- Τέχνες
- «Εν τέλει», πάλι ο Λόγος είναι!
Μέσα στην τρικυμία των γεγονότων, καράβι σωτηρίας ανήμπορο τώρα πια η τέχνη, και ο καλλιτέχνης αυτοδίδακτος καπετάνιος, πότε ναυαγός διακεκριμένης θέσης και πότε απόκληρος μιας αυτάρκους επικαιρότητας.
Ένας σκύλος που γαβγίζει ή ένα πουλί που κελαηδάει μέσα στην οχλοβοή, πιστεύοντας ότι θα μπορούσε η φωνή του να καλύψει τη βαβούρα του κόσμου και να της δώσει ρυθμό και νόημα. Και όσο πιο πολύ συνειδητοποιεί την αδυναμία του, είτε απελπίζεται και σωπαίνει για πάντα (προς ικανοποίηση των άσπονδων φίλων του) ή εξακολουθεί να γαβγίζει ακόμα πιο δυνατά, να τραγουδάει γλυκύτερα, μέχρι να σκάσει.
Μόνη του πιθανή ανταμοιβή, οι φευγαλέοι σχολιασμοί των άλλων για την περίπτωσή του. Σπάνια μια μαρτυρία ιστορική, όπως διακαώς ελπίζει.
Κατά τα κέφια του ανοικτίρμονος Θεού.
Κ.Τ.
Γεννήθηκα το 1930 και έζησα τα παιδικά μου χρόνια σε μια Αθήνα καλοκαιρινή, γεμάτη φλεγόμενα μεσημέρια, κίτρινη, άνυδρη, επικίνδυνη, φτωχική, ελληνοκεντρική, φασιστική. Από τα δέκα μου χρόνια μέχρι τα δεκαπέντε, έζησα τον πόλεμο, τη γερμανική κατοχή, τον εμφύλιο, την απεγνωσμένη προσπάθεια επιβίωσης μέσα σε έναν κόσμο νεκρών, ανάπηρων, εξαθλιωμένων, ανήθικων, ταπεινωμένων ζητιάνων, προδοτών αλλά και περήφανων παραστρατημένων κομμουνιστών αγωνιστών. Από τα δεκατέσσερα μέχρι τα δεκαοχτώ μου δούλεψα σαν σκλάβος, βοηθός σπουδαίων μαστόρων στα ντεκόρ των κινηματογράφων.
Στα δεκαοχτώ μπήκα στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, όπου για έξι χρόνια διδάχτηκα μια τυπική ακαδημαϊκή τέχνη, χωρίς καλλιτεχνικές εξάρσεις, και κάτω από άθλιες οικονομικές συνθήκες. Γνώρισα όμως τον έρωτα και τη φιλία και τα υπερασπίστηκα με απέραντο ενθουσιασμό και πάθος.
Στα είκοσι τέσσερα πήγα στρατιώτης κι έτσι έχασα δύο χρόνια, από τα καλύτερα της ζωής μου. Σ’ αυτά τα χαμένα χρόνια όμως, έκανα δυο τρία θαυμάσια έργα ζωγραφικής, έμαθα ιταλικά και κέρδισα μια τρίχρονη κρατική υποτροφία, που μου επέτρεψε να φύγω από την Ελλάδα ως πολιτιστικός μετανάστης.
Το 1957 παντρεύτηκα μια ενδιαφέρουσα και ωραία γυναίκα, τη Φάνια Καπλανίδου, που ήταν πολύ πιο ανεπτυγμένη ακαδημαϊκά και κοινωνικά από εμένα και που της χρωστάω πολλά, γιατί, μέχρι το θάνατό της το 1968, με βοήθησε να σταθώ στα πόδια μου και μου χάρισε τη μοναδική μας κόρη, τη συνέχεια δηλαδή της υλικής μου οντότητας.
Για έντεκα χρόνια ζήσαμε μαζί το θαύμα της Ρώμης και του Παρισιού. Εκεί όμως, γύρω στο 1964-1965, κάτι μέσα μου άλλαξε χωρίς να μπορώ να το προσδιορίσω (ίσως οι πατρικές μου ευθύνες;), και ενώ μέχρι τότε όλα για μένα στη ζωή και την τέχνη ήταν συμπτωματικά και αυθόρμητα, μετατράπηκαν έξαφνα σε συνειδητά και ηθελημένα. Άρχισα να ελέγχω τα αισθήματά μου, τις επιθυμίες μου, το έργο μου.
Και τότε απρόσμενα ήρθε η επιτυχία. Μια επιτυχία που τη χρωστάω στoν Μάικλ και στην Ιλεάνα Σονάμπεντ, αλλά και σε κάποιους ακόμα εμπόρους τέχνης που πίστεψαν σ’ εμένα. Το Βέλγιο, η Ιταλία και η Γερμανία με στήριξαν και άρχισαν να αγοράζουν έργα μου, να γράφουν για μένα, να οργανώνουν εκθέσεις, να γίνονται φίλοι μου. Οι Γάλλοι, αντίθετα, ήταν επιφυλακτικοί απέναντί μου. Από τον απέραντο κόσμο της τέχνης στο Παρίσι, δύο φίλους μόνο έκανα. Τον Ζοζέ Πιερ, στην αρχή της καριέρας μου, και αργότερα τον Πιερ Ρεστανί. Οι άλλοι, απλές γνωριμίες.
Το 1971 φεύγω για το Βερολίνο, όπου έζησα, δούλεψα και εξέθεσα για δεκαοχτώ μήνες μέσα σε μια άλλη πραγματικότητα. Το 1971-1972 ζήσαμε με την Ελένη (τον ώριμο έρωτα της ζωής μου και συνεργάτη στο έργο μου) και τη Μάγια, την κόρη μου, σαν οικογένεια πια, στο Βερολίνο, με υποτροφία της DAAD.
Όταν επέστρεψα στο Παρίσι, μπήκε στη ζωή μου ο Αλέξανδρος Ιόλας, αυτό το μοιραίο για τη διεθνή μου καριέρα πρόσωπο, που βγήκε από τη ζωή μου το 1986, λίγο πριν το θάνατό του.
Το 1973 η Ελένη και η Μάγια γύρισαν στην Αθήνα, κι εγώ, για δώδεκα ολόκληρα χρόνια, ζούσα μεταξύ Παρισιού και Αθήνας, αμελώντας σταδιακά τη διεθνή μου παρουσία και τονίζοντας την παρουσία μου στην Ελλάδα.
Λάθος; Από μια άποψη, σίγουρα ναι. Από μια άλλη όμως, ίσως όχι. Τι θα είχα κάνει ζώντας αιώνια εξόριστος στο Παρίσι ή στη Νέα Υόρκη; Και τι έκανα, αλήθεια, στην Ελλάδα, ανάμεσα σε πραγματικούς φίλους και εχθρούς; Αυτό το ερώτημα δεν θα απαντηθεί ποτέ και πάντα θα με βασανίζει. Από το 1985 μέχρι τώρα, δηλαδή από όταν ξαναγύρισα οριστικά στην Ελλάδα, έκανα έργα πολλά. Άλλα καλά, άλλα μέτρια, άλλα κακά. Ανάμεσά τους καμιά εικοσαριά που έχουν αναλάβει την ευθύνη να διασώσουν το όνομά μου και, θέλω να πιστεύω, την ελληνική συμμετοχή στην παγκόσμια τέχνη των χρόνων που έζησα και που ζω.
Έρχεται όμως μια ώρα που το σήμερα δεν σε χωράει πια, ή δεν σε θέλει, και οι εικόνες του εναλλάσσονται τόσο γρήγορα, που δεν προλαβαίνεις να τις καταγράψεις και να τις επεξεργαστείς. Μόνο το χθες μοιάζει ακίνητο, και σου επιτρέπει, έτσι, να γυρίσεις και να το δεις, να το κατανοήσεις και να δουλέψεις επάνω του, με τον κίνδυνο όμως να μετατραπείς, σαν άλλη Σάρρα, σε στήλη άλατος. Ίσως και το αύριο να σου δίνει κάποιο χρόνο παρατήρησης, μέχρι να πέσει πάνω σου σαν χιονοστιβάδα και να σε παρασύρει, θάβοντάς σε. Κάποτε, το σήμερα γίνεσαι εσύ, ή νομίζεις πως γίνεσαι. Κι έτσι εξασφαλίζεις μια θέση στο παρελθόν, μετατρεπόμενος από έναν ζώντα οργανισμό σε ένα ενδεικτικό τόξο, συνήθως παραπλανητικό, άρα ελπιδοφόρο. Γιατί κάθε σωστή πρόβλεψη σκοτώνει το απροσδόκητο. Από την τέχνη όμως, μόνο και πάντα, το απροσδόκητο δεν προσδοκούμε;
Το 2010 άνοιξε στην Τήνο το μουσείο που φέρει το όνομά μου. Εκεί οργανώνουμε (με τη Χρυσάνθη Κουτσουράκη, που το διευθύνει) και εκθέτουμε κάθε χρόνο και μια άλλη περίοδο της δουλειάς μου, πράγμα που με βοηθάει στην αυτογνωσία και με φέρνει σε επαφή με ένα διαφορετικό κοινό που δεν το είχα μέχρι τώρα γνωρίσει. Ανθρώπους δηλαδή για τους οποίους η τέχνη είναι ή μια σπάνια πολυτέλεια ή κάτι που δεν τους αφορά, ή τουλάχιστον δεν τους αφορούσε. Κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι συγκινούνται κάποτε από τα έργα μου και τα γραφόμενά μου και δεν διστάζουν να το πουν και να το δείξουν.
ΕΠΙΛΟΓΕΣ
Η Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, με το λυρισμό και την εκπληκτική καθαρότητα του λόγου της, με την ευαισθησία του ανθρώπου που ξέρει την ομορφιά, περιγράφει τόπους και χρώματα, κτίσματα, συνήθειες και γεγονότα, αναπολεί μνήμες από το ιστορικό και μυθικό παρελθόν και στήνει γέφυρες ως το παρόν, για να καταδείξει τη συνέχεια του πολιτιστικού μας βίου σ' ένα πλαίσιο αναλλοίωτων ηθικών αξιών και πνευματικής ακτινοβολίας.
Γραφική περιπλάνηση σε χώρους αγαπημένους, στην Ολυμπία, στις Μυκήνες, στην αρχαία Τίρυνθα, στην Επίδαυρο, στην Τροιζήνα, στη βουκολική Αρκαδία.
Από τα ελάχιστα περιηγητικά βιβλία που δε σε κάνουν να πλήττεις.
Η Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, με το λυρισμό και την εκπληκτική καθαρότητα του λόγου της, με την ευαισθησία του ανθρώπου που ξέρει την ομορφιά, περιγράφει τόπους και χρώματα, κτίσματα, συνήθειες και γεγονότα, αναπολεί μνήμες από το ιστορικό και μυθικό παρελθόν και στήνει γέφυρες ως το παρόν, για να καταδείξει τη συνέχεια του πολιτιστικού μας βίου σ' ένα πλαίσιο αναλλοίωτων ηθικών αξιών και πνευματικής ακτινοβολίας.
Γραφική περιπλάνηση σε χώρους αγαπημένους, στη Νάξο, στα νησιά του Σαρωνικού, στην Αττική, στην Εύβοια.
Από τα ελάχιστα περιηγητικά βιβλία που δε σε κάνουν να πλήττεις.
Μια ανεκτίμητη βυζαντινή εικόνα που γίνεται αντικείμενο κλοπής, η υποψία για την ύπαρξη ενός αμύθητου θησαυρού, τα ιερότερα κειμήλια της χριστιανοσύνης που χάθηκαν πριν από επτακόσια χρόνια, κινητοποιούν ένα πλήθος ανθρώπων για την εύρεσή τους. Ανάμεσά τους ένας Αγιορείτης μοναχός με παράξενες δυνάμεις, μια δαιμόνια ντετέκτιβ, ένας μανιώδης Έλληνας συλλέκτης, ένας γοητευτικός Ιταλός τραπεζίτης της μαφίας, ένα σαγηνευτικό μοντέλο, ο ελληνοαλβανοσερβικός υπόκοσμος με τον αδίστακτο νονό της νύχτας αρχηγό του, ένας συντηρητής έργων τέχνης και ο καλύτερος αστυνόμος της ΕΛΑΣ αναμετρούνται σε ευφυΐα και ταχύτητα ώστε να φτάσουν πρώτοι στην ανακάλυψη των κειμηλίων. Πρέπει όμως να πολεμήσουν όλοι εναντίον όλων, να λύσουν άλυτους γρίφους, να εισχωρήσουν στο μυαλό ενός αγιογράφου που πέθανε πριν από επτά αιώνες, να ερωτευτούν, να κυνηγήσουν αλλά και να κυνηγηθούν, να ταξιδέψουν στα άδυτα της βυζαντινής εποχής, τότε που η ιστορία γραφόταν από μοναχούς, Ισπανούς επιδρομείς, ληστές και Τούρκους πειρατές, Βενετούς και Φράγκους ιππότες.
«Ένα “αγγελικά” έξυπνο μυθιστόρημα, που συνδυάζει τη σύγχρονη περιπέτεια με τη βυζαντινή ιστορία και παρασύρει τον αναγνώστη».
ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ
«Το βιβλίο σύντομα γοητεύει τον αναγνώστη, ο οποίος ακολουθεί γητεμένος τη διαδοχή των κεφαλαίων, καθώς η δράση και η συνακόλουθη αγωνία της περιελίσσονται με στιγμές ύφεσης και κορύφωσης».
ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΖΟΥΡΓΟΣ, Το Βήμα
«Ένα καθαρόαιμο περιπετειώδες μυθιστόρημα που ομοιάζει αναλογικά με ένα road movie, καθώς οι ήρωες διασχίζουν την Ελλάδα από πάνω έως κάτω για να ανακαλύψουν έναν θησαυρό».
ΓΙΑΝΝΗΣ Ν. ΜΠΑΣΚΟΖΟΣ, Διαβάζω
Ένα μικρό δεντράκι γίνεται μέλος της οικογένειας Λεμονή και ζει μαζί της όλα όσα σημαίνουν ζωή: χαρές, απώλειες, φόβους και ελπίδα. Μια δυνατή, συγκινητική ιστορία για τη δύναμη της αναγέννησης και για εκείνα που όσο κι αν καούν, βρίσκουν πάντα τον τρόπο να ανθίζουν ξανά.
O Μάρκο Πόλο και ο φίλος του Αντόνιο Μάλφι συνεχίζουν να ταξιδεύουν στο εσωτερικό της Κίνας για χρόνια, ώσπου αρχίζουν να νοσταλγούν την αγαπημένη τους Βενετία. O Αντόνιο συλλογιέται τη μητέρα του και φοβάται μήπως επιστρέφοντας δεν τη βρει ζωντανή. Σκέφτεται και τα καμώματα του συντρόφου τους Μαρτσέλο, που η περιπέτειά του με την κόρη του μεγάλου αυλάρχη στο παλάτι του Κουμπλάι Χαν τους έχει θέσει σε κίνδυνο και ίσως τους στοιχίσει τη ζωή. Καταστρώνουν σχέδια με τον Μάρκο πώς θα καταφέρουν να φύγουν. Βρίσκουν τον τρόπο. Αρχίζει το ταξίδι της επιστροφής, καθώς απ' το παλάτι τους αναθέτουν τη συνοδεία μιας πριγκίπισσας που πάει να παντρευτεί στην Περσία. Επανδρώνουν πλοία και ξεκινούν να διασχίσουν τις Νότιες Θάλασσες και τον Ινδικό Ωκεανό, ως τον Περσικό Κόλπο. Και αρχίζουν νέες περιπέτειες με άγρια κύματα, με πειρατές, με βροχές και καταιγίδες!
ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ
Ο Φίμα είναι πενήντα τεσσάρων ετών, διαζευγμένος δύο φορές και εργάζεται ως υπάλληλος υποδοχής σε μια γυναικολογική κλινική. Είναι επίσης γιος ενός αυτοδημιούργητου εργοστασιάρχη καλλυντικών αλλά, παρά τις λαμπρές πανεπιστημιακές του σπουδές, εξακολουθεί να τον στηρίζει οικονομικά ο ηλικιωμένος πατέρας του. Ο Φίμα ζει στην Ιερουσαλήμ, νιώθει ωστόσο ότι θα έπρεπε να βρίσκεται αλλού. Έχει στο ενεργητικό του διάφορους μυστήριους ερωτικούς δεσμούς, άπειρες φαεινές ιδέες και μια πολλά υποσχόμενη ποιητική συλλογή. Αναρωτιέται ποιος είναι ο σκοπός του κόσμου και γιατί η χώρα του έχει πάρει τον λάθος δρόμο. Τον διακατέχει η ακόρεστη λαχτάρα για κάτι το άπιαστο και η μόνιμη επιθυμία να γυρίσει σελίδα. Να όμως που τώρα, στη διάρκεια ενός μουντού χειμωνιάτικου πρωινού, τον βλέπουμε σε ένα καταθλιπτικό διαμέρισμα να επιδίδεται σε μια ταπεινωτική μάχη, πασχίζοντας να ξεσκαλώσει το πουκάμισό του από το φερμουάρ του παντελονιού του. Με τρόπο συναρπαστικό και στιβαρό, ο Άμος Οζ πλάθει έναν μοναχικό και απρόβλεπτο αντιήρωα, έναν συνδυασμό προφήτη και κλόουν σε διαρκή αναζήτηση, πανέτοιμο ανά πάσα στιγμή για τη συντροφιά μιας γυναίκας, κάποια αποκάλυψη ή την ίδια τη σωτηρία.
«Από τους πλέον αλησμόνητους ήρωες που δημιούργησε ποτέ ο Άμος Οζ. Ο πρωταγωνιστής, ο Φίμα, αποτελεί μια λογοτεχνική διασταύρωση του Θείου Βάνια του Αντόν Τσέχοφ με τον Λέοπολντ Μπλουμ [στον Οδυσσέα] του Τζέιμς Τζόις».
The Washington Post
«Ένα εκπληκτικό μυθιστόρημα. Έχει μια ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα και αναδίδει κάτι μεθυστικό».
The New Yorker
«Η Τρίτη κατάσταση κυκλοφόρησε στο Ισραήλ το 1991, είκοσι τρία χρόνια πριν από τον Ιούδα, το κύκνειο άσμα του Άμος Οζ, και το ενδιαφέρον είναι ότι έχει πολλά κοινά σημεία με το έργο που μαζί με το Ιστορία αγάπης και σκότους θεωρείται από τα αριστουργήματά του».
Από το επίμετρο της Μάγκυς Κοέν
Τον χειμώνα η όμορφη Κοιλάδα του Κλότζκο μετατρέπεται σε ένα μέρος αρκετά ερημικό και μάλλον αφιλόξενο. Μεταξύ των λιγοστών κατοίκων που παραμένουν εκεί είναι η Γιανίνα Ντουσέικο, λάτρης της αστρολογίας, η οποία στον ελεύθερο χρόνο της προσέχει τα σπίτια των απόντων γειτόνων και μεταφράζει ποιήματα του Μπλέικ. Κάπως έτσι γεμίζει τις μέρες της αυτή η ώριμη και μοναχική γυναίκα. Από τους άλλους, πάλι, η ίδια θεωρείται ιδιότροπη και εκκεντρική, αν όχι τρελή, επειδή ακριβώς προτιμά την παρέα των ζώων παρά των ανθρώπων. Ώσπου κάποια στιγμή η γαλήνη του τόπου διαταράσσεται, γίνεται ένας
φόνος. Δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό. Τα πτώματα αυξάνονται και τα θύματα είναι κυνηγοί. Τι συμβαίνει; Η Γιανίνα κάτι υποψιάζεται και αναλαμβάνει να διερευνήσει την υπόθεση. Ακολουθεί όμως τα σωστά ίχνη; Η βραβευμένη με το Νόμπελ Λογοτεχνίας Όλγκα Τοκάρτσουκ αφηγείται μια αντισυμβατική ιστορία μυστηρίου και αγωνίας με γρήγορο ρυθμό και παιγνιώδη διάθεση. Δημιουργεί ένα υπαρξιακό θρίλερ, με κοινωνικό και πολιτικό ορίζοντα, που προσλαμβάνει ωστόσο φιλοσοφικές και μεταφυσικές διαστάσεις. Ένα ακατάτακτο και απολαυστικό μυθιστόρημα για την αξία της ενσυναίσθησης.
«Μια σπουδαία συγγραφέας».
Σβετλάνα Αλεξίεβιτς
«Εντυπωσιακό. Αυτό το βιβλίο της Όλγκα Τοκάρτσουκ είναι διασκεδαστικό και ζωηρό αλλά συγχρόνως δυσοίωνο και ανατριχιαστικό, εγείροντας ορισμένα πολύ σοβαρά ερωτήματα για την ανθρώπινη συμπεριφορά. Τον πιο ειλικρινή θαυμασμό μου για το εξαίρετο έργο της».
Άννυ Πρου
«Ένα καταπληκτικό αμάλγαμα θρίλερ, κωμωδίας και πολιτικής πραγματείας, γραμμένο από μια γυναίκα η οποία συνδυάζει μια ασυνήθιστη νοημοσύνη με μια αναρχική ευαισθησία».
The Guardian
«Τα κείμενά της διαρκώς αποκαλύπτουν απρόβλεπτα θαύματα και άλλες τόσες εκπλήξεις. Δεν υπάρχει είδος λογοτεχνικό που να μην μπορεί να το ανατρέψει. Το μυθιστόρημα Οδήγησε το αλέτρι σου πάνω από τα οστά των νεκρών θα σας κάνει να θέλετε διαβάσετε οτιδήποτε έχει γράψει η Όλγκα Τοκάρτσουκ».
Financial Times
Σ’ αυτό το μυθιστόρημα αναζητώ ποιοι υπήρξαν οι «γνωστοί-άγνωστοι» γονείς μου – όπως συνήθως είναι οι γονείς. Τι διαμόρφωσε τον Εμμανουήλ και την Αικατερίνη πριν παντρευτούν, πριν τους γνωρίσω, πριν συγκρουστούμε με σφοδρότητα, πριν συμφιλιωθούμε αργότερα. Από πού άντλησαν εκείνο το φορτίο πολιτισμών, νοοτροπιών, συμπεριφορών, ακόμη και ιστορικής οπτικής, που μοιραία μου κληροδότησαν.
Αναζήτηση επιτρεπτή, αν όχι και απαραίτητη στην ώριμη ηλικία ενός παιδιού, ενός συγγραφέα – όπως είναι πλέον η δική μου. Παραδόξως, μόνο τώρα αφέθηκαν σε εξομολογήσεις τα κατάλοιπα των νεκρών γονέων, μόνο τώρα αποκρίθηκαν στις ερωτήσεις μου οι παλιές μαυρόασπρες φωτογραφίες τους. Η μνήμη μουανακάλεσε πιο εύκολα τις οικογενειακές προφορικές εξιστορήσεις, που τόσο πολύ διαφέρουν από στόμα σε στόμα, απόάντρα σε γυναίκα, από δωμάτιο σε δωμάτιο, από εποχή σε εποχή. Βρέθηκα στους τόπους, όπου σε ποικίλουςχρόνους και σε καιρούς δύσκολους είχαν ζήσει: ιστορικά χωριά της Κρήτης, προπολεμική Βιέννη και Μπορντό, Αθήνα, Ηράκλειο κι άλλους ακόμη. Τόπους-σκηνικά, αφού ανέκαθεν η οικογένεια είναι ο βαθύς εκρηκτικός πυρήνας κάθε δράματος στη ζωή, στην τέχνη.
Σ’ αυτά τα παραμύθια που δεν είναι παραμύθια αμφισβητώ, επινοώ, κατανοώ, εικάζω, σαρκάζω, και μάλλον συγχωρώ. Στο κάτω-κάτω οι γονείς είναι ο ένας μόνο από τους πολλούς καθρέφτες της αυτογνωσίας μας, ίσως ο πιο σκληρός αλλά και τρυφερός καθρέφτης.
Το βρόμικο κόλπο, να ξεχάσεις μόνον τα άσχημα αλλά να θυμάσαι τα ωραία, δεν πετυχαίνει, η μνήμη διεκδικεί τα νόμιμα, δηλαδή όλα ή τίποτε, δηλαδή ας μείνει κάποιος να θυμάται, να θυμάται και τα ψιλά γράμματα. Υπάρχουν κάμποσα που αλίμονο αν τα θάψει κι αυτά ο νους, δεν πρόκειται για φανταχτερά ενσταντανέ και σκατοπασαλειμμένες αναμνήσεις, πρόκειται για άυλα τιμαλφή. Ευτυχώς ο εγκέφαλος του Μιχάλη Τσιούλη τα είχε κλειδώσει και ασφαλίσει.
Δεν είμαι υποχρεωμένος να μην ονειροπολώ, είπε, ούτε ντε και καλά να αισιοδοξώ και να ευτυχώ, αφού όλα πιο ρηχά, ούτε μύχια της ύπαρξης, ούτε γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, ούτε πού έδυ σου το κάλλος.
Δοκίμασα, συνέχισε, να αρκεστώ στο μικρομεσαίο μου μερτικό καθημερινότητας, να μοιάσω με την πλειοψηφία των πιο νορμάλ, να γίνω και λίγο ζαμανφουτίστας, όμως δεν μου είπε πολλά η πραγματικότητα, δεν ήξερα πώς να κινηθώ άνετα σ’ αυτήν.
Η νύχτα στο θρόνο της, με το αεράκι να περιοδεύει σε όλο το λεκανοπέδιο, σε όλο τον κόλπο του Σαρωνικού και τα άστρα ψηλά να σπιθίζουν ακατάστατα, να κάνουν του κεφαλιού τους.
Τύχη αγαθή, ο Τσιούλης είχε ιδεί το φεγγάρι σε πενήντα, μπορεί και παραπάνω, παραλλαγές. Ολόχρυσο. Ασημένιο. Άσπρο, πελώριο και οριζοντιωμένο σαν αιώρα. Χορτάτο μωρό να αποκοιμιέται στην αγκαλιά ενός κοκκινωπού σύννεφου. Αγέρωχο και ανοξείδωτο να κοντρολάρει την έξαρση της νύχτας. Απόψε δε, μπλαβογκριζοκίτρινο σαν τα μάτια σου, χαζομηχανικέ, κατά τη Σαλονικιά νοσηλεύτρια, κάποτε.
Το δραματικό οδοιπορικό μιας εβραϊκής οικογένειας στις ζοφερές στιγμές του εικοστού αιώνα.
Το χρονικό μιας κοινωνίας που συντρίβεται και αναφύεται μέσα από τα ερείπιά της. Η θυελλώδης ιστορία του μικρού Ιωσήφ, όπως την καταγράφει ένα νυχτερινό παραμύθι: Θεσσαλονίκη, 1917. Οι φλόγες ζώνουν την εβραϊκή συνοικία. Η Μπενούτα με τα παιδιά της βρίσκονται στο σπίτι. Ένας Τσιγγάνος, ο Αγγελής, τους διασώζει την τελευταία στιγμή. Τους μεταφέρει στον καταυλισμό του, μακριά απ' τον όλεθρο. Μεγάλο μέρος της πόλης καταστρέφεται. Ένα πολύτιμο κόσμημα σώζεται.
Ένα κειμήλιο που συνδέει ανθρώπους και γεγονότα.
Εβραίους και Τσιγγάνους. Δυο λαούς με διαφορετική κοσμοαντίληψη αλλά με πεπρωμένο κοινό. Πόλεμος, ναζιστική θηριωδία, Άουσβιτς. Οι σκληρές σελίδες του Ολοκαυτώματος. Η οδύσσεια ενός βραχιολιού.









