- Λογοτεχνία
- Ορατή σαν αόρατη
«Δεν μπορείς να πεθάνεις αν δεν γράψεις αυτήν την ιστορία».
«Για να την γράψω πρέπει κάποιος να πεθάνει πρώτα».
Έρχονταν κι έφευγαν οι εποχές, οι μέρες καταπίνανε τις μέρες, κι η Λεύκα παράδερνε μες στην σιωπή και στους δισταγμούς της. Όλο ένοιωθε να την φυσάει το αεράκι της ευφορίας, να παρακινείται συθέμελα να γράψει επιτέλους την «ιστορία φάντασμα», όλο μαζεύονταν τα σύννεφα πάνω από το κεφάλι της, κι έλεγες τώρα θ’ ανοίξουν οι κρουνοί και να πώς ξεκινούν οι καταιγίδες. Πέφτανε τότε μερικές ωραίες στάλες, το ρίγος την συνέπαιρνε, κι ύστερα πάλι όλα χάνονταν, κρύβονταν κατά πού δεν ξέρουμε. Και πόσο ακόμα να περιμένει ν’ αποδημήσει ένας άνθρωπος για να λάβει το λάκτισμα, την ευλογία!... Πώς αντέχω και δεν απελπίζομαι; αναρωτιόταν, την ώρα που μέσα της βαθειά εφτά φορές είχε αλλάξει δέρμα απ’ την απελπισία. Κι εκεί ήταν το ζήτημα: οι φοβερότερες στιγμές και σκέψεις, οι πιο ανείπωτες, δύνανται άραγε να γραφούν σ’ ένα χαρτί ή μήτε στον αιώνα τον άπαντα; Δύναται να «κρυφτεί» η ίδια μέσα σ’ αυτά που έγραφε ή μόνο να κρυφτεί απ’ αυτά; Κι αν δεν υπήρχε διαφορά;
Μια μαγική αναζήτηση για τα άρρητα της γραφής, μέσα στα μυστικότερα μονοπάτια της μυθοπλασίας· γιατί τα καλύτερα είναι αυτά που δεν γράφονται και το πιο σημαντικό ποτέ δεν το λέμε.
Η Ζυράννα Ζατέλη γεννήθηκε στον Σοχό Θεσσαλονίκης το 1951. Σπούδασε θέατρο στην Αθήνα, μα δεν ασχολείται παρά με το γράψιμο. Η Περσινή αρραβωνιαστικιά είναι το πρώτο της βιβλίο με διηγήματα (1984). Ακολούθησε το Στην ερημιά με χάρι (1986), επίσης με διηγήματα. Το 1993 εκδόθηκε το μυθιστόρημά της Και με το φως του λύκου επανέρχονται (Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 1994) και το 2001 το μυθιστόρημα Ο θάνατος ήρθε τελευταίος, πρώτο μέρος της τριλογίας Με το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους (Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2002). Το 2006 κυκλοφόρησε το αφήγημα Οι μαγικές βέργες του αδελφού μου, το 2009 το μυθιστόρημα Το πάθος χιλιάδες φορές, δεύτερο μέρος της τριλογίας Με το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους, το 2011 η συλλογή αφηγημάτων Ηδονή στον κρόταφο και το 2017 τα Τετράδια ονείρων. Το 2021 εκδόθηκε το μυθιστόρημα Ορατή σαν αόρατη, με το οποίο ολοκληρώνεται η τριλογία της. Έχει τιμηθεί με το Βραβείο Μυθιστορήματος της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου της (2010). Τα βιβλία της μεταφράστηκαν και κυκλοφορούν στην Γαλλία, την Γερμανία, την Ιταλία, την Ολλανδία, την Σερβία, την Ρωσία, την Λιθουανία και στις ΗΠΑ.
ΕΠΙΛΟΓΕΣ
Το μυθιστόρημα εστιάζεται στη νύχτα που πυρπολήθηκε η Αθήνα, την Κυριακή 12 Φεβρουαρίου του 2012.
Μια πρώην φιλόλογος και μια πρώην ζωγράφος, που βρίσκονται να συγκατοικούν σε έναν «ξενώνα» του υποβαθμισμένου κέντρου, βγαίνουν κρυφά στις διαδηλώσεις. Η λοξή ματιά τους εισδύει –με τον δικό της ιδιαίτερο τρόπο– στην αόρατη και συμβολική πλευρά των βίαιων συγκρούσεων. Πανικοβάλλονται, χάνονται μέσα στη δική τους πόλη, εξωθούνται στην επαιτεία, χωρίς να χάσουν την προσωπική τους αίσθηση πραγμάτων. Επιστρέφοντας είναι πιο κοντά στην ανέφικτη Ιθάκη.
Ο αναρχικός γιος της μιας, ο χρυσαυγίτης μιας τρίτης που τις φροντίζει, μια νεαρή μετανάστρια και το παιδί της, ο γιατρός και η κοινωνική λειτουργός, τα φαντάσματα ενός ετοιμόρροπου αθηναϊκού σπιτιού και, φυσικά, οι νεοάστεγοι διασταυρώνονται με ποικίλους τρόπους μαζί τους είτε στη σπαρασσόμενη Αθήνα είτε λίγο αργότερα.
Σ’ αυτό το ανθρωποκεντρικό πολιτικό μυθιστόρημα, η απερχόμενη γενιά του Πολυτεχνείου ανοίγει τον δύσκολο, τον αναγκαίο, αν όχι και μοιραίο διάλογό της με τις σημερινές εξεγέρσεις, με τη μεγάλη ανατροπή της ζωής τα τελευταία χρόνια, με τη μνήμη αλλά και με την Άκρα Ταπείνωση του άστεως.
Σε μια απομακρυσμένη γωνιά της Ισλανδίας, ένα παιδί, ο φίλος του ο Μπάρδουρ και άλλοι ψαράδες μπακαλιάρου ξανοίγονται στα παγωμένα νερά. Μια σφοδρή θύελλα τους αιφνιδιάζει καταμεσής του ωκεανού και ο Μπάρδουρ, που έχει ξεχάσει τη νιτσεράδα του καθώς ήταν βαθιά απορροφημένος απ’ τον Απολεσθέντα Παράδεισο του Μίλτον, υποκύπτει στο φονικό ψύχος και πεθαίνει. Συγκλονισμένο από την απώλεια, το παιδί επιστρέφει στη στεριά και ξεκινάει ένα ριψοκίνδυνο ταξίδι διασχίζοντας όλο το νησί για να επιστρέψει το βιβλίο στον κάτοχό του, έναν τυφλό γερο-καπετάνιο. Ο πόνος του γίνεται και δικός μας, το ίδιο και η ελπίδα του. Οι κακουχίες και οι κίνδυνοι του ταξιδιού ουδόλως το πτοούν – είναι αποφασισμένο ν’ ανταμώσει το φίλο του στο θάνατο. Μόλις όμως βρεθεί στo Χωριό βυθίζεται στις ζωές και στις ιστορίες των κατοίκων του. Το Παράδεισος και Κόλαση είναι μια ιστορία που διαδραματίζεται στις αρχές του 20ού αιώνα, ένα κείμενο ζωντανό και αιώνιο, γεμάτο λυρισμό, όπου κάθε λέξη βρίσκεται στη σωστή θέση. Ένα μυθιστόρημα υπνωτιστικής δύναμης, ένα από κείνα τα πολύ σπάνια αναγνώσματα από τα οποία κανείς δεν βγαίνει αλώβητος, μια σαγηνευτική αποκάλυψη.
ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΚΑΙ ΚΟΛΑΣΗ
«Μια ανεπανάληπτη ποιητική αφήγηση [...] σαν μια αργόσυρτη ανάσα μέσα απ’ το βυθό της θάλασσας».
Le Monde
«Πραγματική ανακάλυψη, αποκάλυψη μάλλον [...] δεν αφήνεις την προσοχή σου να εκτραπεί ούτε στιγμή για να μη χάσεις την παραμικρή λεπτομέρεια».
Livres Hebdo
ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
«Είναι ένας συγγραφέας των παρορμήσεων και των λεπτών αποχρώσεων. Δημιουργεί ένα σύμπαν όπου η φωτιά καίει κάτω απ’ τον πάγο, ένα σύμπαν όπου τα αισθήματα αναβλύζουν απροειδοποίητα, θαμπώνει με μια έξοχη ωδή στη ζωή που τη διαπερνά η σκιά του θανάτου... Μετά το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας (1955) στον Χάλντορ Λάξνες, σίγουρα η Σουηδική Ακαδημία θα έχει μια σοβαρή υποψηφιότητα».
Lire
ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ
«Στην Τριλογία, ο Στέφανσον συνδέει επιτυχώς την αφήγηση με ένα παιδί και κρατάει την ιστορία του ζωντανή – τις μνήμες της οικογένειάς του και την οδυνηρή υποχρέωση να ζήσει γι’ αυτές, τη συνήθειά του να εξωτερικεύει την κάθε του σκέψη, την καλοσύνη του, την πίστη του στις λέξεις και στην ποίηση. Είναι ο μοναδικός χαρακτήρας της Τριλογίας που δεν έχει όνομα· και δεν το χρειάζεται».
Times Literary Supplement
Στους Πλάνητες η Όλγκα Τοκάρτσουκ συνυφαίνει αφηγήσεις και στοχασμούς για τη σημασία του ταξιδιού με μια συναρπαστική διερεύνηση του ανθρώπινου σώματος. Από τα παλάτια των σουλτάνων και τα αλλοτινά θαυματοφυλάκια ως τις μοντέρνες αίθουσες αναχωρήσεων των αεροδρομίων, το λαμπρό αυτό μυθιστόρημα συνιστά μια αξέχαστη περιπλάνηση στον χώρο και στον χρόνο. Από τον 17ο αιώνα, έχουμε τον Ολλανδό Φίλιππο Φερχέιεν που ανέτμησε και σχεδίασε το κομμένο του πόδι. Στον 18ο αιώνα, την ιστορία ενός σκλάβου τον οποίο ταρίχευσαν μετά θάνατον και εξέθεσαν στην Αυστρία. Φτάνοντας στον 19ο αιώνα, παρακολουθούμε τη μυστική πορεία της καρδιάς του Σοπέν από το Παρίσι προς τη Βαρσοβία. Και στο παρόν, μοιραζόμαστε τις δοκιμασίες μιας γυναίκας που συνοδεύει τον σύζυγό της σε μια κρουαζιέρα στην Ελλάδα, καθώς επίσης την οδυνηρή εμπειρία ενός άντρα του οποίου η σύζυγος και το παιδί εξαφανίζονται μυστηριωδώς στην Κροατία. Με απαράμιλλη χάρη και διαπεραστική ενσυναίσθηση, η Πολωνή συγγραφέας μάς οδηγεί κάπου πέρα από την επιφάνεια του σύγχρονου καιρού, βαθιά στον πυρήνα της ύπαρξής μας. Η έκδοση συμπληρώνεται από τη θαυμάσια διάλεξη που έδωσε στο πλαίσιο της βράβευσής της με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.
«Μια σπουδαία συγγραφέας».
Σβετλάνα Αλεξίεβιτς
«Ανέκαθεν τη θεωρούσα έναν άνθρωπο με εκπληκτικές λογοτεχνικές ικανότητες. Με τους Πλάνητες μου το απέδειξε. Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα πολωνικά βιβλία που έχω διαβάσει εδώ και πολλά χρόνια».
Γέζι Σοσνόφσκι
«Η Όλγκα Τοκάρτσουκ συγκαταλέγεται στους κορυφαίους συγγραφείς του ευρωπαϊκού ανθρωπισμού. Οι Πλάνητες εγγράφονται στην ηπειρωτική παράδοση του λογοτεχνικού στοχασμού ή του λεγόμενου δοκιμιακού μυθιστορήματος. Ένα βιβλίο ιδανικό για να μας συντροφέψει σε αυτούς τους ταραγμένους, φανατισμένους καιρούς».
Κάπκα Κασάμποβα, The Guardian
«Οι Πλάνητες θα μπορούσαν να θεωρηθούν και ένας υποδειγματικός κατάλογος για τους τρόπους με τους οποίους η ίδια η αφήγηση δύναται να εξυπηρετήσει έναν συγγραφέα ώστε να πει μια ιστορία».
Άνταμ Μαρς-Τζόουνς, The London Review of Books
Ο αφηγητής είναι ένας διακεκριμένος άντρας στα πενήντα του, ο Γουίλιαμ Φρέντερικ Κόλερ, καθηγητής πανεπιστημίου κάπου στις μεσοδυτικές πολιτείες των ΗΠΑ. Το βασικό θέμα που τον απασχολεί είναι το Τρίτο Ράιχ. Έχει μόλις ολοκληρώσει το μεγάλο του έργο, μια μελέτη με τίτλο Ενοχή και αθωότητα στη χιτλερική Γερμανία. Το μόνο που του απομένει είναι μια εισαγωγή. Κάθεται, λοιπόν, να γράψει το σχετικό κείμενο, αλλά πολύ σύντομα διολισθαίνει σε ένα ανεξήγητο αδιέξοδο. Αντί για εισαγωγή, αρχίζει να γράφει ένα άλλο βιβλίο, μιαν άλλη ιστορία – την ιστορία του ίδιου του ιστορικού. Αυτό είναι το εντελώς αντίθετο από τη σαφώς τεκμηριωμένη και αιτιοκρατικά προσδιορισμένη ιστορία του Ράιχ. Είναι κάτι υποκειμενικό και ιδιωτικό, που δεν έχει σχήμα ούτε κίνηση, ενώ η Ιστορία είναι αντικειμενική και δημόσια, διαθέτει τάξη και κατεύθυνση. Αυτό που γράφει ο Κόλερ είναι κάτι χαοτικό, σκοτεινό, γεμάτο ψέματα και αποκρύψεις, κενά και επαναλήψεις. Μάλιστα η εισαγωγή του είναι τόσο προσωπική που φοβάται μήπως την ανακαλύψει η γυναίκα του, κι έτσι κρύβει αυτές τις σελίδες ανάμεσα στις σελίδες του βιβλίου του, εκεί που ξέρει ότι δεν θα εντοπιστούν. Ταυτόχρονα, ο Κόλερ ξεκινά να σκάβει ένα τούνελ στο υπόγειο του σπιτιού του. Το συγκριμένο τούνελ αντικατοπτρίζει και την ανασκαφή που επιχειρεί μέσα στην ίδια του τη ζωή – στα συναισθήματά του, στο παρελθόν του, στις λίγες αγάπες και στα πολλά μίση του. Το γράψιμο, το σκάψιμο, η δική μας ανάγνωση συνεχίζονται μαζί, ανοίγοντας μια τρύπα στη γλώσσα και στον χρόνο, μια τρύπα που πλησιάζει και παράλληλα απομακρύνεται από τα μυστικά που διέπουν τον πυρήνα αυτού του μυθιστορήματος – τον φασισμό της καρδιάς. Το Τούνελ, ένα βιβλίο που διαμορφωνόταν επί τριάντα χρόνια, εμφανίστηκε στο λογοτεχνικό προσκήνιο το 1995 και αμέσως χαιρετίστηκε ως ένα αδιαμφισβήτητο αριστούργημα των σύγχρονων γραμμάτων.
«Το πιο όμορφο, το πιο πολυσύνθετο, το πιο συνταρακτικό μυθιστόρημα της εποχής μας».
Μάικλ Σίλβερμπλατ, The Los Angeles Times
«Το Τούνελ είναι ένα εντυπωσιακό επίτευγμα, ένα λογοτεχνικό δώρο που κρύβει συγκλονιστικά τεχνάσματα. Επί εκατοντάδες σελίδες, ένας από τους πλέον επιδέξιους μάγους της γλώσσας βγάζει λαγούς μέσα από προτάσεις και δημιουργεί σπινθηροβόλες αλληγορίες μπροστά στα μάτια μας».
Μάικλ Ντίρντα, The Washington Post
«Οι ανεξίτηλα χαραγμένες αναμνήσεις μιας επαρχιακής παιδικής ηλικίας είναι τόσο πλούσιες σε αίσθηση και λεπτομέρεια, που η γραφή γίνεται ενίοτε σαγηνευτική, υπνωτιστική... Το Τούνελ έρχεται αντιμέτωπο με το ερώτημα κατά πόσο η αγριότητα του 20ού αιώνα μπορεί να ενσωματωθεί σε μια τέχνη πρόθυμη να σκάψει αρκετά βαθιά».
Κρίστοφερ Λέμαν-Χάουπτ, The New York Times
«Ο Γουίλιαμ Χ. Γκας έχει γράψει ένα βιβλίο που σκάβει βαθιά μέσα μας και μετά ουρλιάζει σαν ζώο, ένα βιβλίο που μας χώνει τον τρόμο ενός ολόκληρου αιώνα σαν ένεση απευθείας στο μυαλό».
Άλμπερτ Μομπίλιο, The Voice Literary Supplement
Μια γυναίκα με ασυνήθιστη εμφάνιση φτάνει σ’ ένα χωριό που εγκαταλείπεται από τους κατοίκους του λόγω κατολισθήσεων, επιλέγει ένα απομονωμένο σπίτι και περιμένει το «άλλο χιόνι».
Σ’ αυτό το σκηνικό εγκατάλειψης η γυναίκα θα παρασυρθεί σε αναπάντεχες περιπέτειες, σε μια περιδίνηση σε τόπους κοντινούς αλλά και σε ανεξερεύνητα μέρη της ύπαρξής της.
Θα συναντήσει έναν σπουδαίο και οργισμένο ποιητή που επίσης κρύβεται, θα παραστεί ψυχρή σαν άγαλμα σ’ έναν απρόσμενο γάμο αλά Κουστουρίτσα, θα βρεθεί με τα «ρετάλια» του παλιού κοινοβίου, τον Ρόθκο, τον Καίσαρα και την αινιγματική Αισθήρ.
Κανείς όμως απ’ όλους αυτούς δε θα ασκήσει πάνω της την καταλυτική επιρροή της Χιονάτης, όπως ονομάζει ένα αμίλητο κορίτσι που το φέρνει η χιονοθύελλα.
Ένα μυθιστόρημα αινιγματικό και ταυτοχρόνως λυτρωτικό, γεμάτο συμπόνια αλλά και πολλά ερωτήματα.
Είναι τελικώς η αγάπη η μέγιστη πλάνη; Ή μήπως ο ύψιστος σκοπός;
Η Νοσταλγία είναι ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα που διαρθρώνεται σε πέντε νουβέλες, οι οποίες διασταυρώνονται σε μια ενιαία επικράτεια όπου η μνήμη συναντά το όνειρο. Ανοίγει με τον «Ρουλετίστα», την απίθανη ιστορία ενός φουκαρά που δεν είδε ποτέ την τύχη να του χαμογελά, ο οποίος όμως πλουτίζει, άθελά του, συμμετέχοντας σε μακάβριους γύρους του ρωσικού παιχνιδιού, και κλείνει με τον «Αρχιτέκτονα», την περιπέτεια ενός καθημερινού ανθρώπου που αποκτά εμμονή με τον ήχο της κόρνας του αυτοκινήτου του, χωρίς ωστόσο να υποψιάζεται τα αποτελέσματα, την επερχόμενη αποκάλυψη. Μεσολαβούν φαντασμαγορικοί αφηγηματικοί μαίανδροι, εφιαλτικοί και εκστατικοί. Στον «Λοξοπάλαβο», ένας μεσσίας προεφηβικής ηλικίας χάνει κάθε δύναμη όταν αφυπνίζεται η δική του σεξουαλικότητα και καταδιώκεται από τους οπαδούς του. Στους «Διδύμους», ο συγγραφέας διερευνά τις αλλόκοτες διαστάσεις της νεανικής οργής, ενώ στο «ΡΕΜ» ξετυλίγει το πεπρωμένο μιας ώριμης γυναίκας, η οποία έχει ερωτευτεί έναν φοιτητή στο κομμουνιστικό Βουκουρέστι, που ανάγεται έτσι, σκοτεινό και μαγευτικό συνάμα, στην κατηγορία της οικουμενικής πόλης. Το βιβλίο που καθιέρωσε τον Μίρτσεα Καρταρέσκου ως τον κορυφαίο λογοτέχνη της σημερινής Ρουμανίας.
«Ένα βιβλίο διόλου κοινό, μια ξαφνική λάμψη στο ξέθωρο στερέωμα των ευρωπαϊκών γραμμάτων».
Le Monde
«Ο Καρταρέσκου είναι ένας ψυχεδελικός Προυστ, ένας φιλολογικός γευσιγνώστης της Αποκαλύψεως ο οποίος, συγχρόνως, απολαμβάνει τα λεπτά αρώματα του απομεσήμερου των παιδικών του χρόνων».
Frankfurter Allgemeine Zeitung
«Η Νοσταλγία είναι γοητευτική, γεμάτη πάθος και εκπλήξεις – όπως μόνο η γνήσια λογοτεχνία καταφέρνει να είναι».
Los Angeles Times
«Δημιουργός ενός κόσμου που ισορροπεί μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, ο Καρταρέσκου αποτελεί όντως μια αποκάλυψη».
El País
«Ένας συγγραφέας που είχε ανέκαθεν εξασφαλισμένη τη θέση του σε έναν αστερισμό που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τους Aδελφούς Γκριμ, τον Φραντς Κάφκα, τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες, τον Μπρούνο Σουλτς, τον Χούλιο Κορτάσαρ, τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, τον Μίλαν Κούντερα και τον Μίλοραντ Πάβιτς».
Αντρέι Κοντρέσκου
ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ
Ο Φίμα είναι πενήντα τεσσάρων ετών, διαζευγμένος δύο φορές και εργάζεται ως υπάλληλος υποδοχής σε μια γυναικολογική κλινική. Είναι επίσης γιος ενός αυτοδημιούργητου εργοστασιάρχη καλλυντικών αλλά, παρά τις λαμπρές πανεπιστημιακές του σπουδές, εξακολουθεί να τον στηρίζει οικονομικά ο ηλικιωμένος πατέρας του. Ο Φίμα ζει στην Ιερουσαλήμ, νιώθει ωστόσο ότι θα έπρεπε να βρίσκεται αλλού. Έχει στο ενεργητικό του διάφορους μυστήριους ερωτικούς δεσμούς, άπειρες φαεινές ιδέες και μια πολλά υποσχόμενη ποιητική συλλογή. Αναρωτιέται ποιος είναι ο σκοπός του κόσμου και γιατί η χώρα του έχει πάρει τον λάθος δρόμο. Τον διακατέχει η ακόρεστη λαχτάρα για κάτι το άπιαστο και η μόνιμη επιθυμία να γυρίσει σελίδα. Να όμως που τώρα, στη διάρκεια ενός μουντού χειμωνιάτικου πρωινού, τον βλέπουμε σε ένα καταθλιπτικό διαμέρισμα να επιδίδεται σε μια ταπεινωτική μάχη, πασχίζοντας να ξεσκαλώσει το πουκάμισό του από το φερμουάρ του παντελονιού του. Με τρόπο συναρπαστικό και στιβαρό, ο Άμος Οζ πλάθει έναν μοναχικό και απρόβλεπτο αντιήρωα, έναν συνδυασμό προφήτη και κλόουν σε διαρκή αναζήτηση, πανέτοιμο ανά πάσα στιγμή για τη συντροφιά μιας γυναίκας, κάποια αποκάλυψη ή την ίδια τη σωτηρία.
«Από τους πλέον αλησμόνητους ήρωες που δημιούργησε ποτέ ο Άμος Οζ. Ο πρωταγωνιστής, ο Φίμα, αποτελεί μια λογοτεχνική διασταύρωση του Θείου Βάνια του Αντόν Τσέχοφ με τον Λέοπολντ Μπλουμ [στον Οδυσσέα] του Τζέιμς Τζόις».
The Washington Post
«Ένα εκπληκτικό μυθιστόρημα. Έχει μια ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα και αναδίδει κάτι μεθυστικό».
The New Yorker
«Η Τρίτη κατάσταση κυκλοφόρησε στο Ισραήλ το 1991, είκοσι τρία χρόνια πριν από τον Ιούδα, το κύκνειο άσμα του Άμος Οζ, και το ενδιαφέρον είναι ότι έχει πολλά κοινά σημεία με το έργο που μαζί με το Ιστορία αγάπης και σκότους θεωρείται από τα αριστουργήματά του».
Από το επίμετρο της Μάγκυς Κοέν
Τον χειμώνα η όμορφη Κοιλάδα του Κλότζκο μετατρέπεται σε ένα μέρος αρκετά ερημικό και μάλλον αφιλόξενο. Μεταξύ των λιγοστών κατοίκων που παραμένουν εκεί είναι η Γιανίνα Ντουσέικο, λάτρης της αστρολογίας, η οποία στον ελεύθερο χρόνο της προσέχει τα σπίτια των απόντων γειτόνων και μεταφράζει ποιήματα του Μπλέικ. Κάπως έτσι γεμίζει τις μέρες της αυτή η ώριμη και μοναχική γυναίκα. Από τους άλλους, πάλι, η ίδια θεωρείται ιδιότροπη και εκκεντρική, αν όχι τρελή, επειδή ακριβώς προτιμά την παρέα των ζώων παρά των ανθρώπων. Ώσπου κάποια στιγμή η γαλήνη του τόπου διαταράσσεται, γίνεται ένας
φόνος. Δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό. Τα πτώματα αυξάνονται και τα θύματα είναι κυνηγοί. Τι συμβαίνει; Η Γιανίνα κάτι υποψιάζεται και αναλαμβάνει να διερευνήσει την υπόθεση. Ακολουθεί όμως τα σωστά ίχνη; Η βραβευμένη με το Νόμπελ Λογοτεχνίας Όλγκα Τοκάρτσουκ αφηγείται μια αντισυμβατική ιστορία μυστηρίου και αγωνίας με γρήγορο ρυθμό και παιγνιώδη διάθεση. Δημιουργεί ένα υπαρξιακό θρίλερ, με κοινωνικό και πολιτικό ορίζοντα, που προσλαμβάνει ωστόσο φιλοσοφικές και μεταφυσικές διαστάσεις. Ένα ακατάτακτο και απολαυστικό μυθιστόρημα για την αξία της ενσυναίσθησης.
«Μια σπουδαία συγγραφέας».
Σβετλάνα Αλεξίεβιτς
«Εντυπωσιακό. Αυτό το βιβλίο της Όλγκα Τοκάρτσουκ είναι διασκεδαστικό και ζωηρό αλλά συγχρόνως δυσοίωνο και ανατριχιαστικό, εγείροντας ορισμένα πολύ σοβαρά ερωτήματα για την ανθρώπινη συμπεριφορά. Τον πιο ειλικρινή θαυμασμό μου για το εξαίρετο έργο της».
Άννυ Πρου
«Ένα καταπληκτικό αμάλγαμα θρίλερ, κωμωδίας και πολιτικής πραγματείας, γραμμένο από μια γυναίκα η οποία συνδυάζει μια ασυνήθιστη νοημοσύνη με μια αναρχική ευαισθησία».
The Guardian
«Τα κείμενά της διαρκώς αποκαλύπτουν απρόβλεπτα θαύματα και άλλες τόσες εκπλήξεις. Δεν υπάρχει είδος λογοτεχνικό που να μην μπορεί να το ανατρέψει. Το μυθιστόρημα Οδήγησε το αλέτρι σου πάνω από τα οστά των νεκρών θα σας κάνει να θέλετε διαβάσετε οτιδήποτε έχει γράψει η Όλγκα Τοκάρτσουκ».
Financial Times
Σ’ αυτό το μυθιστόρημα αναζητώ ποιοι υπήρξαν οι «γνωστοί-άγνωστοι» γονείς μου – όπως συνήθως είναι οι γονείς. Τι διαμόρφωσε τον Εμμανουήλ και την Αικατερίνη πριν παντρευτούν, πριν τους γνωρίσω, πριν συγκρουστούμε με σφοδρότητα, πριν συμφιλιωθούμε αργότερα. Από πού άντλησαν εκείνο το φορτίο πολιτισμών, νοοτροπιών, συμπεριφορών, ακόμη και ιστορικής οπτικής, που μοιραία μου κληροδότησαν.
Αναζήτηση επιτρεπτή, αν όχι και απαραίτητη στην ώριμη ηλικία ενός παιδιού, ενός συγγραφέα – όπως είναι πλέον η δική μου. Παραδόξως, μόνο τώρα αφέθηκαν σε εξομολογήσεις τα κατάλοιπα των νεκρών γονέων, μόνο τώρα αποκρίθηκαν στις ερωτήσεις μου οι παλιές μαυρόασπρες φωτογραφίες τους. Η μνήμη μουανακάλεσε πιο εύκολα τις οικογενειακές προφορικές εξιστορήσεις, που τόσο πολύ διαφέρουν από στόμα σε στόμα, απόάντρα σε γυναίκα, από δωμάτιο σε δωμάτιο, από εποχή σε εποχή. Βρέθηκα στους τόπους, όπου σε ποικίλουςχρόνους και σε καιρούς δύσκολους είχαν ζήσει: ιστορικά χωριά της Κρήτης, προπολεμική Βιέννη και Μπορντό, Αθήνα, Ηράκλειο κι άλλους ακόμη. Τόπους-σκηνικά, αφού ανέκαθεν η οικογένεια είναι ο βαθύς εκρηκτικός πυρήνας κάθε δράματος στη ζωή, στην τέχνη.
Σ’ αυτά τα παραμύθια που δεν είναι παραμύθια αμφισβητώ, επινοώ, κατανοώ, εικάζω, σαρκάζω, και μάλλον συγχωρώ. Στο κάτω-κάτω οι γονείς είναι ο ένας μόνο από τους πολλούς καθρέφτες της αυτογνωσίας μας, ίσως ο πιο σκληρός αλλά και τρυφερός καθρέφτης.
Το βρόμικο κόλπο, να ξεχάσεις μόνον τα άσχημα αλλά να θυμάσαι τα ωραία, δεν πετυχαίνει, η μνήμη διεκδικεί τα νόμιμα, δηλαδή όλα ή τίποτε, δηλαδή ας μείνει κάποιος να θυμάται, να θυμάται και τα ψιλά γράμματα. Υπάρχουν κάμποσα που αλίμονο αν τα θάψει κι αυτά ο νους, δεν πρόκειται για φανταχτερά ενσταντανέ και σκατοπασαλειμμένες αναμνήσεις, πρόκειται για άυλα τιμαλφή. Ευτυχώς ο εγκέφαλος του Μιχάλη Τσιούλη τα είχε κλειδώσει και ασφαλίσει.
Δεν είμαι υποχρεωμένος να μην ονειροπολώ, είπε, ούτε ντε και καλά να αισιοδοξώ και να ευτυχώ, αφού όλα πιο ρηχά, ούτε μύχια της ύπαρξης, ούτε γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, ούτε πού έδυ σου το κάλλος.
Δοκίμασα, συνέχισε, να αρκεστώ στο μικρομεσαίο μου μερτικό καθημερινότητας, να μοιάσω με την πλειοψηφία των πιο νορμάλ, να γίνω και λίγο ζαμανφουτίστας, όμως δεν μου είπε πολλά η πραγματικότητα, δεν ήξερα πώς να κινηθώ άνετα σ’ αυτήν.
Η νύχτα στο θρόνο της, με το αεράκι να περιοδεύει σε όλο το λεκανοπέδιο, σε όλο τον κόλπο του Σαρωνικού και τα άστρα ψηλά να σπιθίζουν ακατάστατα, να κάνουν του κεφαλιού τους.
Τύχη αγαθή, ο Τσιούλης είχε ιδεί το φεγγάρι σε πενήντα, μπορεί και παραπάνω, παραλλαγές. Ολόχρυσο. Ασημένιο. Άσπρο, πελώριο και οριζοντιωμένο σαν αιώρα. Χορτάτο μωρό να αποκοιμιέται στην αγκαλιά ενός κοκκινωπού σύννεφου. Αγέρωχο και ανοξείδωτο να κοντρολάρει την έξαρση της νύχτας. Απόψε δε, μπλαβογκριζοκίτρινο σαν τα μάτια σου, χαζομηχανικέ, κατά τη Σαλονικιά νοσηλεύτρια, κάποτε.
Το δραματικό οδοιπορικό μιας εβραϊκής οικογένειας στις ζοφερές στιγμές του εικοστού αιώνα.
Το χρονικό μιας κοινωνίας που συντρίβεται και αναφύεται μέσα από τα ερείπιά της. Η θυελλώδης ιστορία του μικρού Ιωσήφ, όπως την καταγράφει ένα νυχτερινό παραμύθι: Θεσσαλονίκη, 1917. Οι φλόγες ζώνουν την εβραϊκή συνοικία. Η Μπενούτα με τα παιδιά της βρίσκονται στο σπίτι. Ένας Τσιγγάνος, ο Αγγελής, τους διασώζει την τελευταία στιγμή. Τους μεταφέρει στον καταυλισμό του, μακριά απ' τον όλεθρο. Μεγάλο μέρος της πόλης καταστρέφεται. Ένα πολύτιμο κόσμημα σώζεται.
Ένα κειμήλιο που συνδέει ανθρώπους και γεγονότα.
Εβραίους και Τσιγγάνους. Δυο λαούς με διαφορετική κοσμοαντίληψη αλλά με πεπρωμένο κοινό. Πόλεμος, ναζιστική θηριωδία, Άουσβιτς. Οι σκληρές σελίδες του Ολοκαυτώματος. Η οδύσσεια ενός βραχιολιού.










