ας το κρίνουν οι αναγνώστες.  Όταν ηττάται, το αίσθημα λύσσας και ανημποριάς  που τον κατακλύζει τον τσακίζει ψυχολογικά και τον ρίχνει στα δίχτυα της κατάθλιψης. Μετά τον συμβιβασμό του με τον «Χαμαιλέοντα», κάπου μέσα του βαθιά βαυκαλίζεται ότι παραμένοντας στο παιχνίδι θα του εμφανιστεί η ευκαιρία για να «αντεπιτεθεί». Όταν η ευκαιρία τον αιφνιδιάζει από εκεί που δεν το περιμένει, η κατάθλιψη και τα ψυχοσωματικές επιδράσεις της παροξύνονται και τον κάνουν να διστάζει. Φοβάται ότι είναι παγίδα, ότι κάποιοι τον έχουν «ψωνίσει» και πάνε πάλι να τον μπλέξουν. Περιέρχεται σε μια κατάσταση φοβικής αδράνειας. Οι περιστάσεις όμως τον παρασύρουν, και αναγκάζεται να αντιδράσει και να περάσει από την παθητική κωλυσιεργία στην επίθεση. Αυτή τη φορά δεν κάνει το ίδιο λάθος, να ακολουθήσει δηλαδή τη νόμιμη πεπατημένη.

Θέτει τον εαυτό του εκτός νόμου και επινοεί μια ίντριγκα αυτοδικίας την οποία θα προσπαθήσει να φέρει σε πέρας από το παρασκήνιο. Εκμεταλλεύεται την πρόσβασή του στους υπηρεσιακούς φακέλους επίορκων αστυνομικών και συνδέει τα διαπιστωμένα εγκλήματά τους με τις υποθέσεις διαφθοράς στις οποίες εμπλέκεται ο «Μινώταυρος».  Με αυτά ως πρώτη ύλη, γράφει πλαστά προβοκατόρικα  ρεπορτάζ  και τα προωθεί για δημοσίευση με τη βοήθεια του «Αργοναύτη», ενός δημοσιογράφου του αστυνομικού ρεπορτάζ και της ερευνητικής δημοσιογραφίας. Με άλλα χρησιμοποιεί  ανέντιμα μέσα, παρόμοια  με αυτά που βλέπουμε καθημερινά να χρησιμοποιούν τα μαύρα και λευκά κολάρα που συμβιώνουν αγαστά με το οργανωμένο έγκλημα. Όταν στο τέλος τα καταφέρνει, αναρωτιέται για το πραγματικό νόημα της νίκης του.  Καταλαβαίνει πολύ καλά ότι εξωθήθηκε για να πάρει μέρος σε έναν πόλεμο θέσεων εντός του συστήματος.  Αναλογίζεται δε το πόσα άλλα καθάρματα μπορεί να ωφελήθηκαν, άμεσα ή έμμεσα, από τη δική του νίκη, και τότε μένει με την γλυκόπικρη γεύση και την πικρή επίγευση.

 Χωρίς το οργανωμένο έγκλημα πλουτίζουν τα έθνη;

Προφανώς και όχι. Ποιος μπορεί να ισχυριστεί σήμερα στα σοβαρά το ότι η παγκοσμιοποίηση των εγκληματικών κλάδων παραγωγής δεν έχει αναχθεί στην ενοποιό ουσία των πάντων; Κανείς δεν θέλει να γίνει εύκολα ρεζίλι. Αυτό που ειρωνικά αποκαλώ Ακαθάριστο Εγκληματικό Προϊόν είναι η κυρίαρχη κινητήρια δύναμη που κεντρίζει διαρκώς με τη ληστρική βουκέντρα της την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στους μαύρους και λευκούς κλάδους της οικονομίας. Σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη εποχή στην παγκόσμια ιστορία της ατιμίας, η νομιμότητα συνυφαίνεται με την εγκληματική αντανάκλασή της· κάθε ανθρώπινη επινόηση ανοίγει κι ένα παράλληλο δρόμο για την εγκληματική εκδοχή της και αντιστρόφως. Από αυτό ορμώμενος σκέφτηκα να αξιοποιήσω τη γνωστή  Παρέκβαση του Μαρξ  για την παραγωγική εργασία. Στο απολαυστικό −και από λογοτεχνική άποψη− κείμενό του, ο Μαρξ περιγράφει με αφοπλιστική ειρωνεία το πώς πολλαπλασιάζεται ο εθνικός και παγκόσμιος πλούτος από τη συνεχή επίθεση του εγκλήματος στην ιδιοκτησία. Το δανείστηκα αυτούσιο, το «εμπλούτισα» με επινοημένα στοιχεία που σχετίζονται με την πλεκτάνη του «Κόκκινου Τράγου» και το ενέταξα στο μυθιστόρημα ως στοιχείο της πλοκής του.

Γιατί παραμένετε μακριά από τα ΜΜΕ;

 Δεν είναι έτσι ακριβώς. Το διαψεύδει, μερικώς, η συνομιλία μας. Κατά τα άλλα, έχω τους λόγους μου.

Ποιες είναι οι λογοτεχνικές και άλλες επιρροές σας; 

Ανήκω στη γενιά που διάβασε στην εφηβεία της τους κλασικούς στα Κλασσικά Εικονογραφημένα ή σε ευσύνοπτες αμφιλεγόμενες μεταφράσεις που αγόραζε ο πατέρας μου με δόσεις από έναν γείτονα πλασιέ, πρώην εξόριστο που είχε κάνει δήλωση και το είχε βάρος μέχρι το τέλος της ζωής του. Παράλληλα, βέβαια, με τον Μικρό Ήρωα, τον Μικρό Σερίφη και τα αυστηρώς απαγορευμένα Μάσκα και Μυστήριο. Στα τελευταία χρόνια της δικτατορίας και στην πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο, διάβαζα ασταμάτητα παράνομα ή ημιπαράνομα πολιτικά βιβλία και αυστηρά στρατευμένη λογοτεχνία. Αργότερα, στις αρχές της δεκαετία του ’90, οι όροι αντιστράφηκαν και άρχισα να διαβάζω  συστηματικά ελληνική και παγκόσμια λογοτεχνία, προσπαθώντας να καλύψω τα κενά αλλά και για και για να παρηγορηθώ. Είναι η εποχή που βιώνω τη διάψευση της εφαρμογής των ιδεολογικών προσδοκιών μου. Σήμερα συχνά επιστρέφω σε ότι έχει κυκλοφορήσει στα ελληνικά από την Ανθρώπινη κωμωδία του Μπαλζάκ, ο οποίος απέδωσε ρεαλιστικά την πραγματικότητα της εποχής της Γαλλικής Επανάστασης, πηγαίνοντας άθελά του κόντρα στο συντηρητισμό του.  Επίσης στο σύνολο του έργου του Μπρεχτ, ιδιαίτερα στη σχέση του με το αστυνομικό μυθιστόρημα.

Από τους Αμερικανούς συγγραφείς αστυνομικών ή νουάρ μυθιστορημάτων και διηγημάτων επιστρέφω στον Χάμετ. Θεωρώ ότι  απεικόνισε με  δωρικό ρεαλισμό τον κόσμο του εγκλήματος και  της δίωξής του. Επίσης στον Τσάντλερ, διότι με τον αυτοσαρκασμό και την ειρωνεία του συνέδεσε το είδος με την μαύρη κωμωδία, χωρίς να ξεπέφτει στη γελοιοποίηση, αλλά και επειδή χρησιμοποίησε δίχως υπερβολές την γλώσσα των παρανόμων και του περιθωρίου. Από τους Γάλλους ξεχωρίζω τον Μανσέτ για την ικανότητά του να αξιοποιεί και να αναμιγνύει όλες τις μορφές του λόγου, αλλά και για τον τρόπο με το οποίο κατάφερνε να περνάει το ηθικό του δίδαγμα. Από τους Ιταλούς, θεωρώ ότι η συμβολή του Λεονάρντο Σάσα στο πολιτικό αστυνομικό μυθιστόρημα είναι κομβική. Από τους νεότερους κλασικούς επιστρέφω διαρκώς στα μυθιστορήματα των πολύ αγαπημένων μου Τόμας Πίντσον και του Ζοζέ Σαραμάγκου. Επίσης, τα τελευταία χρόνια διάβασα ξανά τον Μαρξ ως λογοτέχνη. Η λογοτεχνική του δεινότητα είναι εκπληκτική, τόσο στα ιστορικά έργα του όσο και σε πολλές από τις εκατοντάδες σελίδες του Κεφαλαίου και των Θεωριών για την υπεραξία.

Eγγραφείτε στο Newsletter των Εκδόσεων Καστανιώτη και
ενημερωθείτε για όλες τις νέες εκδόσεις και προσφορές μας.

Menu
ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ