- Λογοτεχνία
- Σπασμένος καθρέφτης
Από τα τέλη του 19ου αιώνα ως τη δικτατορία του Φράνκο και τον Εμφύλιο Πόλεμο που σημάδεψε την Ισπανία, σε τούτο το αριστούργημα της σύγχρονης καταλανικής λογοτεχνίας παρακολουθούμε τρεις γενιές μιας αριστοκρατικής οικογένειας, την ακμή και την παρακμή της. Η Τερέζα Γκοντάι, κόρη μιας ιχθυοπώλισσας, σημαδεμένη από ένα λάθος της νιότης, δέχεται να γίνει σύζυγος του γηραιού κυρίου Ροβίρα, ενός τραπεζίτη ερωτευμένου με την ομορφιά της. Έτσι αρχίζει η κοινωνική της ανέλιξη. Σύντομα όμως η ίδια μένει χήρα. Ώσπου κάποια στιγμή ένας εύπορος διπλωμάτης, ο Σαλβαδόρ Βαλντάουρα, τη συναντά και γοητεύεται κι αυτός από τα βελούδινα μάτια της και το μεταδοτικό της γέλιο. Παντρεύονται και μετακομίζουν σε μια εντυπωσιακή, τεραστίων διαστάσεων έπαυλη στα περίχωρα της Βαρκελώνης. Στο σπίτι αυτό, λοιπόν, οι ζωές πολλών ανθρώπων θα ανθίσουν και θα μαραθούν όπως τα λουλούδια, από φοβερά γεγονότα και συντριπτικά συναισθήματα. Ο Σπασμένος καθρέφτης, ένα μυθιστόρημα θαυμαστών θραυσμάτων τα οποία ενώνονται για να αποκαλύψουν το βάθος των βιωμένων πραγμάτων, αφηγείται την ιστορία μιας κομματιασμένης μητριαρχικής δυναστείας που χτίστηκε πάνω στους έρωτες, τα ψέματα, τα μυστικά και τις προδοσίες.
«Η Μερσέ Ροδορέδα με είχε θαμπώσει με εκείνο το φως που αναδύεται από τις λέξεις της. Είναι η μοναδική συγγραφέας (ή ο μοναδικός συγγραφέας) που επισκέφτηκα χωρίς να τη γνωρίζω, παρακινούμενος από έναν ακαταμάχητο θαυμασμό».
Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες
«Ο Σπασμένος καθρέφτης είναι η δάφνη που χτύπησε ένας κεραυνός σε κάποιον πύργο στη Βαρκελώνη στις αρχές του 20ού αιώνα. Είναι μια οικογενειακή δυναστεία με κόντρα φως, με τα εσώψυχα να περιβάλλονται από μια ρόδινη αύρα. Είναι η ιστορία μιας κυρίας κι ενός αρουραίου, μιας υπηρέτριας κι ενός κήπου με παιδιά που μεγαλώνοντας τα κάνουν όλα άνω-κάτω, ενός συνόλου από μυστικά και μιας δολοφονίας. Η Μερσέ Ροδορέδα, σαν την πιο ικανή αράχνη, υφαίνει λεπτά τις λέξεις και φτιάχνει ιστούς ανάμεσα σε λουλούδια για να πιάσει αυτό που πάει να ξεφύγει. Η διάφανη μολυβιά της, σχεδόν αόρατη, ενίοτε ιριδίζουσα, φέρνει στην επιφάνεια τα μυστικά μιας γραφής που πάλλεται σαν ζώο που παραμονεύει. Γοητευμένος από τα πάθη και τις πιο μύχιες, βίαιες και βαθιές στιγμές μιας πλούσιας οικογένειας, ο αναγνώστης χορεύει ξυπόλυτος πάνω σε τούτο τον σπασμένο καθρέφτη και γλιστρά με το ίδιο του το αίμα, αίμα ξένο και αντιστρόφως. Το μεγάλο μυθιστόρημα μιας σπουδαίας συγγραφέως».
Μαρτί Σάλες
Ένα κόσμημα αξίας
Ο Βισένς βοήθησε τον κύριο Νικολάου να μπει στο αυτοκίνητο. «Μάλιστα κύριε, όπως επιθυμείτε». Έπειτα μπήκε η κυρία Τερέζα. Πάντα έτσι το έκαναν, πρώτα εκείνος, μετά εκείνη, γιατί όταν θα έβγαιναν, θα έπρεπε να τον στηρίζουν και οι δύο. Ήταν μανούβρα, γιατί ο κύριος Νικολάου χρειαζόταν πολλή προσοχή. Πήραν την οδό Φοντανέλια και στο Πορτάλ ντελ Άνζελ, έστριψαν στα δεξιά. Τα άλογα τριπόδιζαν κι οι ρόδες, μαύρες και κόκκινες, φρεσκοβερνικωμένες, στριφογυρνούσαν ανάλαφρα ανεβαίνοντας το Πασέτς ντε Γκράσια. Ο κύριος Νικολάου εξηγούσε σε όλους ότι ο Βισένς άξιζε πολλά, ότι αν δεν τον είχε, θα πουλούσε την μπερλίνα γιατί δεν εμπιστευόταν κανέναν άλλον αμαξά. Κι επειδή ο κύριος Νικολάου ήταν γενναιόδωρος, ο Βισένς το εκμεταλλευόταν αρκετά. Ήταν μια συννεφιασμένη μέρα· πού και πού ανάμεσα σε δύο σύννεφα ξεπρόβαλλε μια ξεθωριασμένη και φευγαλέα ηλιαχτίδα. Όλοι ήξεραν, δηλαδή το προσωπικό και κάποιοι φίλοι, ότι ο κύριος Νικολάου ήθελε να κάνει ένα δώρο στην κυρία Τερέζα γιατί όταν γιόρτασαν μισό χρόνο γάμου τής είχε κάνει δώρο μια γιαπωνέζικη ντουλάπα με μαύρο λούστρο, με φίλντισι και χρυσό, πανέμορφη, η οποία ωστόσο δεν την είχε ενθουσιάσει. Εκείνος είχε απογοητευτεί, «τώρα το κατάλαβα, δεν το είχα φανταστεί, και κοστίζει και μια περιουσία, αλλά επειδή εμένα μου αρέσει, θα την κρατήσω κι εσένα θα σου χαρίσω κάτι που να σου αρέσει πραγματικά». Μπροστά στο κοσμηματοπωλείο Μπεγού, ο Βισένς σταμάτησε τα άλογα, κατέβηκε απ’ τη θέση του και καθώς άφηνε το ψηλό του καπέλο πάνω στο κάθισμα, είδε την κυρία Τερέζα ν’ ανοίγει το πορτάκι και να βγαίνει αναπηδώντας σαν πλατώνι. Κι οι δυο μαζί, έβγαλαν τον κύριο Νικολάου απ’ την άμαξα – «απ’ τη δική μου ντουλάπα», όπως έλεγε εκείνος. Ακίνητος στη μέση του πεζοδρομίου, γιατί όταν έβγαινε απ’ την άμαξα του ήταν δύσκολο να σταθεί όρθιος, κοίταξε δυο-τρεις φορές αριστερά-δεξιά, χωρίς να κουνήσει το κεφάλι, σαν να μην ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Τελικά έπιασε το μπράτσο της γυναίκας του και πολύ αργά μπήκαν κι οι δύο στο κοσμηματοπωλείο.
Επειδή ήθελαν να δουν προσωπικά τον κύριο Μπεγού, ένας από τους υπαλλήλους τούς συνόδευσε μέχρι το γραφείο. Ο κύριος Μπεγού ήταν ένας καλοστεκούμενος άντρας, με ροδαλό δέρμα, κοντοκουρεμένα μαλλιά και πυκνά φρύδια. «Ποιος καλός άνεμος σας φέρνει από δω;» αναφώνησε και σηκώθηκε αμέσως μόλις μπήκαν. Είχε καιρό να τους δει και του φάνηκε ότι ο κύριος Ροβίρα είχε γεράσει πολύ· μάλλον δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί στις συγκινήσεις του γάμου. Ο κύριος Ροβίρα μπήκε κατευθείαν στο ψαχνό, «θα ήθελα να μας δείξετε ένα κόσμημα, ένα πραγματικό κόσμημα». Είχε καθίσει σε μια πολυθρόνα με πολύ κάθετη ράχη, για να ξεκουράσει την πλάτη του και σκέφτηκε ότι θα έπρεπε να αγοράσει ένα ζευγάρι πολυθρόνες σαν κι αυτήν. Η Τερέζα κοίταζε τα νύχια του κοσμηματοπώλη, άψογα, περιποιημένα, λαμπερά. Του έριξε μια φευγαλέα ματιά, πρέπει να ήταν περίπου πενήντα, αλλά φαινόταν σαν να είχε κλείσει μόλις τα σαράντα, όρθιος, κομψός, με σκούρο ριγέ κοστούμι και ένα γκρίζο μαργαριτάρι στη μέση της γραβάτας. Κρατούσε μολύβι για παν ενδεχόμενο και τους κοίταζε χαμογελαστός: «Τι είδους κόσμημα θέλετε;». Ο κύριος Νικολάου κοίταξε την Τερέζα κι η Τερέζα είπε ότι, ίσως, μια καρφίτσα για το στήθος. Είχε σκουλαρίκια, είχε δαχτυλίδι, τα βραχιόλια δεν της άρεσαν... Ο κύριος Μπεγού τράβηξε ένα κορδόνι και ζήτησε να του φέρουν τα κουτιά με τις καρφίτσες, όλα. Τα μάτια του ήταν στραμμένα στην Τερέζα, μετά κοίταξε τον κύριο Νικολάου με ένα βλέμμα που τον απογύμνωνε. Ήξερε την ιστορία, ότι ο κύριος Ροβίρα, στα γεράματά του, είχε παντρευτεί με μια κοπέλα πολύ χαμηλής τάξης, ποιος ξέρει τι υπήρχε πέρα από κείνα τα μάτια, που έμοιαζαν τόσο αθώα, και πίσω από τόση ομορφιά. «Αυτοί οι γάμοι κάποιες φορές πηγαίνουν καλά», σκέφτηκε, «καλύτερα όμως να μην το δοκιμάσω». Δεν ήξερε τι να πει. Ο κύριος Νικολάου είχε βήξει δυο-τρεις φορές λες και κόντευε να πεθάνει, πρέπει να είχε πάθει βρογχίτιδα, ο καημένος. «Πολύς καπνός και πολλά λικέρ». Όταν είδε τον υπάλληλο να μπαίνει, ήταν σαν να είχε φύγει από πάνω του ένα βάρος. Το πρώτο κουτί που άνοιξε ήταν γεμάτο με απλές καρφίτσες, και ο κύριος Νικολάου, σχεδόν χωρίς να τις κοιτάξει, του είπε ότι μπορούσε να τις ξαναβάλει στο κουτί. Ήθελε ένα κόσμημα αξίας. Ο κύριος Μπεγού άνοιξε τα άλλα κουτιά με ένα χαμόγελο ικανοποίησης και κοίταξε τον κύριο Νικολάου και τη γυναίκα του. Η Τερέζα, που όλη την ώρα ήταν πολύ σιωπηλή, ξαφνικά έκανε προς τα μπρος και πήρε μία κυκλική καρφίτσα από ρουμπίνια πλεγμένη με δύο κύκλους από διαμάντια. Ήταν μια όμορφη καρφίτσα, όμως ο σύζυγός της την πήρε απ’ τα χέρια της κάνοντας έναν υποτιμητικό μορφασμό και την άφησε στο τραπέζι. Τότε ο κύριος Μπεγού πήγε μέχρι το χρηματοκιβώτιο κι έβγαλε μια θήκη από μαύρο βελούδο. «Είναι το καλύτερο κόσμημα του καταστήματος», είπε αγγίζοντας με το δάχτυλο ένα μπουκέτο από μπριγιάν, μεγάλο σαν παλάμη. Η Τερέζα απόμεινε άφωνη και κούνησε το κεφάλι αριστερά-δεξιά θαρρείς κι αυτό που έβλεπε ήταν ένα όνειρο και ήθελε να ξυπνήσει. Ο κύριος Νικολάου είχε βγάλει την καρφίτσα απ’ τη θήκη και τη ζύγιαζε. «Μήπως είναι υπερβολική;» αναφώνησε η Τερέζα μπουκωμένη απ’ την ευτυχία. Εκείνος ούτε που της απάντησε και με κάπως βραχνή φωνή ζήτησε απ’ τον κοσμηματοπώλη αν ήθελε να στερεώσει την καρφίτσα στο πέτο του φορέματος της γυναίκας του. Έπειτα, καθώς η Τερέζα κοιταζόταν στον καθρέφτη μιας βιτρίνας, ο κύριος Νικολάου άρχισε να μετράει με πολλή ηρεμία ένα μάτσο χαρτονομίσματα που τα άφηνε με ιδιαίτερα επιμελή τρόπο πάνω στο τραπέζι. Ο κύριος Μπεγού τους συνόδευσε μέχρι την πόρτα. «Μάλλον πρέπει να έχει βγάλει χρήματα απ’ το χρηματιστήριο!» σκεφτόταν. Πριν του δώσει το χέρι, ο κύριος Νικολάου τον ρώτησε πού αγόρασε την πολυθρόνα με την κάθετη ράχη. «Στην οδό Πάλια, στο κατάστημα ενός αντικέρ». Ο κύριος Νικολάου τον ευχαρίστησε κι εκείνος τους ευχήθηκε. Όταν μπήκε στην άμαξα, η Τερέζα σκέφτηκε ότι εκείνο το κόσμημα θα ήταν η σωτηρία της.
Ένα πρωινό, μετά από δυο-τρεις εβδομάδες, η Τερέζα έφυγε απ’ το σπίτι αρκετά νωρίς. Ο σύζυγός της εδώ και δύο μέρες είχε ένα δυνατό κρυολόγημα. Του είπε ότι έπρεπε να πάει να δει μια μοδίστρα και ότι δεν θα έπαιρνε την άμαξα γιατί ήθελε να περπατήσει, να πάρει λίγο αέρα, είχε περάσει δύο μέρες κλεισμένη, περιτριγυρισμένη από μικρόβια και μυρωδιά ευκαλύπτου. Μπορούσε να φορέσει την καρφίτσα; Ήθελε να κάνει τη μοδίστρα να μείνει με το στόμα ανοιχτό. Εκείνη η καρφίτσα, όπως έλεγε ο κύριος Μπεγού, ήταν για να εντυπωσιάσει οποιονδήποτε άντρα. «Ο κόσμος που με κοιτάζει, δεν θα σκεφτεί τι κυρία αλλά τι κύριος!» Εκείνος στο κρεβάτι, γέλασε χωρίς πολλή όρεξη. Η Τερέζα ήταν ένα διαμάντι. Τη γνώρισε βλέποντάς την να περνάει αγκαζέ με μια φίλη, μπροστά απ’ τα τραπέζια στο καφέ του Λισέου. Η μητέρα της Τερέζας διατηρούσε ένα μικρό ιχθυοπωλείο στην Μποκερία.4 Εκείνη του το είχε πει από την πρώτη στιγμή, μια μέρα που πήγαινε μόνη και που εκείνος, αφού την ακολούθησε για λίγο, τη ρώτησε αν μπορούσε να τη συνοδεύσει. Βλέπονταν, κι εκείνον τον χειμώνα η μητέρα της Τερέζας πέθανε. Δεν είχε περάσει ένας μήνας που την είχαν θάψει και ο κύριος Νικολάου ρώτησε την Τερέζα αν ήθελε να τον παντρευτεί, όλα όσα μπορούσε να της προσφέρει ήταν η περιουσία του, ήξερε πολύ καλά ότι ήταν γέρος κι ότι καμία κοπέλα δεν θα τον ερωτευόταν. Η Τερέζα του απάντησε ότι θα το σκεφτόταν. Είχε ένα μεγάλο πρόβλημα, ένα παιδί έντεκα μηνών, ένα παραστράτημα επιβλητικό σαν σπίτι. Ο πατέρας του παιδιού ονομαζόταν Μικέλ Μασντέου, ήταν παντρεμένος κι έβγαζε τα προς το ζην, μεταξύ άλλων, ανάβοντας και σβήνοντας τα φανάρια, αλλά η όψη του ήταν πραγματικά τρομακτική. Όταν ο κύριος Νικολάου της ζήτησε να τον παντρευτεί, η Τερέζα έκρυψε το παιδί στο σπίτι μιας θείας της και μετά από κάποιες μέρες είπε το ναι. «Να πάει στην ευχή το ιχθυοπωλείο». Απ’ όλα αυτά φαινόταν ότι είχε περάσει πολύς καιρός ενώ τελικά δεν είχε... Η μέρα ήταν γλυκιά κι ο ήλιος μάγευε. Η Τερέζα περπατούσε σαν να ’χε φτερά στα πόδια. Μετά από λίγη ώρα μπήκε στην είσοδο μιας πολυκατοικίας, έβγαλε την καρφίτσα και τη φύλαξε στο πορτοφόλι της. Ήταν νευρική. Διέσχισε την πλατεία Καταλούνια αργά αργά. Αν δεν ηρεμούσε, δεν θα πήγαινε καλά αυτό που είχε σκοπό να κάνει. Κι έπρεπε να το κάνει αναγκαστικά. Ο σύζυγός της, που ήταν ικανός να ξοδέψει μια περιουσία για να την κάνει να λάμψει, της έδινε χρήματα με το σταγονόμετρο και μια απ’ αυτές τις μέρες θα καταλάβαινε ότι τα χρήματά του θα πετούσαν σύντομα. Αλλά αυτό που την ανησυχούσε περισσότερο ήταν ότι η θεία Αντέλα γερνούσε, μπορεί να πέθαινε οποιαδήποτε μέρα και μετά, τι; Στο Πασέτς ντε Γκράσια δεν υπήρχε πολύς κόσμος. Σε μια βιτρίνα του κοσμηματοπωλείου ήταν ένα κολιέ με διαμάντια με τρεις επιφάνειες, λίγο γκρίζα, όπως εκείνα στη γραβάτα του κυρίου Μπεγού. Η Τερέζα έσπρωξε την πόρτα και μπήκε. Το κοσμηματοπωλείο ήταν στο μισοσκόταδο, ίσως γιατί ήταν πολύ νωρίς. Ο νεαρός με τα κουτιά που την ήξερε, της χαμογέλασε. «Είστε τυχερή, κυρία Ροβίρα, ο κύριος Μπεγού μόλις έφτασε». Ο κύριος Μπεγού, που μάλλον την είχε δει μέσα απ’ τις κουρτίνες, βγήκε αμέσως. «Τι τιμή, κυρία Ροβίρα, θέλετε να περάσετε;» Η Τερέζα τον κοίταξε με ένα βλέμμα μεταξύ περιέργειας κι αγωνίας και μπήκε στο γραφείο. Πάνω στο τραπέζι υπήρχε ένα φωτιστικό με πράσινη λάμπα που την άφηνε στη σκιά. Καλύτερα έτσι, προστατευμένη. Το πήρε απ’ την αρχή. Έβγαλε το μπουκέτο από μπριγιάν απ’ το πορτοφόλι και το ακούμπησε δίπλα στο φωτιστικό. «Θα νομίζετε ότι μου έφυγε κάποιο μπριγιάν κι ότι ήρθα να παραπονεθώ». Επειδή η Τερέζα δεν έλεγε τίποτα, ο κύριος Μπεγού τη ρώτησε αν υπήρχε κάποιο πρόβλημα. «Σας χάλασε το κούμπωμα απ’ το μπουκέτο;» «Όχι, ήρθα για να μου το αγοράσετε». Ο κύριος Μπεγού σηκώθηκε και πλησίασε σε μια βιτρίνα, έκανε μισή στροφή και ξανακάθισε. Το ζήτημα ήταν ευαίσθητο, δεν ήξερε πώς ν’ αρχίσει. «Θα ήθελα να σας κάνω μια ερώτηση, αλλά δεν τολμώ... Δεν έχω την παραμικρή πρόθεση να σας προσβάλω». Σηκώθηκε ξανά, πέρασε το χέρι απ’ τα μαλλιά του και τελικά το αποφάσισε: «Το ξέρει ο σύζυγός σας;». Η Τερέζα απάντησε αμέσως: «Όχι». Και κοιτάζοντάς τον με μελοδραματικό ύφος, πρόσθεσε: «Ο σύζυγός μου δεν το ξέρει κι ούτε πρέπει να το μάθει ποτέ». Αυτό που εκείνη ήθελε ήταν εκείνος, ο κύριος Μπεγού, να της αγοράσει την καρφίτσα, με λιγότερα προφανώς απ’ όσα είχε κοστίσει. Ο κύριος Μπεγού έτριψε το μάγουλο και την κοίταξε για λίγο σαν να μην μπορούσε να καταλάβει όσα είχε ακούσει μόλις. Η Τερέζα του είπε ότι χρειαζόταν τα χρήματα. «Εσείς κι εγώ θα κάνουμε μια συμφωνία· πρέπει να μου υποσχεθείτε ότι δεν θα εκθέσετε αυτό το κόσμημα ούτε θα το πουλήσετε τους επόμενους τρεις μήνες και ότι πριν το πουλήσετε, αν το πουλήσετε, θα αντιγράψετε το σχέδιο». Ο κύριος Μπεγού χαμογέλασε με τα μάτια γεμάτα κακία κι η Τερέζα πρόσθεσε: «Σας ικανοποιούν τα δύο τρίτα απ’ όσα πλήρωσε ο σύζυγός μου; Δεν σας δίνω τον λόγο μου, αλλά είναι πολύ πιθανό να το ξαναγοράσουμε». Ο κύριος Μπεγού έπαψε να χαμογελάει και πήρε μια επιταγή. Η Τερέζα, με μια κίνηση του χεριού, τον σταμάτησε: «Όχι, καμία επιταγή». Ο κύριος Μπεγού την κοίταξε με βλέμμα συνενοχής, «αν χτες δεν είχα καθυστερήσει να πάω στην τράπεζα, θα ήμουν υποχρεωμένος να σας πω να ξανάρθετε». Άνοιξε το χρηματοκιβώτιο κι έβγαλε ένα μάτσο από χαρτονομίσματα. «Θέλετε να τα μετρήσετε;» «Δεν χρειάζεται, ό,τι πείτε εσείς». Τότε, ο κύριος Μπεγού, που καθώς της έδινε τα χαρτονομίσματα της άγγιξε απαλά τις άκρες των δαχτύλων της, έβαλε το κόσμημα, στο γραφείο, μέσα σ’ ένα συρτάρι. Η Τερέζα σηκώθηκε κι εκείνος της έπιασε διακριτικά το χέρι. «Θα ιδωθούμε ξανά;» Διασχίζοντας το κοσμηματοπωλείο, εκείνη του απάντησε με πολύ φυσική φωνή: «Είναι σχεδόν βέβαιο».
Πιάνοντας το πορτοφόλι απ’ το κούμπωμα, πήγε μέχρι τη στάση με τις άμαξες. Όταν έφτασε στο σπίτι της θείας της τής Αντέλα, η γειτόνισσα, που σκούπιζε το κατώφλι, της είπε ότι δεν ήταν κανείς, αλλά ότι η κυρία Αντέλα θα επέστρεφε αμέσως. Αν ήθελε, μπορούσε να περιμένει... Η θεία Αντέλα εμφανίστηκε μετά από λίγο, εξαντλημένη, με ένα καλάθι στο χέρι και το παιδί κοιμισμένο στο λαιμό της. Έβαλαν το παιδί στο κρεβατάκι και πήγαν στην τραπεζαρία. Η Τερέζα της είπε με δυο κουβέντες αυτό που έπρεπε να κάνει, να ειδοποιήσει τον Μικέλ και να του δώσει εκείνα τα χρήματα. Έβγαλε το μάτσο με τα χαρτονομίσματα από το πορτοφόλι και πήρε τα μισά. «Ο Μικέλ θα υιοθετήσει το παιδί, έχουμε μιλήσει γι’ αυτό, η γυναίκα του είναι σύμφωνη». Εκείνη δεν ήξερε φυσικά ότι ήταν δικό του. Ο Μικέλ της είχε πει μια πολύ θλιβερή και μπερδεμένη ιστορία κι επειδή εκείνοι δεν μπορούσαν να κάνουν παιδιά, την είχε πείσει. Τα άλλα μισά χρήματα θα τα έδινε όταν το παιδί θα βαφτιζόταν. «Εγώ θα είμαι η νονά του ώστε όταν μεγαλώσει να μπορεί να ’ρθει να με δει κι εγώ να μπορώ να το βοηθήσω, δεν θέλω να ’χω ένα παιδί χαμένο κάπου στον κόσμο». Η θεία Αντέλα φαινόταν ότι είχε μπερδευτεί, αλλά έλεγε ναι σε όλα. «Μ’ αυτά τα χρήματα ο Μικέλ κι η γυναίκα του θα μπορούν να πάρουν μια ανάσα». Είναι σαφές ότι ο Μικέλ δεν είχε φερθεί καλά κι όταν είχαν αρχίσει να έχουν σχέση δεν της είχε πει ότι ήταν παντρεμένος, αλλά εκείνη δεν ένιωθε πικρία γιατί τον Μικέλ τον είχε ερωτευτεί. Η θεία Αντέλα της είπε να μην ανησυχεί, ότι θα έκανε ό,τι μπορούσε. «Θέλεις να πας να δεις πώς κοιμάται;» Το παιδί κοιμόταν σαν άγγελος. Δεν της άρεσε πολύ, γιατί της φαινόταν ότι η μύτη του πήγαινε προς τα πάνω, όπως και η δική της, αλλά ενώ θεωρούσε αστεία τη δική της, του παιδιού την έβρισκε άσχημη. Το σκέπασε καλά. «Φεύγω, θεία, βιάζομαι πολύ». Στο κατώφλι της πόρτας τής έδωσε χρήματα: «Αυτά είναι για σας» και της είπε να μείνει ήσυχη, ότι ποτέ δεν θα της έλειπε τίποτα.
Έπρεπε να βρει ένα φαρμακείο, όχι πολύ μακριά απ’ το σπίτι της μοδίστρας, που θα πήγαινε για να προβάρει ένα φόρεμα. Είχε ένα στη γωνία. Μόλις μπήκε στο χολ είπε στις κοπέλες να κάνουν γρήγορα γιατί δεν αισθανόταν πολύ καλά. Έπειτα από μισή ώρα, κατεβαίνοντας τη σκάλα, συνειδητοποίησε ότι της έτρεμαν τα χέρια. Σταμάτησε στο πεζοδρόμιο. «Με λίγη τύχη όλα θα πάνε καλά», σκέφτηκε κι αφέθηκε να πέσει κάτω στηριζόμενη στον τοίχο. Αμέσως την περιτριγύρισαν κάποιοι άνθρωποι κι ένας κύριος τη βοήθησε να σηκωθεί. Στο φαρμακείο της έδωσαν να μυρίσει ένα μπουκαλάκι, εκείνη είπε ότι γύριζαν όλα γύρω της κι ότι είχε παντρευτεί πριν από λίγο καιρό. Ο φαρμακοποιός χαμογέλασε και της ετοίμασε ένα φάρμακο: «Να παίρνετε λίγο στην άκρη του κουταλιού με νερό κάθε δύο ώρες». Ο κύριος που την είχε βοηθήσει πήγε να βρει μια άμαξα. «Αν δεν σας πειράζει, θα σας συνοδεύσω». «Θα μου κάνετε μεγάλη χάρη». Η γυναίκα που άνοιξε την πόρτα τούς είδε να φτάνουν, αυτό ήθελε η Τερέζα, και τη βοήθησε ν’ ανέβει τη σκάλα. Η Φελίσια της άνοιξε την πόρτα. «Αν ο κύριος ρωτήσει για μένα, να του πείτε ότι επέστρεψα κουρασμένη, ότι δεν αισθάνομαι πολύ καλά». Και ξάπλωσε αμέσως. Το βράδυ, η Φελίσια της έφερε ένα ποτήρι γάλα και της εξήγησε ότι ο κύριος ήταν πολύ εξαντλημένος, αλλά όταν έμαθε ότι εκείνη χρειάστηκε να πλαγιάσει είχε στείλει να βρουν τον γιατρό. Η Τερέζα τρόμαξε, αλλά δεν χρειάστηκε να επινοήσει πολλά, είχε αυξημένους παλμούς και λίγα δέκατα.
Η Μερσέ Ροδορέδα ι Γκουργκί γεννήθηκε στη Βαρκελώνη το 1908 και πέθανε στη Ζιρόνα το 1983. Θεωρείται ευρέως η κορυφαία Καταλανή συγγραφέας του 20ού αιώνα. Παραμένει η πιο διαβασμένη και μεταφρασμένη εκπρόσωπος της σύγχρονης καταλανικής λογοτεχνίας. Το 1937 απέσπασε το Βραβείο Crexells για το βιβλίο της Aloma (οριστική έκδοση 1969). Μετά τον Ισπανικό Εμφύλιο έζησε εξόριστη στη Γαλλία και την Ελβετία. Το 1958 εξέδωσε τη συλλογή διηγημάτων Vint-i-dos contes και το 1962 την Πλατεία Διαμαντιού (La plaça del Diamant), το πλέον γνωστό και εμβληματικό μυθιστόρημά της. Ακολούθησαν τα έργα El carrer de les Camèlies (1966), Jardí vora el mar (1967), La meva Cristina i altres contes (1967). Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 επέστρεψε στην πατρίδα της και ολοκλήρωσε το μυθιστόρημα Mirall trencat (Σπασμένος καθρέφτης, 1974). Το 1980 δημοσιεύτηκαν τα Viatges i flors και Quanta, quanta guerra, ενώ το La mort i la primavera το 1986, μετά τον θάνατό της.
ΕΠΙΛΟΓΕΣ
O Μάρκο Πόλο και ο φίλος του Αντόνιο Μάλφι συνεχίζουν να ταξιδεύουν στο εσωτερικό της Κίνας για χρόνια, ώσπου αρχίζουν να νοσταλγούν την αγαπημένη τους Βενετία. O Αντόνιο συλλογιέται τη μητέρα του και φοβάται μήπως επιστρέφοντας δεν τη βρει ζωντανή. Σκέφτεται και τα καμώματα του συντρόφου τους Μαρτσέλο, που η περιπέτειά του με την κόρη του μεγάλου αυλάρχη στο παλάτι του Κουμπλάι Χαν τους έχει θέσει σε κίνδυνο και ίσως τους στοιχίσει τη ζωή. Καταστρώνουν σχέδια με τον Μάρκο πώς θα καταφέρουν να φύγουν. Βρίσκουν τον τρόπο. Αρχίζει το ταξίδι της επιστροφής, καθώς απ' το παλάτι τους αναθέτουν τη συνοδεία μιας πριγκίπισσας που πάει να παντρευτεί στην Περσία. Επανδρώνουν πλοία και ξεκινούν να διασχίσουν τις Νότιες Θάλασσες και τον Ινδικό Ωκεανό, ως τον Περσικό Κόλπο. Και αρχίζουν νέες περιπέτειες με άγρια κύματα, με πειρατές, με βροχές και καταιγίδες!
O Αντόνιο Μάλφι, ο νεαρός φίλος του Μάρκο Πόλο, που ύστερα από μύριες όσες περιπέτειες έφτασε μαζί του ως τη βαθιά Ανατολή, στο βασίλειο του Κουμπλάι Χαν, είναι θαμπωμένος απ' τα όσα έχει δει και κυρίως από τα πλούτη και το χρυσάφι του Μεγάλου Βασιλιά. Γι' αυτό αισθάνεται ευγνωμοσύνη για το φίλο του Μάρκο, που τον πήρε μαζί του στο ταξίδι, και πίστη απέναντι στον Κουμπλάι Χαν, που έθεσε στη διάθεσή τους όλα τα καλά του Θεού στις επαρχίες της απέραντης Κίνας, όπου τους έστειλε να κάνουν επιθεώρηση. O Αντόνιο δεν μπορεί να συγχωρήσει την τρέλα του Μαρτσέλο, ενός νέου από τη συνοδεία τους, που έχει ερωτική σχέση με την κόρη του μεγάλου αυλάρχη και τελικά δεν τους ακολουθεί στη μεγάλη τους περιπέτεια στις αχανείς εκτάσεις της μυθικής Κίνας. Μήπως τάχα και οι ίδιοι, εξαιτίας του Μαρτσέλο, αντιμετωπίσουν την οργή του αυτοκράτορα;
Ζωγράφισαν: Παναγιώτης Γράββαλος, Στέφανος Δασκαλάκης, Κυριάκος Κατζουράκης, Αντώνης Κέπετζης, Δημήτρης Μυταράς, Φαίδων Πατρικαλάκις, Δήμος Σκουλάκης, Βασίλης Σπεράντζας, Νίκος Στεφάνου, Παναγιώτης Τέτσης, Αλέκος Φασιανός, Μανώλης Χάρος
Με τίτλο Ποίηση και Ποιητική και μια σειρά 82 κειμένων ο Αντώνης Φωστιέρης, από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της εμβληματικής Γενιάς του ’70, εκθέτει στο νέο του βιβλίο τις απόψεις, τις θέσεις και τις εμπειρίες από τη μακρόχρονη θητεία του στην πρώτη γραμμή της ποιητικής πράξης.
Την πλειοψηφία των κειμένων αποτελούν συνομιλίες και συνεντεύξεις του, που είδαν κατά καιρούς το φως σε λογοτεχνικά κυρίως έντυπα, και πραγματεύονται με ύφος γλαφυρό, δοκιμιακής βαθύτητας αλλά ταυτόχρονα απόλυτα εύληπτο και ζωηρό, πολυάριθμα ζητήματα που αφορούν τόσο στην Ποίηση (ως έννοια αφηρημένη ή ενσαρκωμένη στη γραφή) όσο και στην Ποιητική (ως ποικιλόμορφη διαδικασία αυτής της ενσάρκωσης): από εκείνα που ανάγονται στη λειτουργία του ποιητικού λόγου έως εκείνα που αναφέρονται στις σχέσεις με την παράδοση, το βιωματικό υπόστρωμα, τον παιγνιώδη, τον κρυπτικό ή τον κοινωνικό του χαρακτήρα· από γλωσσικά, υφολογικά, τεχνικά και μεθοδολογικά έως θέματα συγγένειας με τις άλλες τέχνες, τη φιλοσοφία και την επιστήμη· από προβλήματα γύρω από την εξωγλωσσική του εμβέλεια ή τη δραστικότητα των εκφραστικών σχημάτων και της διακειμενικότητας έως τον ρόλο της έμπνευσης, του αναγνώστη, του διαδικτύου και της κριτικής. Και άλλα πολλά.
Εκτός από το κύριο σώμα των Συνομιλιών, που συνιστούν ένα είδος «δοκιμιακών διαλόγων», το βιβλίο περιλαμβάνει και μια ενότητα με «Μονολόγους», κείμενα ομόλογης θεματικής, που εξακτινώνονται και σε παράπλευρους χώρους, όπως στη γλώσσα, στη μετάφραση, στα λογοτεχνικά ρεύματα, στη Γενιά του ’70 κλπ.
Οι διακοπές τελειώνουν, τα εγγόνια φεύγουν, τα παιχνίδια μαζεύονται… Κι όμως, το σπίτι της γιαγιάς δεν ησυχάζει ποτέ στ’ αλήθεια! Ανάμεσα σε παζλ, ινδιάνικες σκηνές από σεντόνια, μεγεθυντικούς φακούς και μυστικά στο μπαλκόνι, ένα «μαγικό» αυγό μένει ξεχασμένο μέσα σ’ ένα ποτήρι νερό. Όχι, δεν είναι πασχαλινό. Αλλά μήπως κάθε αυγό κρύβει τη δική του έκπληξη;
«Σιγά μη βγει και κροκοδειλάκι!» γέλασε η γιαγιά. Κι όμως… κάποιες ανοιξιάτικες μέρες, όταν η φαντασία ανθίζει όπως τα λουλούδια στο μπαλκόνι, τα πιο απίθανα πράγματα μπορούν να συμβούν!
Ένα τρυφερό και διασκεδαστικό βιβλίο για τη δύναμη της παιδικής φαντασίας, τις μοναδικές στιγμές γιαγιάς και εγγονιών και τις πιο απρόσμενες εκπλήξεις που μπορούν να χωρέσουν σε ένα απλό ποτήρι με νερό. Γιατί τελικά ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να σκάσει από ένα αυγό!
ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ
Ο Φίμα είναι πενήντα τεσσάρων ετών, διαζευγμένος δύο φορές και εργάζεται ως υπάλληλος υποδοχής σε μια γυναικολογική κλινική. Είναι επίσης γιος ενός αυτοδημιούργητου εργοστασιάρχη καλλυντικών αλλά, παρά τις λαμπρές πανεπιστημιακές του σπουδές, εξακολουθεί να τον στηρίζει οικονομικά ο ηλικιωμένος πατέρας του. Ο Φίμα ζει στην Ιερουσαλήμ, νιώθει ωστόσο ότι θα έπρεπε να βρίσκεται αλλού. Έχει στο ενεργητικό του διάφορους μυστήριους ερωτικούς δεσμούς, άπειρες φαεινές ιδέες και μια πολλά υποσχόμενη ποιητική συλλογή. Αναρωτιέται ποιος είναι ο σκοπός του κόσμου και γιατί η χώρα του έχει πάρει τον λάθος δρόμο. Τον διακατέχει η ακόρεστη λαχτάρα για κάτι το άπιαστο και η μόνιμη επιθυμία να γυρίσει σελίδα. Να όμως που τώρα, στη διάρκεια ενός μουντού χειμωνιάτικου πρωινού, τον βλέπουμε σε ένα καταθλιπτικό διαμέρισμα να επιδίδεται σε μια ταπεινωτική μάχη, πασχίζοντας να ξεσκαλώσει το πουκάμισό του από το φερμουάρ του παντελονιού του. Με τρόπο συναρπαστικό και στιβαρό, ο Άμος Οζ πλάθει έναν μοναχικό και απρόβλεπτο αντιήρωα, έναν συνδυασμό προφήτη και κλόουν σε διαρκή αναζήτηση, πανέτοιμο ανά πάσα στιγμή για τη συντροφιά μιας γυναίκας, κάποια αποκάλυψη ή την ίδια τη σωτηρία.
«Από τους πλέον αλησμόνητους ήρωες που δημιούργησε ποτέ ο Άμος Οζ. Ο πρωταγωνιστής, ο Φίμα, αποτελεί μια λογοτεχνική διασταύρωση του Θείου Βάνια του Αντόν Τσέχοφ με τον Λέοπολντ Μπλουμ [στον Οδυσσέα] του Τζέιμς Τζόις».
The Washington Post
«Ένα εκπληκτικό μυθιστόρημα. Έχει μια ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα και αναδίδει κάτι μεθυστικό».
The New Yorker
«Η Τρίτη κατάσταση κυκλοφόρησε στο Ισραήλ το 1991, είκοσι τρία χρόνια πριν από τον Ιούδα, το κύκνειο άσμα του Άμος Οζ, και το ενδιαφέρον είναι ότι έχει πολλά κοινά σημεία με το έργο που μαζί με το Ιστορία αγάπης και σκότους θεωρείται από τα αριστουργήματά του».
Από το επίμετρο της Μάγκυς Κοέν
Τον χειμώνα η όμορφη Κοιλάδα του Κλότζκο μετατρέπεται σε ένα μέρος αρκετά ερημικό και μάλλον αφιλόξενο. Μεταξύ των λιγοστών κατοίκων που παραμένουν εκεί είναι η Γιανίνα Ντουσέικο, λάτρης της αστρολογίας, η οποία στον ελεύθερο χρόνο της προσέχει τα σπίτια των απόντων γειτόνων και μεταφράζει ποιήματα του Μπλέικ. Κάπως έτσι γεμίζει τις μέρες της αυτή η ώριμη και μοναχική γυναίκα. Από τους άλλους, πάλι, η ίδια θεωρείται ιδιότροπη και εκκεντρική, αν όχι τρελή, επειδή ακριβώς προτιμά την παρέα των ζώων παρά των ανθρώπων. Ώσπου κάποια στιγμή η γαλήνη του τόπου διαταράσσεται, γίνεται ένας
φόνος. Δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό. Τα πτώματα αυξάνονται και τα θύματα είναι κυνηγοί. Τι συμβαίνει; Η Γιανίνα κάτι υποψιάζεται και αναλαμβάνει να διερευνήσει την υπόθεση. Ακολουθεί όμως τα σωστά ίχνη; Η βραβευμένη με το Νόμπελ Λογοτεχνίας Όλγκα Τοκάρτσουκ αφηγείται μια αντισυμβατική ιστορία μυστηρίου και αγωνίας με γρήγορο ρυθμό και παιγνιώδη διάθεση. Δημιουργεί ένα υπαρξιακό θρίλερ, με κοινωνικό και πολιτικό ορίζοντα, που προσλαμβάνει ωστόσο φιλοσοφικές και μεταφυσικές διαστάσεις. Ένα ακατάτακτο και απολαυστικό μυθιστόρημα για την αξία της ενσυναίσθησης.
«Μια σπουδαία συγγραφέας».
Σβετλάνα Αλεξίεβιτς
«Εντυπωσιακό. Αυτό το βιβλίο της Όλγκα Τοκάρτσουκ είναι διασκεδαστικό και ζωηρό αλλά συγχρόνως δυσοίωνο και ανατριχιαστικό, εγείροντας ορισμένα πολύ σοβαρά ερωτήματα για την ανθρώπινη συμπεριφορά. Τον πιο ειλικρινή θαυμασμό μου για το εξαίρετο έργο της».
Άννυ Πρου
«Ένα καταπληκτικό αμάλγαμα θρίλερ, κωμωδίας και πολιτικής πραγματείας, γραμμένο από μια γυναίκα η οποία συνδυάζει μια ασυνήθιστη νοημοσύνη με μια αναρχική ευαισθησία».
The Guardian
«Τα κείμενά της διαρκώς αποκαλύπτουν απρόβλεπτα θαύματα και άλλες τόσες εκπλήξεις. Δεν υπάρχει είδος λογοτεχνικό που να μην μπορεί να το ανατρέψει. Το μυθιστόρημα Οδήγησε το αλέτρι σου πάνω από τα οστά των νεκρών θα σας κάνει να θέλετε διαβάσετε οτιδήποτε έχει γράψει η Όλγκα Τοκάρτσουκ».
Financial Times
Σ’ αυτό το μυθιστόρημα αναζητώ ποιοι υπήρξαν οι «γνωστοί-άγνωστοι» γονείς μου – όπως συνήθως είναι οι γονείς. Τι διαμόρφωσε τον Εμμανουήλ και την Αικατερίνη πριν παντρευτούν, πριν τους γνωρίσω, πριν συγκρουστούμε με σφοδρότητα, πριν συμφιλιωθούμε αργότερα. Από πού άντλησαν εκείνο το φορτίο πολιτισμών, νοοτροπιών, συμπεριφορών, ακόμη και ιστορικής οπτικής, που μοιραία μου κληροδότησαν.
Αναζήτηση επιτρεπτή, αν όχι και απαραίτητη στην ώριμη ηλικία ενός παιδιού, ενός συγγραφέα – όπως είναι πλέον η δική μου. Παραδόξως, μόνο τώρα αφέθηκαν σε εξομολογήσεις τα κατάλοιπα των νεκρών γονέων, μόνο τώρα αποκρίθηκαν στις ερωτήσεις μου οι παλιές μαυρόασπρες φωτογραφίες τους. Η μνήμη μουανακάλεσε πιο εύκολα τις οικογενειακές προφορικές εξιστορήσεις, που τόσο πολύ διαφέρουν από στόμα σε στόμα, απόάντρα σε γυναίκα, από δωμάτιο σε δωμάτιο, από εποχή σε εποχή. Βρέθηκα στους τόπους, όπου σε ποικίλουςχρόνους και σε καιρούς δύσκολους είχαν ζήσει: ιστορικά χωριά της Κρήτης, προπολεμική Βιέννη και Μπορντό, Αθήνα, Ηράκλειο κι άλλους ακόμη. Τόπους-σκηνικά, αφού ανέκαθεν η οικογένεια είναι ο βαθύς εκρηκτικός πυρήνας κάθε δράματος στη ζωή, στην τέχνη.
Σ’ αυτά τα παραμύθια που δεν είναι παραμύθια αμφισβητώ, επινοώ, κατανοώ, εικάζω, σαρκάζω, και μάλλον συγχωρώ. Στο κάτω-κάτω οι γονείς είναι ο ένας μόνο από τους πολλούς καθρέφτες της αυτογνωσίας μας, ίσως ο πιο σκληρός αλλά και τρυφερός καθρέφτης.
Το βρόμικο κόλπο, να ξεχάσεις μόνον τα άσχημα αλλά να θυμάσαι τα ωραία, δεν πετυχαίνει, η μνήμη διεκδικεί τα νόμιμα, δηλαδή όλα ή τίποτε, δηλαδή ας μείνει κάποιος να θυμάται, να θυμάται και τα ψιλά γράμματα. Υπάρχουν κάμποσα που αλίμονο αν τα θάψει κι αυτά ο νους, δεν πρόκειται για φανταχτερά ενσταντανέ και σκατοπασαλειμμένες αναμνήσεις, πρόκειται για άυλα τιμαλφή. Ευτυχώς ο εγκέφαλος του Μιχάλη Τσιούλη τα είχε κλειδώσει και ασφαλίσει.
Δεν είμαι υποχρεωμένος να μην ονειροπολώ, είπε, ούτε ντε και καλά να αισιοδοξώ και να ευτυχώ, αφού όλα πιο ρηχά, ούτε μύχια της ύπαρξης, ούτε γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, ούτε πού έδυ σου το κάλλος.
Δοκίμασα, συνέχισε, να αρκεστώ στο μικρομεσαίο μου μερτικό καθημερινότητας, να μοιάσω με την πλειοψηφία των πιο νορμάλ, να γίνω και λίγο ζαμανφουτίστας, όμως δεν μου είπε πολλά η πραγματικότητα, δεν ήξερα πώς να κινηθώ άνετα σ’ αυτήν.
Η νύχτα στο θρόνο της, με το αεράκι να περιοδεύει σε όλο το λεκανοπέδιο, σε όλο τον κόλπο του Σαρωνικού και τα άστρα ψηλά να σπιθίζουν ακατάστατα, να κάνουν του κεφαλιού τους.
Τύχη αγαθή, ο Τσιούλης είχε ιδεί το φεγγάρι σε πενήντα, μπορεί και παραπάνω, παραλλαγές. Ολόχρυσο. Ασημένιο. Άσπρο, πελώριο και οριζοντιωμένο σαν αιώρα. Χορτάτο μωρό να αποκοιμιέται στην αγκαλιά ενός κοκκινωπού σύννεφου. Αγέρωχο και ανοξείδωτο να κοντρολάρει την έξαρση της νύχτας. Απόψε δε, μπλαβογκριζοκίτρινο σαν τα μάτια σου, χαζομηχανικέ, κατά τη Σαλονικιά νοσηλεύτρια, κάποτε.
Το δραματικό οδοιπορικό μιας εβραϊκής οικογένειας στις ζοφερές στιγμές του εικοστού αιώνα.
Το χρονικό μιας κοινωνίας που συντρίβεται και αναφύεται μέσα από τα ερείπιά της. Η θυελλώδης ιστορία του μικρού Ιωσήφ, όπως την καταγράφει ένα νυχτερινό παραμύθι: Θεσσαλονίκη, 1917. Οι φλόγες ζώνουν την εβραϊκή συνοικία. Η Μπενούτα με τα παιδιά της βρίσκονται στο σπίτι. Ένας Τσιγγάνος, ο Αγγελής, τους διασώζει την τελευταία στιγμή. Τους μεταφέρει στον καταυλισμό του, μακριά απ' τον όλεθρο. Μεγάλο μέρος της πόλης καταστρέφεται. Ένα πολύτιμο κόσμημα σώζεται.
Ένα κειμήλιο που συνδέει ανθρώπους και γεγονότα.
Εβραίους και Τσιγγάνους. Δυο λαούς με διαφορετική κοσμοαντίληψη αλλά με πεπρωμένο κοινό. Πόλεμος, ναζιστική θηριωδία, Άουσβιτς. Οι σκληρές σελίδες του Ολοκαυτώματος. Η οδύσσεια ενός βραχιολιού.









