- Λογοτεχνία
- Ελληνική Λογοτεχνία - Πεζογραφία
- Στα πρώτα της ψηλοτάκουνα
Είναι ωραία να φυσάει ένας καταπράσινος αέρας, γεμάτος πευκοβελόνες και ρετσίνι, ν' ακούς τα χιλιόμετρα κάτω από τις ρόδες του οτοστόπ, ν' ανοίγει ο δρόμος σαν διχάλα κι εσύ να γελάς... ή να φοράς τα πρώτα σου ψηλοτάκουνα... Και έπειτα να έρχεται η μπόρα, οι απαιτήσεις ατελέσφορων ερώτων, οι μουντές οικογενειακές εικόνες, η ελαφρότητα να γίνεται βάρος κι εσύ να είσαι εκεί, στο γύρισμα της εποχής, στη στροφή του δρόμου, μπροστά σε μια ανηφόρα που είναι η ζωή σου, με μια αποσκευή στο χέρι: ο άντρας επικεφαλής – η γυναίκα να απλώνει τα υπόγεια πλοκάμια της δικής της επιβίωσης.
Η Ελέσα Στρατή, στην καρδιά της εφηβείας, σκοντάφτει σε έρωτες ημιτελείς, ανολοκλήρωτους, κάτω από την πνιγηρή ανάσα μιας οικογένειας σχεδόν κανονικής, βιώνοντας προδοσίες και ντροπή. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον θα προσπαθήσει να αναζητήσει το αληθινό πρόσωπο της ζωής: την αγάπη και την ελευθερία. Η ταχύτητα όμως των γεγονότων θα είναι ιλιγγιώδης και το ταξίδι της από την εποχή της κοριτσίστικης τρέλας προς την ωριμότητα θα είναι γεμάτο εκπλήξεις και ανατροπές. Θα καταφέρει να βγει αλώβητη από τη δοκιμασία της ενηλικίωσης;
Η Μαρία Σταματάκη-Μάργαρη είναι καθηγήτρια χορού, χορεύτρια, χορογράφος. Απόφοιτος της Κρατικής Σχολής Ορχηστικής Τέχνης. Το 1985 εκπροσωπεί την Ελλάδα στο 36ο Διεθνές Φεστιβάλ Σύγχρονου Χορού στη Δρέσδη. Στο «Μήνα Χορού» έχουν παρουσιαστεί τα έργα της Ostinato, Όταν το σώμα μού ανήκει, Το μυστήριο των γυναικείων φωνών, Η γυάλα με τα κουμπιά. Έχει ιδρύσει τη χοροθεατρική ομάδα «Χορολόγιον» και έχει παρουσιάσει τα έργα της Οιδίποδας ΙΙΙ, Κλίνη μου, μνήμη μου και Δυο-τρεις καρέκλες που θυμάμαι. Από το 1982 διευθύνει σχολή χορού στον Πειραιά. Γράφει και παρουσιάζει από την ιδιωτική ραδιοφωνία την εκπομπή για παιδιά Αλλάζοντας την Ιστορία. Γράφει επίσης παραμύθια, ποίηση, διήγημα. Από τις Εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφόρησε το 2005 το πρώτο της μυθιστόρημα, Εγώ ήμουν η τελευταία που μ' αγαπούσα. Ακολούθησε το μυθιστόρημα Στα πρώτα της ψηλοτάκουνα (2009).
ΕΠΙΛΟΓΕΣ
Η Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, με το λυρισμό και την εκπληκτική καθαρότητα του λόγου της, με την ευαισθησία του ανθρώπου που ξέρει την ομορφιά, περιγράφει τόπους και χρώματα, κτίσματα, συνήθειες και γεγονότα, αναπολεί μνήμες από το ιστορικό και μυθικό παρελθόν και στήνει γέφυρες ως το παρόν, για να καταδείξει τη συνέχεια του πολιτιστικού μας βίου σ' ένα πλαίσιο αναλλοίωτων ηθικών αξιών και πνευματικής ακτινοβολίας.
Γραφική περιπλάνηση σε χώρους αγαπημένους, στην Ολυμπία, στις Μυκήνες, στην αρχαία Τίρυνθα, στην Επίδαυρο, στην Τροιζήνα, στη βουκολική Αρκαδία.
Από τα ελάχιστα περιηγητικά βιβλία που δε σε κάνουν να πλήττεις.
Η Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, με το λυρισμό και την εκπληκτική καθαρότητα του λόγου της, με την ευαισθησία του ανθρώπου που ξέρει την ομορφιά, περιγράφει τόπους και χρώματα, κτίσματα, συνήθειες και γεγονότα, αναπολεί μνήμες από το ιστορικό και μυθικό παρελθόν και στήνει γέφυρες ως το παρόν, για να καταδείξει τη συνέχεια του πολιτιστικού μας βίου σ' ένα πλαίσιο αναλλοίωτων ηθικών αξιών και πνευματικής ακτινοβολίας.
Γραφική περιπλάνηση σε χώρους αγαπημένους, στη Νάξο, στα νησιά του Σαρωνικού, στην Αττική, στην Εύβοια.
Από τα ελάχιστα περιηγητικά βιβλία που δε σε κάνουν να πλήττεις.
Μια ανεκτίμητη βυζαντινή εικόνα που γίνεται αντικείμενο κλοπής, η υποψία για την ύπαρξη ενός αμύθητου θησαυρού, τα ιερότερα κειμήλια της χριστιανοσύνης που χάθηκαν πριν από επτακόσια χρόνια, κινητοποιούν ένα πλήθος ανθρώπων για την εύρεσή τους. Ανάμεσά τους ένας Αγιορείτης μοναχός με παράξενες δυνάμεις, μια δαιμόνια ντετέκτιβ, ένας μανιώδης Έλληνας συλλέκτης, ένας γοητευτικός Ιταλός τραπεζίτης της μαφίας, ένα σαγηνευτικό μοντέλο, ο ελληνοαλβανοσερβικός υπόκοσμος με τον αδίστακτο νονό της νύχτας αρχηγό του, ένας συντηρητής έργων τέχνης και ο καλύτερος αστυνόμος της ΕΛΑΣ αναμετρούνται σε ευφυΐα και ταχύτητα ώστε να φτάσουν πρώτοι στην ανακάλυψη των κειμηλίων. Πρέπει όμως να πολεμήσουν όλοι εναντίον όλων, να λύσουν άλυτους γρίφους, να εισχωρήσουν στο μυαλό ενός αγιογράφου που πέθανε πριν από επτά αιώνες, να ερωτευτούν, να κυνηγήσουν αλλά και να κυνηγηθούν, να ταξιδέψουν στα άδυτα της βυζαντινής εποχής, τότε που η ιστορία γραφόταν από μοναχούς, Ισπανούς επιδρομείς, ληστές και Τούρκους πειρατές, Βενετούς και Φράγκους ιππότες.
«Ένα “αγγελικά” έξυπνο μυθιστόρημα, που συνδυάζει τη σύγχρονη περιπέτεια με τη βυζαντινή ιστορία και παρασύρει τον αναγνώστη».
ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ
«Το βιβλίο σύντομα γοητεύει τον αναγνώστη, ο οποίος ακολουθεί γητεμένος τη διαδοχή των κεφαλαίων, καθώς η δράση και η συνακόλουθη αγωνία της περιελίσσονται με στιγμές ύφεσης και κορύφωσης».
ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΖΟΥΡΓΟΣ, Το Βήμα
«Ένα καθαρόαιμο περιπετειώδες μυθιστόρημα που ομοιάζει αναλογικά με ένα road movie, καθώς οι ήρωες διασχίζουν την Ελλάδα από πάνω έως κάτω για να ανακαλύψουν έναν θησαυρό».
ΓΙΑΝΝΗΣ Ν. ΜΠΑΣΚΟΖΟΣ, Διαβάζω
Ένα μικρό δεντράκι γίνεται μέλος της οικογένειας Λεμονή και ζει μαζί της όλα όσα σημαίνουν ζωή: χαρές, απώλειες, φόβους και ελπίδα. Μια δυνατή, συγκινητική ιστορία για τη δύναμη της αναγέννησης και για εκείνα που όσο κι αν καούν, βρίσκουν πάντα τον τρόπο να ανθίζουν ξανά.
O Μάρκο Πόλο και ο φίλος του Αντόνιο Μάλφι συνεχίζουν να ταξιδεύουν στο εσωτερικό της Κίνας για χρόνια, ώσπου αρχίζουν να νοσταλγούν την αγαπημένη τους Βενετία. O Αντόνιο συλλογιέται τη μητέρα του και φοβάται μήπως επιστρέφοντας δεν τη βρει ζωντανή. Σκέφτεται και τα καμώματα του συντρόφου τους Μαρτσέλο, που η περιπέτειά του με την κόρη του μεγάλου αυλάρχη στο παλάτι του Κουμπλάι Χαν τους έχει θέσει σε κίνδυνο και ίσως τους στοιχίσει τη ζωή. Καταστρώνουν σχέδια με τον Μάρκο πώς θα καταφέρουν να φύγουν. Βρίσκουν τον τρόπο. Αρχίζει το ταξίδι της επιστροφής, καθώς απ' το παλάτι τους αναθέτουν τη συνοδεία μιας πριγκίπισσας που πάει να παντρευτεί στην Περσία. Επανδρώνουν πλοία και ξεκινούν να διασχίσουν τις Νότιες Θάλασσες και τον Ινδικό Ωκεανό, ως τον Περσικό Κόλπο. Και αρχίζουν νέες περιπέτειες με άγρια κύματα, με πειρατές, με βροχές και καταιγίδες!
ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ
Ο Φίμα είναι πενήντα τεσσάρων ετών, διαζευγμένος δύο φορές και εργάζεται ως υπάλληλος υποδοχής σε μια γυναικολογική κλινική. Είναι επίσης γιος ενός αυτοδημιούργητου εργοστασιάρχη καλλυντικών αλλά, παρά τις λαμπρές πανεπιστημιακές του σπουδές, εξακολουθεί να τον στηρίζει οικονομικά ο ηλικιωμένος πατέρας του. Ο Φίμα ζει στην Ιερουσαλήμ, νιώθει ωστόσο ότι θα έπρεπε να βρίσκεται αλλού. Έχει στο ενεργητικό του διάφορους μυστήριους ερωτικούς δεσμούς, άπειρες φαεινές ιδέες και μια πολλά υποσχόμενη ποιητική συλλογή. Αναρωτιέται ποιος είναι ο σκοπός του κόσμου και γιατί η χώρα του έχει πάρει τον λάθος δρόμο. Τον διακατέχει η ακόρεστη λαχτάρα για κάτι το άπιαστο και η μόνιμη επιθυμία να γυρίσει σελίδα. Να όμως που τώρα, στη διάρκεια ενός μουντού χειμωνιάτικου πρωινού, τον βλέπουμε σε ένα καταθλιπτικό διαμέρισμα να επιδίδεται σε μια ταπεινωτική μάχη, πασχίζοντας να ξεσκαλώσει το πουκάμισό του από το φερμουάρ του παντελονιού του. Με τρόπο συναρπαστικό και στιβαρό, ο Άμος Οζ πλάθει έναν μοναχικό και απρόβλεπτο αντιήρωα, έναν συνδυασμό προφήτη και κλόουν σε διαρκή αναζήτηση, πανέτοιμο ανά πάσα στιγμή για τη συντροφιά μιας γυναίκας, κάποια αποκάλυψη ή την ίδια τη σωτηρία.
«Από τους πλέον αλησμόνητους ήρωες που δημιούργησε ποτέ ο Άμος Οζ. Ο πρωταγωνιστής, ο Φίμα, αποτελεί μια λογοτεχνική διασταύρωση του Θείου Βάνια του Αντόν Τσέχοφ με τον Λέοπολντ Μπλουμ [στον Οδυσσέα] του Τζέιμς Τζόις».
The Washington Post
«Ένα εκπληκτικό μυθιστόρημα. Έχει μια ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα και αναδίδει κάτι μεθυστικό».
The New Yorker
«Η Τρίτη κατάσταση κυκλοφόρησε στο Ισραήλ το 1991, είκοσι τρία χρόνια πριν από τον Ιούδα, το κύκνειο άσμα του Άμος Οζ, και το ενδιαφέρον είναι ότι έχει πολλά κοινά σημεία με το έργο που μαζί με το Ιστορία αγάπης και σκότους θεωρείται από τα αριστουργήματά του».
Από το επίμετρο της Μάγκυς Κοέν
Τον χειμώνα η όμορφη Κοιλάδα του Κλότζκο μετατρέπεται σε ένα μέρος αρκετά ερημικό και μάλλον αφιλόξενο. Μεταξύ των λιγοστών κατοίκων που παραμένουν εκεί είναι η Γιανίνα Ντουσέικο, λάτρης της αστρολογίας, η οποία στον ελεύθερο χρόνο της προσέχει τα σπίτια των απόντων γειτόνων και μεταφράζει ποιήματα του Μπλέικ. Κάπως έτσι γεμίζει τις μέρες της αυτή η ώριμη και μοναχική γυναίκα. Από τους άλλους, πάλι, η ίδια θεωρείται ιδιότροπη και εκκεντρική, αν όχι τρελή, επειδή ακριβώς προτιμά την παρέα των ζώων παρά των ανθρώπων. Ώσπου κάποια στιγμή η γαλήνη του τόπου διαταράσσεται, γίνεται ένας
φόνος. Δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό. Τα πτώματα αυξάνονται και τα θύματα είναι κυνηγοί. Τι συμβαίνει; Η Γιανίνα κάτι υποψιάζεται και αναλαμβάνει να διερευνήσει την υπόθεση. Ακολουθεί όμως τα σωστά ίχνη; Η βραβευμένη με το Νόμπελ Λογοτεχνίας Όλγκα Τοκάρτσουκ αφηγείται μια αντισυμβατική ιστορία μυστηρίου και αγωνίας με γρήγορο ρυθμό και παιγνιώδη διάθεση. Δημιουργεί ένα υπαρξιακό θρίλερ, με κοινωνικό και πολιτικό ορίζοντα, που προσλαμβάνει ωστόσο φιλοσοφικές και μεταφυσικές διαστάσεις. Ένα ακατάτακτο και απολαυστικό μυθιστόρημα για την αξία της ενσυναίσθησης.
«Μια σπουδαία συγγραφέας».
Σβετλάνα Αλεξίεβιτς
«Εντυπωσιακό. Αυτό το βιβλίο της Όλγκα Τοκάρτσουκ είναι διασκεδαστικό και ζωηρό αλλά συγχρόνως δυσοίωνο και ανατριχιαστικό, εγείροντας ορισμένα πολύ σοβαρά ερωτήματα για την ανθρώπινη συμπεριφορά. Τον πιο ειλικρινή θαυμασμό μου για το εξαίρετο έργο της».
Άννυ Πρου
«Ένα καταπληκτικό αμάλγαμα θρίλερ, κωμωδίας και πολιτικής πραγματείας, γραμμένο από μια γυναίκα η οποία συνδυάζει μια ασυνήθιστη νοημοσύνη με μια αναρχική ευαισθησία».
The Guardian
«Τα κείμενά της διαρκώς αποκαλύπτουν απρόβλεπτα θαύματα και άλλες τόσες εκπλήξεις. Δεν υπάρχει είδος λογοτεχνικό που να μην μπορεί να το ανατρέψει. Το μυθιστόρημα Οδήγησε το αλέτρι σου πάνω από τα οστά των νεκρών θα σας κάνει να θέλετε διαβάσετε οτιδήποτε έχει γράψει η Όλγκα Τοκάρτσουκ».
Financial Times
Σ’ αυτό το μυθιστόρημα αναζητώ ποιοι υπήρξαν οι «γνωστοί-άγνωστοι» γονείς μου – όπως συνήθως είναι οι γονείς. Τι διαμόρφωσε τον Εμμανουήλ και την Αικατερίνη πριν παντρευτούν, πριν τους γνωρίσω, πριν συγκρουστούμε με σφοδρότητα, πριν συμφιλιωθούμε αργότερα. Από πού άντλησαν εκείνο το φορτίο πολιτισμών, νοοτροπιών, συμπεριφορών, ακόμη και ιστορικής οπτικής, που μοιραία μου κληροδότησαν.
Αναζήτηση επιτρεπτή, αν όχι και απαραίτητη στην ώριμη ηλικία ενός παιδιού, ενός συγγραφέα – όπως είναι πλέον η δική μου. Παραδόξως, μόνο τώρα αφέθηκαν σε εξομολογήσεις τα κατάλοιπα των νεκρών γονέων, μόνο τώρα αποκρίθηκαν στις ερωτήσεις μου οι παλιές μαυρόασπρες φωτογραφίες τους. Η μνήμη μουανακάλεσε πιο εύκολα τις οικογενειακές προφορικές εξιστορήσεις, που τόσο πολύ διαφέρουν από στόμα σε στόμα, απόάντρα σε γυναίκα, από δωμάτιο σε δωμάτιο, από εποχή σε εποχή. Βρέθηκα στους τόπους, όπου σε ποικίλουςχρόνους και σε καιρούς δύσκολους είχαν ζήσει: ιστορικά χωριά της Κρήτης, προπολεμική Βιέννη και Μπορντό, Αθήνα, Ηράκλειο κι άλλους ακόμη. Τόπους-σκηνικά, αφού ανέκαθεν η οικογένεια είναι ο βαθύς εκρηκτικός πυρήνας κάθε δράματος στη ζωή, στην τέχνη.
Σ’ αυτά τα παραμύθια που δεν είναι παραμύθια αμφισβητώ, επινοώ, κατανοώ, εικάζω, σαρκάζω, και μάλλον συγχωρώ. Στο κάτω-κάτω οι γονείς είναι ο ένας μόνο από τους πολλούς καθρέφτες της αυτογνωσίας μας, ίσως ο πιο σκληρός αλλά και τρυφερός καθρέφτης.
Το βρόμικο κόλπο, να ξεχάσεις μόνον τα άσχημα αλλά να θυμάσαι τα ωραία, δεν πετυχαίνει, η μνήμη διεκδικεί τα νόμιμα, δηλαδή όλα ή τίποτε, δηλαδή ας μείνει κάποιος να θυμάται, να θυμάται και τα ψιλά γράμματα. Υπάρχουν κάμποσα που αλίμονο αν τα θάψει κι αυτά ο νους, δεν πρόκειται για φανταχτερά ενσταντανέ και σκατοπασαλειμμένες αναμνήσεις, πρόκειται για άυλα τιμαλφή. Ευτυχώς ο εγκέφαλος του Μιχάλη Τσιούλη τα είχε κλειδώσει και ασφαλίσει.
Δεν είμαι υποχρεωμένος να μην ονειροπολώ, είπε, ούτε ντε και καλά να αισιοδοξώ και να ευτυχώ, αφού όλα πιο ρηχά, ούτε μύχια της ύπαρξης, ούτε γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, ούτε πού έδυ σου το κάλλος.
Δοκίμασα, συνέχισε, να αρκεστώ στο μικρομεσαίο μου μερτικό καθημερινότητας, να μοιάσω με την πλειοψηφία των πιο νορμάλ, να γίνω και λίγο ζαμανφουτίστας, όμως δεν μου είπε πολλά η πραγματικότητα, δεν ήξερα πώς να κινηθώ άνετα σ’ αυτήν.
Η νύχτα στο θρόνο της, με το αεράκι να περιοδεύει σε όλο το λεκανοπέδιο, σε όλο τον κόλπο του Σαρωνικού και τα άστρα ψηλά να σπιθίζουν ακατάστατα, να κάνουν του κεφαλιού τους.
Τύχη αγαθή, ο Τσιούλης είχε ιδεί το φεγγάρι σε πενήντα, μπορεί και παραπάνω, παραλλαγές. Ολόχρυσο. Ασημένιο. Άσπρο, πελώριο και οριζοντιωμένο σαν αιώρα. Χορτάτο μωρό να αποκοιμιέται στην αγκαλιά ενός κοκκινωπού σύννεφου. Αγέρωχο και ανοξείδωτο να κοντρολάρει την έξαρση της νύχτας. Απόψε δε, μπλαβογκριζοκίτρινο σαν τα μάτια σου, χαζομηχανικέ, κατά τη Σαλονικιά νοσηλεύτρια, κάποτε.
Το δραματικό οδοιπορικό μιας εβραϊκής οικογένειας στις ζοφερές στιγμές του εικοστού αιώνα.
Το χρονικό μιας κοινωνίας που συντρίβεται και αναφύεται μέσα από τα ερείπιά της. Η θυελλώδης ιστορία του μικρού Ιωσήφ, όπως την καταγράφει ένα νυχτερινό παραμύθι: Θεσσαλονίκη, 1917. Οι φλόγες ζώνουν την εβραϊκή συνοικία. Η Μπενούτα με τα παιδιά της βρίσκονται στο σπίτι. Ένας Τσιγγάνος, ο Αγγελής, τους διασώζει την τελευταία στιγμή. Τους μεταφέρει στον καταυλισμό του, μακριά απ' τον όλεθρο. Μεγάλο μέρος της πόλης καταστρέφεται. Ένα πολύτιμο κόσμημα σώζεται.
Ένα κειμήλιο που συνδέει ανθρώπους και γεγονότα.
Εβραίους και Τσιγγάνους. Δυο λαούς με διαφορετική κοσμοαντίληψη αλλά με πεπρωμένο κοινό. Πόλεμος, ναζιστική θηριωδία, Άουσβιτς. Οι σκληρές σελίδες του Ολοκαυτώματος. Η οδύσσεια ενός βραχιολιού.









