- Λογοτεχνία
- Το πορτρέτο της Σούνκιν και άλλες ιστορίες
Το πορτρέτο της Σούνκιν και άλλες ιστορίες
Πέντε ιστορίες του Τανιζάκι που καλύπτουν μια περίοδο σχεδόν πενήντα ετών. Το Τατουάζ είναι η ιστορία του Σέικιτσι, ενός μεγάλου καλλιτέχνη του τατουάζ με έντονες σαδιστικές τάσεις, που ψάχνει την Τέλεια Γυναίκα, για να δημιουργήσει πάνω στο σώμα της το Τέλειο Έργο του.
Το Πορτρέτο της Σούνκιν είναι η ιστορία της σχέσης μια πανέμορφης, τυφλής, ιδιοφυούς μουσικού του κότο και του σαμισέν, που όμως η σκληρή, πολλές φορές σαδιστική συμπεριφορά της προκαλεί οδύνη και ηδονή στον απόλυτα αφοσιωμένο, παντοτινά και σχεδόν μαζοχιστικά ερωτευμένο υπηρέτη και μαθητής της Σάσουκε. Η λατρία του Σάσουκε τον οδηγεί στο να τυφλωθεί και ο ίδιος, για να μπορέσει να μπει στο δικό της κόσμο και να γίνει ένα μ' αυτήν.
Στην Αγιούρι εξιστορείται το πάθος ενός πρόωρα γερασμένου τριαντάρη για τη νεαρή ερωμένη του, ένα όμορφο, επιπόλαιο κοριτσόπουλο, μια πωλητριούλα, σερβιτόρα ή μανεκέν. Ένα πάθος έντονα σεξουαλικό, αρρωστημένο, που τον οδηγεί σε σωματική και ψυχική καταρράκωση και που φτάνει μέχρι το παραλήρημα.
Ο Τρόμος είναι μια ιστορία γραμμένη το 1913, εποχή που η Ιαπωνία έχει ήδη μπει σ' έναν ξέφρενο ρυθμό ανάπτυξης. Ο ήρωας είναι ένας υπερευαίσθητος νεαρός που πάσχει από μια περίεργη νεύρωση, μια μορφή αγοραφοβίας, που όμως αφορά μόνο στα τρένα και τα λεωφορεία, μια νεύρωση που τον παραλύει και τον κάνει να αισθάνεται ανάπηρος.
Ο Κλέφτης είναι η συγκλονιστική περιγραφή των αισθημάτων ενός κλεπτομανή νεαρού φοιτητή, η απομόνωση που νιώθει από τους φίλους του με το να ανήκει σε «ένα διαφορετικό είδος ανθρώπου». Ένα είδος που έχει ηθικούς κώδικες διαφορετικούς από των άλλων ανθρώπων, που δεν νιώθει τύψεις για την εγκληματική πράξη αυτή καθαυτή και που όμως τρέφει το μεγαλύτερο σεβασμό για τη φιλία και το διώκτη του, το νεαρό Χιράτα.
Οι ταξικές διαφορές, χαρακτηριστικές της ιαπωνικής κοινωνίας, τόσο πριν τη βιομηχανοποίηση, όσο και σήμερα, είναι λίγο ή πολύ φανερές και στις πέντε ιστορίες, οι οποίες αφήνουν να διακρίνεται καθαρά η τεράστια γκάμα του ταλέντου του Τανιζάκι.
Μακέτα: Μαρία Κωνσταντακάκη
Ο Τζουνίτσιρο Τανιζάκι γεννήθηκε το 1886 στο Τόκιο. Σπούδασε φιλολογία στο Αυτοκρατορικό Πανεπιστήμιο του Τόκιο. Τα πρώτα του έργα είναι επηρεασμένα από τις επιδεικτικά μποέμικες τάσεις που χαρακτηρίζουν τη λογοτεχνία της Ευρώπης εκείνη την εποχή και είναι φανερή σ' αυτά η επιρροή του Έντγκαρ Άλαν Πόε, του Μπωντλαίρ και του Όσκαρ Ουάιλντ.
Έζησε στην πιο κοσμοπολίτικη περιοχή του Τόκιο μέχρι το μεγάλο σεισμό του 1923, χρονιά που μετακόμισε στην πιο ήρεμη και παραδοσιακή περιοχή μεταξύ του Κιότο και της Όσακα. Εκεί, συνεπαρμένος από την παλιά ιαπωνική κουλτούρα, εγκαταλείπει την επιφανειακή δυτική επιρροή. Οι κριτικοί συμφωνούν ομόφωνα ότι η πνευματική και συναισθηματική του αλλαγή τον μετέβαλε από έναν απλώς καλό συγγραφέα σ' ένα μεγάλο καλλιτέχνη.
Τα πιο σημαντικά έργα του Τανιζάκι γράφτηκαν μετά το 1923. Τα περισσότερο γνωστά απ' αυτά είναι: Ο έρωτας ενός τρελού (1924), Μερικοί προτιμούν τις τσουκνίδες (1928), Παραζάλη (1930), Ασικάρι (1932). Ανάμεσα στα 1935 και 1941 αφιερώνει όλες του τις προσπάθειες στη μετάφραση του Μύθου του Γκένζι (Genzi monogatari), ενός από τα παλιότερα ιαπωνικά λογοτεχνικά έργα, σε μοντέρνα ιαπωνική διάλεκτο. Το έργο αυτό ήταν για τον Τανιζάκι έργο ζωής και επηρέασε σημαντικά την παραγωγικότητά του σ' αυτή την περίοδο. Έτσι, εκτός από μερικά άρθρα και δοκίμια, η μόνη άλλη δουλειά του είναι μια περίεργη νουβέλα με τίτλο: Η γάτα, ένας άντρας και δυο γυναίκες. Το 1943 τελειώνει το πιο γνωστό από τα έργα του, το μυθιστόρημα Οι αδελφές Μακιόκα, έργο που αποσύρεται για ένα διάστημα από την κυκλοφορία, γιατί θεωρήθηκε «εθνική απειλή» σε μια εποχή που η Ιαπωνία βρισκόταν σε κατάσταση πολέμου. Τα Άπαντα του συγγραφέα εκδόθηκαν για πρώτη φορά το 1930, όμως η τεράστια παραγωγή του συνεχίστηκε για πολλά χρόνια ακόμα. Τιμήθηκε με διάφορα λογοτεχνικά βραβεία, το πιο σημαντικό όμως απ' αυτά είναι το Αυτοκρατορικό Βραβείο Λογοτεχνίας, που πήρε το 1949. Τα τελευταία χρόνια πολλά από τα έργα του μεταφράστηκαν στη Δύση και η θέση του ανάμεσα στους μεγάλους της ιαπωνικής λογοτεχνίας είναι διεθνώς αναγνωρισμένη. Πέθανε το 1965.
ΕΠΙΛΟΓΕΣ
Η Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, με το λυρισμό και την εκπληκτική καθαρότητα του λόγου της, με την ευαισθησία του ανθρώπου που ξέρει την ομορφιά, περιγράφει τόπους και χρώματα, κτίσματα, συνήθειες και γεγονότα, αναπολεί μνήμες από το ιστορικό και μυθικό παρελθόν και στήνει γέφυρες ως το παρόν, για να καταδείξει τη συνέχεια του πολιτιστικού μας βίου σ' ένα πλαίσιο αναλλοίωτων ηθικών αξιών και πνευματικής ακτινοβολίας.
Γραφική περιπλάνηση σε χώρους αγαπημένους, στην Ολυμπία, στις Μυκήνες, στην αρχαία Τίρυνθα, στην Επίδαυρο, στην Τροιζήνα, στη βουκολική Αρκαδία.
Από τα ελάχιστα περιηγητικά βιβλία που δε σε κάνουν να πλήττεις.
Η Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, με το λυρισμό και την εκπληκτική καθαρότητα του λόγου της, με την ευαισθησία του ανθρώπου που ξέρει την ομορφιά, περιγράφει τόπους και χρώματα, κτίσματα, συνήθειες και γεγονότα, αναπολεί μνήμες από το ιστορικό και μυθικό παρελθόν και στήνει γέφυρες ως το παρόν, για να καταδείξει τη συνέχεια του πολιτιστικού μας βίου σ' ένα πλαίσιο αναλλοίωτων ηθικών αξιών και πνευματικής ακτινοβολίας.
Γραφική περιπλάνηση σε χώρους αγαπημένους, στη Νάξο, στα νησιά του Σαρωνικού, στην Αττική, στην Εύβοια.
Από τα ελάχιστα περιηγητικά βιβλία που δε σε κάνουν να πλήττεις.
Μια ανεκτίμητη βυζαντινή εικόνα που γίνεται αντικείμενο κλοπής, η υποψία για την ύπαρξη ενός αμύθητου θησαυρού, τα ιερότερα κειμήλια της χριστιανοσύνης που χάθηκαν πριν από επτακόσια χρόνια, κινητοποιούν ένα πλήθος ανθρώπων για την εύρεσή τους. Ανάμεσά τους ένας Αγιορείτης μοναχός με παράξενες δυνάμεις, μια δαιμόνια ντετέκτιβ, ένας μανιώδης Έλληνας συλλέκτης, ένας γοητευτικός Ιταλός τραπεζίτης της μαφίας, ένα σαγηνευτικό μοντέλο, ο ελληνοαλβανοσερβικός υπόκοσμος με τον αδίστακτο νονό της νύχτας αρχηγό του, ένας συντηρητής έργων τέχνης και ο καλύτερος αστυνόμος της ΕΛΑΣ αναμετρούνται σε ευφυΐα και ταχύτητα ώστε να φτάσουν πρώτοι στην ανακάλυψη των κειμηλίων. Πρέπει όμως να πολεμήσουν όλοι εναντίον όλων, να λύσουν άλυτους γρίφους, να εισχωρήσουν στο μυαλό ενός αγιογράφου που πέθανε πριν από επτά αιώνες, να ερωτευτούν, να κυνηγήσουν αλλά και να κυνηγηθούν, να ταξιδέψουν στα άδυτα της βυζαντινής εποχής, τότε που η ιστορία γραφόταν από μοναχούς, Ισπανούς επιδρομείς, ληστές και Τούρκους πειρατές, Βενετούς και Φράγκους ιππότες.
«Ένα “αγγελικά” έξυπνο μυθιστόρημα, που συνδυάζει τη σύγχρονη περιπέτεια με τη βυζαντινή ιστορία και παρασύρει τον αναγνώστη».
ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ
«Το βιβλίο σύντομα γοητεύει τον αναγνώστη, ο οποίος ακολουθεί γητεμένος τη διαδοχή των κεφαλαίων, καθώς η δράση και η συνακόλουθη αγωνία της περιελίσσονται με στιγμές ύφεσης και κορύφωσης».
ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΖΟΥΡΓΟΣ, Το Βήμα
«Ένα καθαρόαιμο περιπετειώδες μυθιστόρημα που ομοιάζει αναλογικά με ένα road movie, καθώς οι ήρωες διασχίζουν την Ελλάδα από πάνω έως κάτω για να ανακαλύψουν έναν θησαυρό».
ΓΙΑΝΝΗΣ Ν. ΜΠΑΣΚΟΖΟΣ, Διαβάζω
Ένα μικρό δεντράκι γίνεται μέλος της οικογένειας Λεμονή και ζει μαζί της όλα όσα σημαίνουν ζωή: χαρές, απώλειες, φόβους και ελπίδα. Μια δυνατή, συγκινητική ιστορία για τη δύναμη της αναγέννησης και για εκείνα που όσο κι αν καούν, βρίσκουν πάντα τον τρόπο να ανθίζουν ξανά.
O Μάρκο Πόλο και ο φίλος του Αντόνιο Μάλφι συνεχίζουν να ταξιδεύουν στο εσωτερικό της Κίνας για χρόνια, ώσπου αρχίζουν να νοσταλγούν την αγαπημένη τους Βενετία. O Αντόνιο συλλογιέται τη μητέρα του και φοβάται μήπως επιστρέφοντας δεν τη βρει ζωντανή. Σκέφτεται και τα καμώματα του συντρόφου τους Μαρτσέλο, που η περιπέτειά του με την κόρη του μεγάλου αυλάρχη στο παλάτι του Κουμπλάι Χαν τους έχει θέσει σε κίνδυνο και ίσως τους στοιχίσει τη ζωή. Καταστρώνουν σχέδια με τον Μάρκο πώς θα καταφέρουν να φύγουν. Βρίσκουν τον τρόπο. Αρχίζει το ταξίδι της επιστροφής, καθώς απ' το παλάτι τους αναθέτουν τη συνοδεία μιας πριγκίπισσας που πάει να παντρευτεί στην Περσία. Επανδρώνουν πλοία και ξεκινούν να διασχίσουν τις Νότιες Θάλασσες και τον Ινδικό Ωκεανό, ως τον Περσικό Κόλπο. Και αρχίζουν νέες περιπέτειες με άγρια κύματα, με πειρατές, με βροχές και καταιγίδες!
ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ
Ο Φίμα είναι πενήντα τεσσάρων ετών, διαζευγμένος δύο φορές και εργάζεται ως υπάλληλος υποδοχής σε μια γυναικολογική κλινική. Είναι επίσης γιος ενός αυτοδημιούργητου εργοστασιάρχη καλλυντικών αλλά, παρά τις λαμπρές πανεπιστημιακές του σπουδές, εξακολουθεί να τον στηρίζει οικονομικά ο ηλικιωμένος πατέρας του. Ο Φίμα ζει στην Ιερουσαλήμ, νιώθει ωστόσο ότι θα έπρεπε να βρίσκεται αλλού. Έχει στο ενεργητικό του διάφορους μυστήριους ερωτικούς δεσμούς, άπειρες φαεινές ιδέες και μια πολλά υποσχόμενη ποιητική συλλογή. Αναρωτιέται ποιος είναι ο σκοπός του κόσμου και γιατί η χώρα του έχει πάρει τον λάθος δρόμο. Τον διακατέχει η ακόρεστη λαχτάρα για κάτι το άπιαστο και η μόνιμη επιθυμία να γυρίσει σελίδα. Να όμως που τώρα, στη διάρκεια ενός μουντού χειμωνιάτικου πρωινού, τον βλέπουμε σε ένα καταθλιπτικό διαμέρισμα να επιδίδεται σε μια ταπεινωτική μάχη, πασχίζοντας να ξεσκαλώσει το πουκάμισό του από το φερμουάρ του παντελονιού του. Με τρόπο συναρπαστικό και στιβαρό, ο Άμος Οζ πλάθει έναν μοναχικό και απρόβλεπτο αντιήρωα, έναν συνδυασμό προφήτη και κλόουν σε διαρκή αναζήτηση, πανέτοιμο ανά πάσα στιγμή για τη συντροφιά μιας γυναίκας, κάποια αποκάλυψη ή την ίδια τη σωτηρία.
«Από τους πλέον αλησμόνητους ήρωες που δημιούργησε ποτέ ο Άμος Οζ. Ο πρωταγωνιστής, ο Φίμα, αποτελεί μια λογοτεχνική διασταύρωση του Θείου Βάνια του Αντόν Τσέχοφ με τον Λέοπολντ Μπλουμ [στον Οδυσσέα] του Τζέιμς Τζόις».
The Washington Post
«Ένα εκπληκτικό μυθιστόρημα. Έχει μια ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα και αναδίδει κάτι μεθυστικό».
The New Yorker
«Η Τρίτη κατάσταση κυκλοφόρησε στο Ισραήλ το 1991, είκοσι τρία χρόνια πριν από τον Ιούδα, το κύκνειο άσμα του Άμος Οζ, και το ενδιαφέρον είναι ότι έχει πολλά κοινά σημεία με το έργο που μαζί με το Ιστορία αγάπης και σκότους θεωρείται από τα αριστουργήματά του».
Από το επίμετρο της Μάγκυς Κοέν
Τον χειμώνα η όμορφη Κοιλάδα του Κλότζκο μετατρέπεται σε ένα μέρος αρκετά ερημικό και μάλλον αφιλόξενο. Μεταξύ των λιγοστών κατοίκων που παραμένουν εκεί είναι η Γιανίνα Ντουσέικο, λάτρης της αστρολογίας, η οποία στον ελεύθερο χρόνο της προσέχει τα σπίτια των απόντων γειτόνων και μεταφράζει ποιήματα του Μπλέικ. Κάπως έτσι γεμίζει τις μέρες της αυτή η ώριμη και μοναχική γυναίκα. Από τους άλλους, πάλι, η ίδια θεωρείται ιδιότροπη και εκκεντρική, αν όχι τρελή, επειδή ακριβώς προτιμά την παρέα των ζώων παρά των ανθρώπων. Ώσπου κάποια στιγμή η γαλήνη του τόπου διαταράσσεται, γίνεται ένας
φόνος. Δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό. Τα πτώματα αυξάνονται και τα θύματα είναι κυνηγοί. Τι συμβαίνει; Η Γιανίνα κάτι υποψιάζεται και αναλαμβάνει να διερευνήσει την υπόθεση. Ακολουθεί όμως τα σωστά ίχνη; Η βραβευμένη με το Νόμπελ Λογοτεχνίας Όλγκα Τοκάρτσουκ αφηγείται μια αντισυμβατική ιστορία μυστηρίου και αγωνίας με γρήγορο ρυθμό και παιγνιώδη διάθεση. Δημιουργεί ένα υπαρξιακό θρίλερ, με κοινωνικό και πολιτικό ορίζοντα, που προσλαμβάνει ωστόσο φιλοσοφικές και μεταφυσικές διαστάσεις. Ένα ακατάτακτο και απολαυστικό μυθιστόρημα για την αξία της ενσυναίσθησης.
«Μια σπουδαία συγγραφέας».
Σβετλάνα Αλεξίεβιτς
«Εντυπωσιακό. Αυτό το βιβλίο της Όλγκα Τοκάρτσουκ είναι διασκεδαστικό και ζωηρό αλλά συγχρόνως δυσοίωνο και ανατριχιαστικό, εγείροντας ορισμένα πολύ σοβαρά ερωτήματα για την ανθρώπινη συμπεριφορά. Τον πιο ειλικρινή θαυμασμό μου για το εξαίρετο έργο της».
Άννυ Πρου
«Ένα καταπληκτικό αμάλγαμα θρίλερ, κωμωδίας και πολιτικής πραγματείας, γραμμένο από μια γυναίκα η οποία συνδυάζει μια ασυνήθιστη νοημοσύνη με μια αναρχική ευαισθησία».
The Guardian
«Τα κείμενά της διαρκώς αποκαλύπτουν απρόβλεπτα θαύματα και άλλες τόσες εκπλήξεις. Δεν υπάρχει είδος λογοτεχνικό που να μην μπορεί να το ανατρέψει. Το μυθιστόρημα Οδήγησε το αλέτρι σου πάνω από τα οστά των νεκρών θα σας κάνει να θέλετε διαβάσετε οτιδήποτε έχει γράψει η Όλγκα Τοκάρτσουκ».
Financial Times
Σ’ αυτό το μυθιστόρημα αναζητώ ποιοι υπήρξαν οι «γνωστοί-άγνωστοι» γονείς μου – όπως συνήθως είναι οι γονείς. Τι διαμόρφωσε τον Εμμανουήλ και την Αικατερίνη πριν παντρευτούν, πριν τους γνωρίσω, πριν συγκρουστούμε με σφοδρότητα, πριν συμφιλιωθούμε αργότερα. Από πού άντλησαν εκείνο το φορτίο πολιτισμών, νοοτροπιών, συμπεριφορών, ακόμη και ιστορικής οπτικής, που μοιραία μου κληροδότησαν.
Αναζήτηση επιτρεπτή, αν όχι και απαραίτητη στην ώριμη ηλικία ενός παιδιού, ενός συγγραφέα – όπως είναι πλέον η δική μου. Παραδόξως, μόνο τώρα αφέθηκαν σε εξομολογήσεις τα κατάλοιπα των νεκρών γονέων, μόνο τώρα αποκρίθηκαν στις ερωτήσεις μου οι παλιές μαυρόασπρες φωτογραφίες τους. Η μνήμη μουανακάλεσε πιο εύκολα τις οικογενειακές προφορικές εξιστορήσεις, που τόσο πολύ διαφέρουν από στόμα σε στόμα, απόάντρα σε γυναίκα, από δωμάτιο σε δωμάτιο, από εποχή σε εποχή. Βρέθηκα στους τόπους, όπου σε ποικίλουςχρόνους και σε καιρούς δύσκολους είχαν ζήσει: ιστορικά χωριά της Κρήτης, προπολεμική Βιέννη και Μπορντό, Αθήνα, Ηράκλειο κι άλλους ακόμη. Τόπους-σκηνικά, αφού ανέκαθεν η οικογένεια είναι ο βαθύς εκρηκτικός πυρήνας κάθε δράματος στη ζωή, στην τέχνη.
Σ’ αυτά τα παραμύθια που δεν είναι παραμύθια αμφισβητώ, επινοώ, κατανοώ, εικάζω, σαρκάζω, και μάλλον συγχωρώ. Στο κάτω-κάτω οι γονείς είναι ο ένας μόνο από τους πολλούς καθρέφτες της αυτογνωσίας μας, ίσως ο πιο σκληρός αλλά και τρυφερός καθρέφτης.
Το βρόμικο κόλπο, να ξεχάσεις μόνον τα άσχημα αλλά να θυμάσαι τα ωραία, δεν πετυχαίνει, η μνήμη διεκδικεί τα νόμιμα, δηλαδή όλα ή τίποτε, δηλαδή ας μείνει κάποιος να θυμάται, να θυμάται και τα ψιλά γράμματα. Υπάρχουν κάμποσα που αλίμονο αν τα θάψει κι αυτά ο νους, δεν πρόκειται για φανταχτερά ενσταντανέ και σκατοπασαλειμμένες αναμνήσεις, πρόκειται για άυλα τιμαλφή. Ευτυχώς ο εγκέφαλος του Μιχάλη Τσιούλη τα είχε κλειδώσει και ασφαλίσει.
Δεν είμαι υποχρεωμένος να μην ονειροπολώ, είπε, ούτε ντε και καλά να αισιοδοξώ και να ευτυχώ, αφού όλα πιο ρηχά, ούτε μύχια της ύπαρξης, ούτε γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, ούτε πού έδυ σου το κάλλος.
Δοκίμασα, συνέχισε, να αρκεστώ στο μικρομεσαίο μου μερτικό καθημερινότητας, να μοιάσω με την πλειοψηφία των πιο νορμάλ, να γίνω και λίγο ζαμανφουτίστας, όμως δεν μου είπε πολλά η πραγματικότητα, δεν ήξερα πώς να κινηθώ άνετα σ’ αυτήν.
Η νύχτα στο θρόνο της, με το αεράκι να περιοδεύει σε όλο το λεκανοπέδιο, σε όλο τον κόλπο του Σαρωνικού και τα άστρα ψηλά να σπιθίζουν ακατάστατα, να κάνουν του κεφαλιού τους.
Τύχη αγαθή, ο Τσιούλης είχε ιδεί το φεγγάρι σε πενήντα, μπορεί και παραπάνω, παραλλαγές. Ολόχρυσο. Ασημένιο. Άσπρο, πελώριο και οριζοντιωμένο σαν αιώρα. Χορτάτο μωρό να αποκοιμιέται στην αγκαλιά ενός κοκκινωπού σύννεφου. Αγέρωχο και ανοξείδωτο να κοντρολάρει την έξαρση της νύχτας. Απόψε δε, μπλαβογκριζοκίτρινο σαν τα μάτια σου, χαζομηχανικέ, κατά τη Σαλονικιά νοσηλεύτρια, κάποτε.
Το δραματικό οδοιπορικό μιας εβραϊκής οικογένειας στις ζοφερές στιγμές του εικοστού αιώνα.
Το χρονικό μιας κοινωνίας που συντρίβεται και αναφύεται μέσα από τα ερείπιά της. Η θυελλώδης ιστορία του μικρού Ιωσήφ, όπως την καταγράφει ένα νυχτερινό παραμύθι: Θεσσαλονίκη, 1917. Οι φλόγες ζώνουν την εβραϊκή συνοικία. Η Μπενούτα με τα παιδιά της βρίσκονται στο σπίτι. Ένας Τσιγγάνος, ο Αγγελής, τους διασώζει την τελευταία στιγμή. Τους μεταφέρει στον καταυλισμό του, μακριά απ' τον όλεθρο. Μεγάλο μέρος της πόλης καταστρέφεται. Ένα πολύτιμο κόσμημα σώζεται.
Ένα κειμήλιο που συνδέει ανθρώπους και γεγονότα.
Εβραίους και Τσιγγάνους. Δυο λαούς με διαφορετική κοσμοαντίληψη αλλά με πεπρωμένο κοινό. Πόλεμος, ναζιστική θηριωδία, Άουσβιτς. Οι σκληρές σελίδες του Ολοκαυτώματος. Η οδύσσεια ενός βραχιολιού.









