Ο ισραηλινός συγγραφέας, που διακρίνεται για τα διηγήματα και τον αυτοσαρκασμό των ηρώων του, μιλάει στον Νίκο Κουρμουλή για το «Βιβλιοδρόμιο».
Ο μόλις 53χρονος Ετγκαρ Κέρετ είναι αδιαμφισβήτητα ένας από τους κορυφαίους μάστορες της μικρής φόρμας του διηγήματος στην περιφέρεια της ευρωπαϊκής ηπείρου. Γεννήθηκε στη μικρή πόλη Ραμάτ Γκαν του Ισραήλ, από γονείς που επιβίωσαν των στρατοπέδων εξόντωσης. Αρχικά δεν σκεφτόταν καν να ασχοληθεί με τη συγγραφή. Η πρώτη του απόπειρα ήταν στα 20 του χρόνια και όπως λέει ο ίδιος στη νέα αυτοβιογραφία του, «ήταν μια καταθλιπτική βλακεία». Αυτό όμως αντί να τον αποθαρρύνει, τον ενδυνάμωσε. Η καριέρα του ξεκίνησε «δειλά» με μερικά διηγήματα, ιστορίες για κόμικς και παιδικά βιβλία. Για να φτάσει αυτή τη στιγμή να θεωρείται ένα από τα μεγάλα εξαγόμενα πολιτιστικά κεφάλαια του Ισραήλ. Οι ιστορίες του γενιούνται στη σφαίρα της καθημερινότητας, έχουν έντονη προφορικότητα με βάση τους χαρακτήρες και καταλήγουν στο όνειρο και το παράλογο.
Με τη συλλογή διηγημάτων «Αναποδιά στην άκρη του γαλαξία» (μτφ. Χρυσούλα Κ. Παπαδοπούλου, Καστανιώτης), ο Ετγκαρ Κέρετ τιμήθηκε με το βραβείο Σαπίρ, την κορυφαία διάκριση στα ισραηλινά γράμματα. Εδώ συναντάμε καυστικές και άκρως ανατρεπτικές ιστορίες, που δείχνουν το εύρος των δυνατοτήτων του συγγραφέα. Ιστορίες που συγκινούν με την ανθρωπιά τους. Ο Ετγκαρ Κέρετ δείχνει την αφθονία των ψυχικών μας διαστάσεων, κάτω από συνθήκες στριμωγμένες, με το μαύρο χιούμορ να αποτελεί ένδειξη του αυτοσαρκασμού του. Ο συγγραφέας μίλησε στο «Βιβλιοδρόμιο» με μεγάλη χαρά, παρά το βαρύ πρόγραμμα του.
«Ξαφνικά βλέπουμε περισσότερο» είπατε πρόσφατα στην εφημερίδα «The Times of Israel», όσον αφορά την πανδημία. Ποιες, κατά τη γνώμη σας, θα είναι οι συνέπειές της;
Πιστεύω ότι η Covid-19 ήρθε για να μείνει. Πέρα από το ιατρικό κομμάτι που σαφώς επηρεάζει τη ζωή μας, η κατάσταση δείχνει εμμέσως πολλά για την τρέχουσα εποχή. Για παράδειγμα η διχοτομική αντιπαράθεση εμβολιαστών – αντιεμβολιαστών είναι για μένα νοσηρά γοητευτική. Διότι ο ιός αποτελεί ένα μείζον ιατρικό ζήτημα και όχι μια θρησκευτική ή ιδεολογική αντιπαράθεση. Η ανθρωπότητα θα περάσει και αυτή τη δοκιμασία, παρά τις διαφωνίες για το ποιο «μοντέλο» θα επικρατήσει. Ταυτόχρονα πολλοί συμπολίτες μου μάχονται σαν ζηλωτές γεμάτοι βεβαιότητα για τις θέσεις τους. Πίσω από όλο αυτό κρύβονται οι μακροχρόνιοι φόβοι, σύνδρομα, άνθρωποι σε διολίσθηση συνολική, που είναι αποτέλεσμα των χρόνων της κρίσης όπως την ονομάσαμε γενικά και αόριστα.
Είστε από τους ελάχιστους διηγηματογράφους σήμερα που τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε κοντά 50 γλώσσες. Τι κάνει τις ιστορίες σας να έχουν παγκόσμια απήχηση;
Πραγματικά δεν γνωρίζω. Μου αρέσει να πιστεύω πως έχει να κάνει με τον τρόπο που χρησιμοποιώ κάπως την ονειρική διάσταση της πραγματικότητας. Οι άνθρωποι σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη μπορεί να διαφέρουν, αλλά το υποσυνείδητό τους μέσες άκρες συγγενεύει.
Οι περισσότερες ιστορίες σας είναι περιστατικά που γεννιούνται από την καθημερινότητα, αλλά συχνότατα της ξεφεύγουν. Με τι τρόπο τις κατασκευάζετε;
Συχνά οι ιστορίες μου εκκινούν από κάποιο γεγονός που προκαλεί αναστάτωση στη ζωή μου. Τη στιγμή εκείνη συνειδητοποιώ πως έχω βρεθεί στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας ή ότι κλειδώθηκα μέσα σ’ ένα μουσείο, μόνος. Οταν αισθάνομαι ότι οι καταστάσεις γύρω μου κυλούν όμορφα, δεν υπάρχει ανάγκη για ιστορίες. Οπου όμως τα πράγματα σκαλώνουν, τότε αρχίζω και τις κατασκευάζω.
Ποια είναι τα βασικά συστατικά πίσω από τη συλλογή «Αναποδιά στην άκρη του γαλαξία»;
Η μοναξιά και η αβεβαιότητα. Δύο έννοιες που ανασύρθηκαν πολύ έντονα και κατά τη διάρκεια της πανδημίας, όμως μας συνοδεύουν από πολύ παλιά.
Οι ιστορίες του τόμου διαθέτουν έντονη προφορικότητα. Ενα αμάλγαμα πικρού χιούμορ και παραλόγου. Πώς καταφέρνετε να ισορροπείτε και τελικά να δημιουργείτε σε τόσο διαφορετικά πεδία;
Κατευθύνω ελάχιστα τις ιστορίες μου. Γράφω περισσότερο από ένστικτο και μάλλον θα έλεγα ό,τι βγαίνει στο χαρτί είναι ακούσιο. Η σκέψη μου καθώς ξεκινώ μια ιστορία πλημμυρίζει από μια διαρκή ανησυχία στα όρια του άγχους και ένα αίσθημα σύγχυσης. Για να μπορώ να ισορροπήσω, επιστρατεύω το χιούμορ, τη φαντασία και φυσικά αυτό που λέμε παράλογο. Είναι η προσφιλής μου τακτική για να αντιμετωπίσω τον εκφοβισμό που μου προκαλεί η πραγματικότητα. Σ’ αυτό συμβάλλουν οι βασικές επιρροές μου, οι οποίες είναι ο Κάφκα, ο Βόνεγκατ, ο Τσάπλιν και οι αδελφοί Κόεν.
Στα κείμενά σας εξετάζετε επίμονα τις μορφές της ανθρώπινης επικοινωνίας. Στο απέραντο και ρευστό περιβάλλον που ζούμε, τι έχει αλλάξει;
Παρατηρώντας τον έφηβο γιο μου να περνά όλη του την κοινωνική ζωή μέσα από οθόνες, με φίλους που ζουν σε διάφορες χώρες και με αρκετούς δεν πρόκειται να συναντηθεί ποτέ, αισθάνομαι πως εκείνα που ήξερα έχουν πια έχει ριζικά αλλάξει. Εγώ μικρός καθόμουν στα καφέ και κρυφάκουγα τους γύρω. Τώρα αυτό δεν συμβαίνει, αφού οι άνθρωποι απορροφημένοι στα κινητά τους, μιλούν σποραδικά. Είναι δυστυχισμένοι ή ευτυχισμένοι, δεν ξέρω. Εκείνο που γνωρίζω είναι πως η δική μου γενιά – ας το πούμε έτσι – ζει την πιο ριζοσπαστική μεταστροφή της κοινωνικής ιστορίας. Οι περισσότεροι δεν μπορούν να αντιληφθούν καν τι έχει συντελεστεί.
Πώς διαλέγετε τους πρωταγωνιστές σας;
Οι ήρωές μου βασίζονται είτε σε πλευρές του εαυτού μου, είτε αποτελούν νοητές προεκτάσεις ανθρώπων που γνωρίζω. Με τον εαυτό μου είμαι λιγότερο επιεικής. Ετσι οι χαρακτήρες που έχουν ως συστατικό υλικό εμένα δεν αντέχονται πολύ. Προτιμώ τους άλλους καλύτερα.
Η πολιτική βρίσκεται στο επίκεντρο ξανά. Ο δημόσιος χώρος βρίσκεται σε αναταραχή. Μπορούμε να επαναπροσδιορίσουμε τις αξίες της Δημοκρατίας;
Ο κόσμος αλλάζει με τρομακτικούς ρυθμούς. Μένουμε πίσω, οι πολιτικοί μας μένουν πίσω, αλλά και σε μας «χάνεται» το, ας πούμε, καθαρό σήμα που είχαμε πριν. Πολλά από τα ζητήματα που θέτουμε τώρα δεν ξέρουμε αύριο πώς θα εξελιχθούν από την τεχνολογική επιτάχυνση και τις συνέπειες των αλλαγών στην οικονομία και την κοινωνία. Μου έρχεται στον νου το σχολείο. Είναι εκπληκτικό πως οι δάσκαλοι γράφουν ακόμη με κιμωλία και διδάσκουν πράγματα που περιορίζονται από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι και λίγο παραπάνω από τα μέσα του 20ού. Ταυτόχρονα οι εθνικές πολιτικές όπως τις γνωρίζαμε πριν μοιάζουν απαρχαιωμένες μπροστά στις αλλεπάλληλες θρησκευτικές και πολυποίκιλες κοινωνικές προκλήσεις. Δεν έχω καμιά αμφιβολία πως χρειάζονται νέες πολιτικές αντιλήψεις που θα αντιμετωπίσουν τη νέα κατάσταση. Το ζήτημα είναι προς ποια κατεύθυνση. Δεν είμαστε σε θέση να μιλάμε γενικά πλέον. Στοιχηματίζω ότι αυτό θα πάρει χρόνια. Οταν κι εμείς πια θα είμαστε απαρχαιωμένοι.
Επηρέασε τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς σας το γεγονός πως οι γονείς σας επιβίωσαν των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης;
Οταν ήμουν πέντε χρονών, οι γονείς μου με πήγαν σ’ ένα εστιατόριο. Κάποια στιγμή όταν φύγαμε παραπονέθηκα στη μητέρα μου ότι το φαγητό ήταν λίγο χάλια. Η μητέρα τότε μου είπε: «Κοίτα γύρω σου προσεκτικά. Είμαστε σ’ έναν χώρο γεμάτο ανθρώπους. Καθένας έχει μπροστά του ένα μαχαίρι κι ένα πιρούνι. Και όμως κανείς δεν κινείται στο να σφάξει τον απέναντι. Μπορείς να συμφωνήσεις ότι ακόμη και αν το φαγητό δεν σου άρεσε, είναι μια ωραία μέρα;». Αυτή η παρατήρησή της είχε τρομακτική επίδραση πάνω μου σαν παιδί. Με έκανε να συνειδητοποιήσω πως υπάρχει κάτι πολύ πιο πέρα από την ορατή πραγματικότητα. Κάτι κρυμμένο μέσα στα ένστικτα. Η διαδρομή μου τελικά και ως συγγραφέα ξεκίνησε από εκείνο το εστιατόριο. Διψούσα να μάθω – με φόβο – όχι μόνο τι συνέβη, αλλά τι θα γινόταν σε ένα προχώρημα της ιστορίας, σε κάποιο εναλλακτικό σύμπαν. Το τραυματικό παρελθόν των γονιών μου με σφράγισε για πάντα. Μου υπενθυμίζει την ευθραυστότητα της κοινωνικής μας δομής και την ευπάθεια της προσωπικής μας ζωής ξεχωριστά.