- Λογοτεχνία
- Ελληνική Λογοτεχνία - Πεζογραφία
- Η μητέρα του σκύλου
Μια ασήμαντη, άοπλη, άχαρη και αδύναμη γυναίκα προσφέρεται ως γελωτοποιός μας, επειδή δεν γνωρίζει πως είναι τραγική.
Γελώντας, περιγελάει τον εαυτό της και μας ξεγελάει για να μην την περιγελάσουμε εμείς. Με τη ζωή της υπερασπίζει μια άλλη γυναίκα, τιμωρημένη, που αρνείται να αμυνθεί: τη μητέρα της.
Στη διαδρομή της αυτή (τη ζωή της ολόκληρη), από προπολεμικά ως τις μέρες μας, γνωρίζει την Κατοχή, την προσφυγιά στην πρωτεύουσα, την επαιτεία, μεταμφιέζει τον εαυτό της και τη ζωή της. Δεν θα καταλάβει ποτέ ότι, υπερασπίζοντας τη μητέρα της, συντροφεύει τη μόνιμα ταπεινωμένη πατρίδα της, μέσα στην οποία ζει εξόριστη λέγοντας αστειάκια. Ορισμένοι ίσως και να νομίσουν πως συμβολίζει τη χώρα της (χώρα τους), επειδή αμφότερες έχουν υποστεί συγγενείς εξευτελισμούς, έχουν συγγενές μη-μέλλον και ευθυμολογούν.
Για να μη γίνει στόχος σκοποβολής, θα σμικρύνει και θα γελοιοποιήσει τον εαυτό της. Θα προετοιμαστεί για τραυματισμούς, αυτοτραυματιζόμενη προληπτικώς καθημερινά. Όμως κανείς δεν θα τη λιθοβολήσει. Επειδή κανείς δεν πήρε είδηση την ύπαρξή της.
Και επειδή δεν έχει κανέναν δικό της άνθρωπο (την εγκαταλείπει ακόμη και ο συγγραφέας του βιβλίου αυτού), η γυναίκα βρίσκει καταφύγιο στον αναγνώστη του βιβλίου για συντροφιά και παρηγόρηση. Διότι κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει ένα βιβλίο. Ούτε ο συγγραφέας του. Όλοι όμως μπορούν να το διαβάσουν.
Η μητέρα του σκύλου εκδόθηκε πρώτη φορά το 1990 και έκτοτε συγκινεί όχι μόνο το ελληνικό αναγνωστικό κοινό, αλλά και τους λάτρεις της καλής λογοτεχνίας στο εξωτερικό. Το πολυμεταφρασμένο αριστούργημα του Παύλου Μάτεσι υμνήθηκε από την εγχώρια και παγκόσμια κριτική και συγκαταλέχτηκε από τον λονδρέζικο εκδοτικό οίκο Quintet Publishing στα 1001 βιβλία της παγκόσμιας λογοτεχνίας που πρέπει να έχει διαβάσει κάποιος μέχρι το τέλος της ζωής του (στον τόμο 1001 Books You Must Read Before You Die).
Για το βιβλίο έγραψαν:
«Στη Μητέρα του Σκύλου, όπως ο Φώκνερ στο Η Βουή και η Μανία, ο Μάτεσις δίνει τον λόγο στους πτωχούς τω πνεύματι [...] έργο εξαιρετικά δυνατό».
Le Monde
«Ένα κορυφαίο έργο της ελληνικής –και όχι μόνο– σύγχρονης λογοτεχνίας [...] κάθε του σελίδα μας συγκινεί και μας καθηλώνει».
Die Welt
«Η ζωή εκρήγνυται σαν βόμβα [...] άπειρες είναι οι σκηνές που θα θυμόμαστε».
Corriere della Sera
«Διαθέτει τη βαθιά αμφισημία των μεγάλων έργων [...] οίστρος και δεξιοτεχνία που θυμίζουν Φελίνι».
La Quinzaine Littéraire
«Ο Μάτεσις είναι ένας πολύ μεγάλος μυθιστοριογράφος».
L’Express
«Μόνο ένας δεξιοτέχνης της γραφής θα μπορούσε να γράψει αυτό το βιβλίο».
Alan Sillitoe
Πρώτη παρουσία στα Γράμματα: 1967.
Διακρίσεις: Kρατικό Bραβείο Θεάτρου, 1966 (Η τελετή).
Έπαθλο Kαρόλου Kούν, 1989, για το καλύτερο θεατρικό έργο της χρονιάς (Περιποιητής φυτών).
Bραβείο Έλληνοφώνων Kάτω Iταλίας, 1998, για το μυθιστόρημα H μητέρα του σκύλου.
Mέγα Bραβείο Κριτικών 2000.
Bραβείο ACERBI (Iταλία), 2002, για το μυθιστόρημα H μητέρα του σκύλου.
Tα μυθιστορήματά του H μητέρα του σκύλου, 49η έκδοση, O Παλαιός των Hμερών, 13η έκδοση, και Πάντα καλά, 27η έκδοση, κυκλοφορουν σε δεκατέσσερις χώρες.
Tόμος με 4 θεατρικά του κυκλοφορεί (2002) στό Λονδίνο, εκδ. Arcadia. Tο μυθιστόρημα Σκοτεινός Oδηγός, 8η έκδοση, κυκλοφορεί στην Iταλία. Tο μυθιστόρημα Mύρτος, 12η έκδοση, θα κυκλοφορήσει προσεχώς στη Γαλλία, τη Pουμανία, τη Φινλανδία και στο Iσραήλ.
Θεατρικά έργα: 14. Tα 11 έχουν παρουσιαστεί από τους σημαντικότερους αθηναϊκούς θιάσους.
Στο εξωτερικό: Προς Eλευσίνα (1995) στο Διεθνές Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Θεάτρου BITEF, Bελιγράδι.
Eνοικιάζεται φύλακας άγγελος, 2003, στο Διεθνές Φεστιβάλ Θεάτρου INTERCITY, Φλωρεντία.
Mεταφράσεις: Aριστοφάνης (8 έργα, παραγγελίες για τα Eπιδαύρια), Σαίξπηρ, Mπεν Tζόνσον, Kρ. Mάρλοου, Φώκνερ, Πίντερ, Bιτράκ, Mολιέρος, Mπωμαρσαί, Σταντάλ, Iονέσκο, Aρτώ, Mρόζεκ, Όρτον, Aκρόυντ, Φρίελ κ.o. έχουν εκδοθεί και παρουσιαστεί από τους κυριότερους αθηναϊκούς θιάσους και εκδοτικούς οίκους.
O Παύλος Mάτεσις υπήρξε τακτικός προσκεκλημένος Πανεπιστημίων και Διεθνών Eκθέσεων Bιβλίου σε Eυρώπη και Kαναδά. Πέθανε το 2013.
ΕΠΙΛΟΓΕΣ
Μυθιστόρημα
Η αιχμαλωσία ενός αγοριού, η αλλαγή θρησκείας και η σταδιοδρομία του στη διοίκηση δεν ήταν ασυνήθιστο φαινόμενο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η περίπτωση του Ισμαήλ Φερίκ πασά υπήρξε, ίσως, διαφορετική. Μισόν αιώνα μετά την αιχμαλωσία του επέστρεψε στη γενέτειρα Κρήτη, ως αρχηγός του αιγυπτιακού στρατού, για να καταστείλει την επανάσταση του 1866-1868. Κατά τη διάρκειά της, όμως, δολοφονήθηκε ή σκοτώθηκε. Ο αδερφός του, με τον οποίο είχαν αιχμαλωτιστεί μαζί αλλά η μοίρα τού επιφύλαξε άλλη οδό, χρηματοδοτούσε και εμψύχωνε την ίδια επανάσταση από την Αθήνα. Όπως συμβαίνει με τα πρόσωπα που κινούνται στις παρυφές της Iστορίας, το κενό των γραπτών πληροφοριών καλύπτεται από τις προφορικές παραλλαγές και τον μύθο, αφήνοντας όλες τις απαραίτητες ρωγμές για την είσοδο της λογοτεχνίας. Το έργο παρακολουθεί στενά τις παραλλαγές, τον μύθο και τα συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα, συνθέτοντας έτσι, με την «αυστηρή ελευθερία» της τέχνης, από την υπαρκτή δραματική ζωή του Ισμαήλ Φερίκ πασά τη μυθιστορηματική της διάσταση.
Μια γυναίκα με ασυνήθιστη εμφάνιση φτάνει σ’ ένα χωριό που εγκαταλείπεται από τους κατοίκους του λόγω κατολισθήσεων, επιλέγει ένα απομονωμένο σπίτι και περιμένει το «άλλο χιόνι».
Σ’ αυτό το σκηνικό εγκατάλειψης η γυναίκα θα παρασυρθεί σε αναπάντεχες περιπέτειες, σε μια περιδίνηση σε τόπους κοντινούς αλλά και σε ανεξερεύνητα μέρη της ύπαρξής της.
Θα συναντήσει έναν σπουδαίο και οργισμένο ποιητή που επίσης κρύβεται, θα παραστεί ψυχρή σαν άγαλμα σ’ έναν απρόσμενο γάμο αλά Κουστουρίτσα, θα βρεθεί με τα «ρετάλια» του παλιού κοινοβίου, τον Ρόθκο, τον Καίσαρα και την αινιγματική Αισθήρ.
Κανείς όμως απ’ όλους αυτούς δε θα ασκήσει πάνω της την καταλυτική επιρροή της Χιονάτης, όπως ονομάζει ένα αμίλητο κορίτσι που το φέρνει η χιονοθύελλα.
Ένα μυθιστόρημα αινιγματικό και ταυτοχρόνως λυτρωτικό, γεμάτο συμπόνια αλλά και πολλά ερωτήματα.
Είναι τελικώς η αγάπη η μέγιστη πλάνη; Ή μήπως ο ύψιστος σκοπός;
«Δεν μπορείς να πεθάνεις αν δεν γράψεις αυτήν την ιστορία».
«Για να την γράψω πρέπει κάποιος να πεθάνει πρώτα».
Έρχονταν κι έφευγαν οι εποχές, οι μέρες καταπίνανε τις μέρες, κι η Λεύκα παράδερνε μες στην σιωπή και στους δισταγμούς της. Όλο ένοιωθε να την φυσάει το αεράκι της ευφορίας, να παρακινείται συθέμελα να γράψει επιτέλους την «ιστορία φάντασμα», όλο μαζεύονταν τα σύννεφα πάνω από το κεφάλι της, κι έλεγες τώρα θ’ ανοίξουν οι κρουνοί και να πώς ξεκινούν οι καταιγίδες. Πέφτανε τότε μερικές ωραίες στάλες, το ρίγος την συνέπαιρνε, κι ύστερα πάλι όλα χάνονταν, κρύβονταν κατά πού δεν ξέρουμε. Και πόσο ακόμα να περιμένει ν’ αποδημήσει ένας άνθρωπος για να λάβει το λάκτισμα, την ευλογία!... Πώς αντέχω και δεν απελπίζομαι; αναρωτιόταν, την ώρα που μέσα της βαθειά εφτά φορές είχε αλλάξει δέρμα απ’ την απελπισία. Κι εκεί ήταν το ζήτημα: οι φοβερότερες στιγμές και σκέψεις, οι πιο ανείπωτες, δύνανται άραγε να γραφούν σ’ ένα χαρτί ή μήτε στον αιώνα τον άπαντα; Δύναται να «κρυφτεί» η ίδια μέσα σ’ αυτά που έγραφε ή μόνο να κρυφτεί απ’ αυτά; Κι αν δεν υπήρχε διαφορά;
Μια μαγική αναζήτηση για τα άρρητα της γραφής, μέσα στα μυστικότερα μονοπάτια της μυθοπλασίας· γιατί τα καλύτερα είναι αυτά που δεν γράφονται και το πιο σημαντικό ποτέ δεν το λέμε.
Έτος 2001. Ο διανοητής Φωκάς Κορέσιος, στη δύση της ζωής του και αποσυρμένος από κάθε δημοσιότητα, αποφασίζει να ενδώσει στην πρόσκληση της σκηνοθέτριας Άσπας Παμπλέκη να κάνει ντοκιμαντέρ για τη ζωή και το έργο του.
Αρχίζει την αφήγηση από τα παιδικά του χρόνια, στις αρχές της δεκαετίας του '30: την καταπίεση από τον φιλοφασίστα στρατιωτικό πατέρα, το αυστηρό πλαίσιο το οποίο επιβάλλει το οικογενειακό πρωτόκολλο, τον απειθή, έκλυτο εφηβικό του βίο, τη στράτευσή του στη Μεταξική Νεολαία και εν συνεχεία στις γραμμές του ΕΑΜ. Μετά την απελευθέρωση βρίσκονται, μαζί με τη γυναίκα της ζωής του, ως υπότροφοι του Γαλλικού Ινστιτούτου στο Παρίσι, όπου αναμειγνύονται με τον κύκλο των υπαρξιστών και υπερρεαλιστών κι εκείνος εξελίσσεται σε μέντορα του φιλοσοφικού στοχασμού.
Συνειδητά και κάτω από το βάρος των αφόρητων ενοχών του, καθιστά τη σκηνοθέτρια εξομολόγο του και της αποκαλύπτει τα βαθιά κρυμμένα μυστικά, ακόμα και τα εγκλήματά του μέχρι την κατάκτηση της κορυφής. Έτσι, τη θέτει προ του διλήμματος αν η ίδια θα υπηρετήσει την ιστορική αλήθεια ή θα συνεχίσει τα κατά συνθήκην ιστορικά ψεύδη.
O πόλεμος –αυτή η «μαύρη πανούκλα»– ξεσπά στην Eυρώπη. H Γαλλία σπαράζει στις όχθες του Σομ και του Λουάρ, εκατομμύρια οι αιχμάλωτοι στα κρεματόρια. O πόλεμος κάνει πιο έντονο το χωρισμό, την απουσία, την αρρώστια, την ανασφάλεια. Mήπως όμως δεν είμαστε πάντα υπό απειλήν, αποκομμένοι, εξόριστοι, σαρακοφαγωμένοι όπως το φρούτο από το σκουλήκι; H Πανούκλα, το δεύτερο μετά τον Ξένο μεγάλο μυθιστόρημα του Kαμύ, καταγράφει τη συμπεριφορά των ανθρώπων σ’ έναν κόσμο που μοιάζει χωρίς σκοπό και μέλλον, σ’ έναν κόσμο πνιγηρής επανάληψης και μονοτονίας. Kι αυτό που χαρακτηρίζει τους ανθρώπους δεν είναι οι κινήσεις ή οι ομιλίες τους, δεν είναι η αυτοκρατορία της σάρκας τους, αλλά οι σιωπές, οι κρυφές πληγές τους, οι σκιές που ρίχνουν στις προκλήσεις της ζωής.
Στους Πλάνητες η Όλγκα Τοκάρτσουκ συνυφαίνει αφηγήσεις και στοχασμούς για τη σημασία του ταξιδιού με μια συναρπαστική διερεύνηση του ανθρώπινου σώματος. Από τα παλάτια των σουλτάνων και τα αλλοτινά θαυματοφυλάκια ως τις μοντέρνες αίθουσες αναχωρήσεων των αεροδρομίων, το λαμπρό αυτό μυθιστόρημα συνιστά μια αξέχαστη περιπλάνηση στον χώρο και στον χρόνο. Από τον 17ο αιώνα, έχουμε τον Ολλανδό Φίλιππο Φερχέιεν που ανέτμησε και σχεδίασε το κομμένο του πόδι. Στον 18ο αιώνα, την ιστορία ενός σκλάβου τον οποίο ταρίχευσαν μετά θάνατον και εξέθεσαν στην Αυστρία. Φτάνοντας στον 19ο αιώνα, παρακολουθούμε τη μυστική πορεία της καρδιάς του Σοπέν από το Παρίσι προς τη Βαρσοβία. Και στο παρόν, μοιραζόμαστε τις δοκιμασίες μιας γυναίκας που συνοδεύει τον σύζυγό της σε μια κρουαζιέρα στην Ελλάδα, καθώς επίσης την οδυνηρή εμπειρία ενός άντρα του οποίου η σύζυγος και το παιδί εξαφανίζονται μυστηριωδώς στην Κροατία. Με απαράμιλλη χάρη και διαπεραστική ενσυναίσθηση, η Πολωνή συγγραφέας μάς οδηγεί κάπου πέρα από την επιφάνεια του σύγχρονου καιρού, βαθιά στον πυρήνα της ύπαρξής μας. Η έκδοση συμπληρώνεται από τη θαυμάσια διάλεξη που έδωσε στο πλαίσιο της βράβευσής της με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.
«Μια σπουδαία συγγραφέας».
Σβετλάνα Αλεξίεβιτς
«Ανέκαθεν τη θεωρούσα έναν άνθρωπο με εκπληκτικές λογοτεχνικές ικανότητες. Με τους Πλάνητες μου το απέδειξε. Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα πολωνικά βιβλία που έχω διαβάσει εδώ και πολλά χρόνια».
Γέζι Σοσνόφσκι
«Η Όλγκα Τοκάρτσουκ συγκαταλέγεται στους κορυφαίους συγγραφείς του ευρωπαϊκού ανθρωπισμού. Οι Πλάνητες εγγράφονται στην ηπειρωτική παράδοση του λογοτεχνικού στοχασμού ή του λεγόμενου δοκιμιακού μυθιστορήματος. Ένα βιβλίο ιδανικό για να μας συντροφέψει σε αυτούς τους ταραγμένους, φανατισμένους καιρούς».
Κάπκα Κασάμποβα, The Guardian
«Οι Πλάνητες θα μπορούσαν να θεωρηθούν και ένας υποδειγματικός κατάλογος για τους τρόπους με τους οποίους η ίδια η αφήγηση δύναται να εξυπηρετήσει έναν συγγραφέα ώστε να πει μια ιστορία».
Άνταμ Μαρς-Τζόουνς, The London Review of Books
Η ΓιόνγκΧιε και ο σύζυγός της είναι δύο άνθρωποι του μέσου όρου. Εκείνος πηγαινοέρχεται δουλοπρεπώς στο γραφείο του, δεν διακατέχεται από καμία φιλοδοξία. Εκείνη δεν τη χαρακτηρίζει κανένα πάθος, είναι απλώς μια αφοσιωμένη νοικοκυρά. Η μονοτονία του γάμου τους ανατρέπεται όταν η ΓιόνγκΧιε αποφασίζει μια μέρα να μην ξαναφάει κρέας. Δεν δίνει εξηγήσεις. «Είδα ένα όνειρο», αυτό λέει μονάχα. Πρόκειται για μια μικρή ένδειξη ανεξαρτησίας, η οποία όμως μπορεί να θεωρηθεί ακραία και να αποδειχθεί ιδιαίτερα επικίνδυνη σε μια χώρα όπως η Νότια Κορέα. Και δεν φτάνει αυτό. Η παθητική αντίσταση της ΓιόνγκΧιε, μια διαδικασία ιδιότυπης μεταμόρφωσης, ξεπερνά κάθε όριο γκροτέσκου. Ποτέ δεν φορούσε με ευχαρίστηση σουτιέν, αλλά τώρα αρχίζει να το κάνει και δημοσίως. Επιπλέον, ονειρεύεται να ζήσει σαν φυτό. Σύσσωμη η οικογένεια θα στραφεί τελικά εναντίον της. Η βραβευμένη Χορτοφάγος είναι μια ιστορία καφκικής σύλληψης που αναπτύσσεται σε τρεις πράξεις. Ένα μυθιστόρημα σαγηνευτικό και αλλόκοτο, βίαιο και αισθησιακό, με το οποίο η ΧανΓκανγκ, από τις δημοφιλέστερες λογοτεχνικές φωνές της Άπω Ανατολής, διερευνά την επιθυμία και την ντροπή, την καταπίεση και την εξουσία.
«Η Χορτοφάγος είναι ένα αξέχαστο μυθιστόρημα, σφοδρό και αυθεντικό, που απέσπασε πανάξια και ομόφωνα το Διεθνές Βραβείο Booker 2016. Η Χαν Γκανγκ αφηγείται μέσα από τρεις φωνές, τρεις διαφορετικές οπτικές γωνίες, τούτη την πυκνή, παράξενη και εξαίρετα δομημένη ιστορία, περιγράφοντας πώς ακριβώς μια συνηθισμένη γυναίκα απορρίπτει τις συμβάσεις και τις προκαταλήψεις που τη δένουν με το σπίτι της, την οικογένειά της, την κοινωνία μέσα στην οποία ζει. Με ύφος λυρικό και συγχρόνως διαπεραστικό, το βιβλίο αποκαλύπτει τις συνέπειες που επιφέρει αυτή η μεγάλη άρνηση όχι μόνο στην ίδια την ηρωίδα αλλά και στους ανθρώπους του περιβάλλοντός της. Αυτό το συμπαγές, θαυμάσιο και ανατριχιαστικό έργο θα παραμείνει για καιρό στις σκέψεις, ίσως και στα όνειρα, των αναγνωστών. Ένας απίστευτος και αδιάκοπος συνδυασμός ομορφιάς και ανατριχίλας διατρέχει κάθε του σελίδα».
Μπόιντ Τόνκιν, πρόεδρος της κριτικής επιτροπής του Διεθνούς Βραβείου Booker 2016
«Μια ασυνήθιστη, αναπάντεχη αναγνωστική εμπειρία».
The Guardian
ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ
Ο Φίμα είναι πενήντα τεσσάρων ετών, διαζευγμένος δύο φορές και εργάζεται ως υπάλληλος υποδοχής σε μια γυναικολογική κλινική. Είναι επίσης γιος ενός αυτοδημιούργητου εργοστασιάρχη καλλυντικών αλλά, παρά τις λαμπρές πανεπιστημιακές του σπουδές, εξακολουθεί να τον στηρίζει οικονομικά ο ηλικιωμένος πατέρας του. Ο Φίμα ζει στην Ιερουσαλήμ, νιώθει ωστόσο ότι θα έπρεπε να βρίσκεται αλλού. Έχει στο ενεργητικό του διάφορους μυστήριους ερωτικούς δεσμούς, άπειρες φαεινές ιδέες και μια πολλά υποσχόμενη ποιητική συλλογή. Αναρωτιέται ποιος είναι ο σκοπός του κόσμου και γιατί η χώρα του έχει πάρει τον λάθος δρόμο. Τον διακατέχει η ακόρεστη λαχτάρα για κάτι το άπιαστο και η μόνιμη επιθυμία να γυρίσει σελίδα. Να όμως που τώρα, στη διάρκεια ενός μουντού χειμωνιάτικου πρωινού, τον βλέπουμε σε ένα καταθλιπτικό διαμέρισμα να επιδίδεται σε μια ταπεινωτική μάχη, πασχίζοντας να ξεσκαλώσει το πουκάμισό του από το φερμουάρ του παντελονιού του. Με τρόπο συναρπαστικό και στιβαρό, ο Άμος Οζ πλάθει έναν μοναχικό και απρόβλεπτο αντιήρωα, έναν συνδυασμό προφήτη και κλόουν σε διαρκή αναζήτηση, πανέτοιμο ανά πάσα στιγμή για τη συντροφιά μιας γυναίκας, κάποια αποκάλυψη ή την ίδια τη σωτηρία.
«Από τους πλέον αλησμόνητους ήρωες που δημιούργησε ποτέ ο Άμος Οζ. Ο πρωταγωνιστής, ο Φίμα, αποτελεί μια λογοτεχνική διασταύρωση του Θείου Βάνια του Αντόν Τσέχοφ με τον Λέοπολντ Μπλουμ [στον Οδυσσέα] του Τζέιμς Τζόις».
The Washington Post
«Ένα εκπληκτικό μυθιστόρημα. Έχει μια ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα και αναδίδει κάτι μεθυστικό».
The New Yorker
«Η Τρίτη κατάσταση κυκλοφόρησε στο Ισραήλ το 1991, είκοσι τρία χρόνια πριν από τον Ιούδα, το κύκνειο άσμα του Άμος Οζ, και το ενδιαφέρον είναι ότι έχει πολλά κοινά σημεία με το έργο που μαζί με το Ιστορία αγάπης και σκότους θεωρείται από τα αριστουργήματά του».
Από το επίμετρο της Μάγκυς Κοέν
Τον χειμώνα η όμορφη Κοιλάδα του Κλότζκο μετατρέπεται σε ένα μέρος αρκετά ερημικό και μάλλον αφιλόξενο. Μεταξύ των λιγοστών κατοίκων που παραμένουν εκεί είναι η Γιανίνα Ντουσέικο, λάτρης της αστρολογίας, η οποία στον ελεύθερο χρόνο της προσέχει τα σπίτια των απόντων γειτόνων και μεταφράζει ποιήματα του Μπλέικ. Κάπως έτσι γεμίζει τις μέρες της αυτή η ώριμη και μοναχική γυναίκα. Από τους άλλους, πάλι, η ίδια θεωρείται ιδιότροπη και εκκεντρική, αν όχι τρελή, επειδή ακριβώς προτιμά την παρέα των ζώων παρά των ανθρώπων. Ώσπου κάποια στιγμή η γαλήνη του τόπου διαταράσσεται, γίνεται ένας
φόνος. Δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό. Τα πτώματα αυξάνονται και τα θύματα είναι κυνηγοί. Τι συμβαίνει; Η Γιανίνα κάτι υποψιάζεται και αναλαμβάνει να διερευνήσει την υπόθεση. Ακολουθεί όμως τα σωστά ίχνη; Η βραβευμένη με το Νόμπελ Λογοτεχνίας Όλγκα Τοκάρτσουκ αφηγείται μια αντισυμβατική ιστορία μυστηρίου και αγωνίας με γρήγορο ρυθμό και παιγνιώδη διάθεση. Δημιουργεί ένα υπαρξιακό θρίλερ, με κοινωνικό και πολιτικό ορίζοντα, που προσλαμβάνει ωστόσο φιλοσοφικές και μεταφυσικές διαστάσεις. Ένα ακατάτακτο και απολαυστικό μυθιστόρημα για την αξία της ενσυναίσθησης.
«Μια σπουδαία συγγραφέας».
Σβετλάνα Αλεξίεβιτς
«Εντυπωσιακό. Αυτό το βιβλίο της Όλγκα Τοκάρτσουκ είναι διασκεδαστικό και ζωηρό αλλά συγχρόνως δυσοίωνο και ανατριχιαστικό, εγείροντας ορισμένα πολύ σοβαρά ερωτήματα για την ανθρώπινη συμπεριφορά. Τον πιο ειλικρινή θαυμασμό μου για το εξαίρετο έργο της».
Άννυ Πρου
«Ένα καταπληκτικό αμάλγαμα θρίλερ, κωμωδίας και πολιτικής πραγματείας, γραμμένο από μια γυναίκα η οποία συνδυάζει μια ασυνήθιστη νοημοσύνη με μια αναρχική ευαισθησία».
The Guardian
«Τα κείμενά της διαρκώς αποκαλύπτουν απρόβλεπτα θαύματα και άλλες τόσες εκπλήξεις. Δεν υπάρχει είδος λογοτεχνικό που να μην μπορεί να το ανατρέψει. Το μυθιστόρημα Οδήγησε το αλέτρι σου πάνω από τα οστά των νεκρών θα σας κάνει να θέλετε διαβάσετε οτιδήποτε έχει γράψει η Όλγκα Τοκάρτσουκ».
Financial Times
Σ’ αυτό το μυθιστόρημα αναζητώ ποιοι υπήρξαν οι «γνωστοί-άγνωστοι» γονείς μου – όπως συνήθως είναι οι γονείς. Τι διαμόρφωσε τον Εμμανουήλ και την Αικατερίνη πριν παντρευτούν, πριν τους γνωρίσω, πριν συγκρουστούμε με σφοδρότητα, πριν συμφιλιωθούμε αργότερα. Από πού άντλησαν εκείνο το φορτίο πολιτισμών, νοοτροπιών, συμπεριφορών, ακόμη και ιστορικής οπτικής, που μοιραία μου κληροδότησαν.
Αναζήτηση επιτρεπτή, αν όχι και απαραίτητη στην ώριμη ηλικία ενός παιδιού, ενός συγγραφέα – όπως είναι πλέον η δική μου. Παραδόξως, μόνο τώρα αφέθηκαν σε εξομολογήσεις τα κατάλοιπα των νεκρών γονέων, μόνο τώρα αποκρίθηκαν στις ερωτήσεις μου οι παλιές μαυρόασπρες φωτογραφίες τους. Η μνήμη μουανακάλεσε πιο εύκολα τις οικογενειακές προφορικές εξιστορήσεις, που τόσο πολύ διαφέρουν από στόμα σε στόμα, απόάντρα σε γυναίκα, από δωμάτιο σε δωμάτιο, από εποχή σε εποχή. Βρέθηκα στους τόπους, όπου σε ποικίλουςχρόνους και σε καιρούς δύσκολους είχαν ζήσει: ιστορικά χωριά της Κρήτης, προπολεμική Βιέννη και Μπορντό, Αθήνα, Ηράκλειο κι άλλους ακόμη. Τόπους-σκηνικά, αφού ανέκαθεν η οικογένεια είναι ο βαθύς εκρηκτικός πυρήνας κάθε δράματος στη ζωή, στην τέχνη.
Σ’ αυτά τα παραμύθια που δεν είναι παραμύθια αμφισβητώ, επινοώ, κατανοώ, εικάζω, σαρκάζω, και μάλλον συγχωρώ. Στο κάτω-κάτω οι γονείς είναι ο ένας μόνο από τους πολλούς καθρέφτες της αυτογνωσίας μας, ίσως ο πιο σκληρός αλλά και τρυφερός καθρέφτης.
Το βρόμικο κόλπο, να ξεχάσεις μόνον τα άσχημα αλλά να θυμάσαι τα ωραία, δεν πετυχαίνει, η μνήμη διεκδικεί τα νόμιμα, δηλαδή όλα ή τίποτε, δηλαδή ας μείνει κάποιος να θυμάται, να θυμάται και τα ψιλά γράμματα. Υπάρχουν κάμποσα που αλίμονο αν τα θάψει κι αυτά ο νους, δεν πρόκειται για φανταχτερά ενσταντανέ και σκατοπασαλειμμένες αναμνήσεις, πρόκειται για άυλα τιμαλφή. Ευτυχώς ο εγκέφαλος του Μιχάλη Τσιούλη τα είχε κλειδώσει και ασφαλίσει.
Δεν είμαι υποχρεωμένος να μην ονειροπολώ, είπε, ούτε ντε και καλά να αισιοδοξώ και να ευτυχώ, αφού όλα πιο ρηχά, ούτε μύχια της ύπαρξης, ούτε γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, ούτε πού έδυ σου το κάλλος.
Δοκίμασα, συνέχισε, να αρκεστώ στο μικρομεσαίο μου μερτικό καθημερινότητας, να μοιάσω με την πλειοψηφία των πιο νορμάλ, να γίνω και λίγο ζαμανφουτίστας, όμως δεν μου είπε πολλά η πραγματικότητα, δεν ήξερα πώς να κινηθώ άνετα σ’ αυτήν.
Η νύχτα στο θρόνο της, με το αεράκι να περιοδεύει σε όλο το λεκανοπέδιο, σε όλο τον κόλπο του Σαρωνικού και τα άστρα ψηλά να σπιθίζουν ακατάστατα, να κάνουν του κεφαλιού τους.
Τύχη αγαθή, ο Τσιούλης είχε ιδεί το φεγγάρι σε πενήντα, μπορεί και παραπάνω, παραλλαγές. Ολόχρυσο. Ασημένιο. Άσπρο, πελώριο και οριζοντιωμένο σαν αιώρα. Χορτάτο μωρό να αποκοιμιέται στην αγκαλιά ενός κοκκινωπού σύννεφου. Αγέρωχο και ανοξείδωτο να κοντρολάρει την έξαρση της νύχτας. Απόψε δε, μπλαβογκριζοκίτρινο σαν τα μάτια σου, χαζομηχανικέ, κατά τη Σαλονικιά νοσηλεύτρια, κάποτε.
Το δραματικό οδοιπορικό μιας εβραϊκής οικογένειας στις ζοφερές στιγμές του εικοστού αιώνα.
Το χρονικό μιας κοινωνίας που συντρίβεται και αναφύεται μέσα από τα ερείπιά της. Η θυελλώδης ιστορία του μικρού Ιωσήφ, όπως την καταγράφει ένα νυχτερινό παραμύθι: Θεσσαλονίκη, 1917. Οι φλόγες ζώνουν την εβραϊκή συνοικία. Η Μπενούτα με τα παιδιά της βρίσκονται στο σπίτι. Ένας Τσιγγάνος, ο Αγγελής, τους διασώζει την τελευταία στιγμή. Τους μεταφέρει στον καταυλισμό του, μακριά απ' τον όλεθρο. Μεγάλο μέρος της πόλης καταστρέφεται. Ένα πολύτιμο κόσμημα σώζεται.
Ένα κειμήλιο που συνδέει ανθρώπους και γεγονότα.
Εβραίους και Τσιγγάνους. Δυο λαούς με διαφορετική κοσμοαντίληψη αλλά με πεπρωμένο κοινό. Πόλεμος, ναζιστική θηριωδία, Άουσβιτς. Οι σκληρές σελίδες του Ολοκαυτώματος. Η οδύσσεια ενός βραχιολιού.











