- Κοινωνικές και Ανθρωπιστικές επιστήμες
- Πολιτική - Ιστορία
- Το ολέθριο «χάντικαπ»
Ο ανά χείρας τόμος αποτελείται από τρεις ενότητες εντελώς διαφορετικές στο περιεχόμενο, στην υφή, στον τρόπο προσέγγισης των θεμάτων τους, όπως και στη... χρονική απόσταση –δύο και τριών δεκαετιών– που χωρίζει τη «συγγραφή» τους. Εντούτοις διέπονται από την κοινή ελπίδα να λειτουργήσουν –ίσως– ως ερεθίσματα που θα συνέβαλλαν, έστω και ελάχιστα, στην ανάπτυξη οποιασδήποτε δυνατής μορφής προβληματισμών σχετικών με το τι δέον γενέσθαι μετά την εκ των έσω κατάρρευση του κυρίαρχου στην επαναστατική Αριστερά –σε παγκόσμια κλίμακα– «σοβιετο-κομμουνιστικού μοντέλου» ή/και τον πλήρη εκφυλισμό –σε πωρωμένο δικτατορικό κρατικο-μονοπωλιακό καπιταλισμό– του αντίστοιχου «μαο-κινεζικού μοντέλου». Οι ορφανεμένες και καθημαγμένες ιδεολογικο-πολιτικά μάζες και οι διαλυμένες και αποδεκατισμένες δυνάμεις αυτής της άλλοτε πανίσχυρης επαναστατικής Αριστεράς, που επί σχεδόν έναν αιώνα πάλευαν «με ανείπωτη αυταπάρνηση ν’ αλλάξουν τον κόσμο», σήμερα, μετά τον σαρωτικό-καθολικό αφανισμό όλων των αξιών στις οποίες πίστευαν, δεν έχουν πια σε τι άλλο να προσδοκήσουν... Eκτός ίσως απ’ το να αναφανούν, σαν από κάποιο θαύμα, εντελώς νέες, ρεαλιστικές, ακλόνητα πειστικές απαντήσεις στο μέγιστο ερώτημά τους: «Και τώρα τι κάνουμε;...».
Ερώτημα που –από διαφορετικές αφετηρίες– απασχολεί-ταλανίζει ταυτόχρονα και άλλα, εξαιρετικά πολυάριθμα και πολυποίκιλα, στρώματα, που ασφυκτιούν και αντιτάσσονται με μύριους τρόπους στην καπιταλιστική (ιμπεριαλιστική) νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Αυτήν που σαν υπεργήινη λαίλαπα καταστρέφει ήδη ανεπανόρθωτα τον πλανήτη και τη ζωή αναρίθμητων ανθρώπινων υπάρξεων.
Μια κοινή προσδοκία απέραντων μαζών «ανά την υφήλιο» που δεν αποδέχονται μεν ως οριστικό και αμετάκλητο το ιδεολογικο-πολιτικό στάτους κβο που επικράτησε στη γη μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού (υποτιθέμενου) σοσιαλισμού». Αλλά και που δεν θα είναι ποτέ δυνατόν να ορθοποδήσουν ιδεολογικο-πολιτικά αν δεν αναδυθεί απ’ τις γραμμές τους ένα νέο, πολύμορφο –και συνεχώς διευρυνόμενο– Κίνημα Ιδεών, με αντικείμενο όχι μόνο την αντιπαράθεση στην ασύλληπτη βαρβαρότητα του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, αλλά πάνω απ’ όλα την αναζήτηση νέων μορφών ανάπτυξης της κοινωνίας, που να μην έχουν κανένα από τα «ολέθρια γνωρίσματα» του δήθεν σοσιαλισμού που ξέραμε ως τώρα.
Ο Ζήσης Θέος είναι δρ. Kοινωνιολογίας της Σχολής Υψηλών Σπουδών Κοινωνικών Επιστημών της Γαλλίας (EHESS), με διευθυντή σπουδών τον P.-H. Chombart de Lauwe, θεμελιωτή διεθνώς της «αστεακής κοινωνιολογίας» (sociologie urbaine). Προηγούμενα η διπλωματική του διατριβή στην ίδια σχολή εγκρίθηκε από τον διαπρεπή ιστορικό-ελληνιστή P. Vidal-Naquet, διευθυντή της σχολής.
Ήταν στέλεχος επί δεκαετία του (ερευνητικού) Κέντρου Κοινωνικής Εθνολογίας και Ψυχοκοινωνιολογίας της Γαλλίας. Εξειδικευμένος στην εφαρμοσμένη «πρωτογενή» έρευνα («στο πεδίο») του δομημένου και κατοικημένου χώρου, με κύριο αντικείμενο των εργασιών του την εγκατοίκηση και διαμόρφωση των κοινωνικών σχέσεων σε νεοανεγειρόμενες τεχνητές νέες πόλεις κοινωνικής κατοικίας, με χιλιάδες κατοικιών η καθεμία απ’ αυτές (και οι οποίες σχεδόν όλες μετατρέπονται –λιγότερο ή περισσότερο– σε κοινωνικά γκέτο).
Μετακλήθηκε στην Ελλάδα το 1984 από τον τότε υπουργό Εργασίας Ευ. Γιαννόπουλο ως σύμβουλος Κοινωνικής Στεγαστικής Πολιτικής των διοικήσεων του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας (ΟΕΚ) και των «επιβλεπουσών» ηγεσιών του Yπουργείου Εργασίας.
Από το 1985 έως και το 1991 ήταν «senior sociologist» του Ελληνο-Γερμανικού Επιστημονικού και Επιδεικτικού Προγράμματος «Ηλιακό Χωριό» (οικισμός του ΟΕΚ στην Πεύκη Αττικής). Στον παγκόσμιο διαγωνισμό «Ηabitat ΙΙ» του ΟΗΕ, το «Κοινωνικό Πρόγραμμα» του Ηλιακού Χωριού κατέλαβε την 1η θέση στην Ελλάδα και την 37η θέση μεταξύ των 100 βραβευθέντων (σε σύνολο 5.000) προγραμμάτων απ’ όλες τις χώρες του κόσμου.
Ήταν συνιδρυτής –με τον πρόεδρο των HLM Γαλλίας R. Quillot– της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Συντονισμού Κοινωνικής Κατοικίας (CECODHAS) και οργανωτής του ιδρυτικού συνεδρίου της στην Αθήνα στις 5-6 Νοεμβρίου 1987. Στο CECODHAS σήμερα ανήκουν περίπου 70 οργανισμοί-μέλη χωρών της Ε.Ε., οι οποίοι στεγάζουν σε οικιστικά συγκροτήματά τους περισσότερους από 100.000.000 κατοίκους τους.
Διετέλεσε επί διετία πρόεδρος του Τμήματος Δημόσιου Τομέα του CECODHAS, και επί δεκαεπτά χρόνια μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής του.
Μετείχε σε δεκάδες διεθνή συνέδρια για την Κοινωνική Κατοικία, και οργάνωσε ο ίδιος δύο διασκέψεις του Δημόσιου Τομέα του CECODHAS, στα Χανιά Κρήτης την άνοιξη του 1997, και στην Αθήνα την άνοιξη του 2003, στο πλαίσιο της ελληνικής προεδρίας της ΕΕ.
Κατά την περίοδο 1990-1993 –με κυβέρνηση ΝΔ–, με δικό του αίτημα, έπαψε να αμείβεται και προσέφερε τις υπηρεσίες του στον ΟΕΚ ως «άμισθος συνεργάτης».
Σε μελέτη-εισήγηση που συνέταξε ο ίδιος, με τη συνεργασία του Γρ. Φελώνη, προέδρου του Εργατικού Κέντρου Αθήνας και αντιπροέδρου του ΟΕΚ, και της Σ. Σπυροπούλου, διευθύντριας κατασκευών του ΟΕΚ, βασίσθηκε η ανάθεση της ανέγερσης του Ολυμπιακού Χωριού στον ΟΕΚ από την ελληνική κυβέρνηση.
Τον Σεπτέμβρη του 2002 του ανετέθη η ευθύνη του «Κοινωνικού Προγράμματος Ολυμπιακού Χωριού». Τον Φλεβάρη του 2007 προκάλεσε ο ίδιος την απόλυσή του, έπειτα από επίμονες καταγγελίες του για την άρνηση εφαρμογής αυτού του προγράμματος από τον τότε υφυπουργό Γ. Γιακουμάτο.
ΕΠΙΛΟΓΕΣ
Η Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, με το λυρισμό και την εκπληκτική καθαρότητα του λόγου της, με την ευαισθησία του ανθρώπου που ξέρει την ομορφιά, περιγράφει τόπους και χρώματα, κτίσματα, συνήθειες και γεγονότα, αναπολεί μνήμες από το ιστορικό και μυθικό παρελθόν και στήνει γέφυρες ως το παρόν, για να καταδείξει τη συνέχεια του πολιτιστικού μας βίου σ' ένα πλαίσιο αναλλοίωτων ηθικών αξιών και πνευματικής ακτινοβολίας.
Γραφική περιπλάνηση σε χώρους αγαπημένους, στην Ολυμπία, στις Μυκήνες, στην αρχαία Τίρυνθα, στην Επίδαυρο, στην Τροιζήνα, στη βουκολική Αρκαδία.
Από τα ελάχιστα περιηγητικά βιβλία που δε σε κάνουν να πλήττεις.
Η Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, με το λυρισμό και την εκπληκτική καθαρότητα του λόγου της, με την ευαισθησία του ανθρώπου που ξέρει την ομορφιά, περιγράφει τόπους και χρώματα, κτίσματα, συνήθειες και γεγονότα, αναπολεί μνήμες από το ιστορικό και μυθικό παρελθόν και στήνει γέφυρες ως το παρόν, για να καταδείξει τη συνέχεια του πολιτιστικού μας βίου σ' ένα πλαίσιο αναλλοίωτων ηθικών αξιών και πνευματικής ακτινοβολίας.
Γραφική περιπλάνηση σε χώρους αγαπημένους, στη Νάξο, στα νησιά του Σαρωνικού, στην Αττική, στην Εύβοια.
Από τα ελάχιστα περιηγητικά βιβλία που δε σε κάνουν να πλήττεις.
O Μάρκο Πόλο και ο φίλος του Αντόνιο Μάλφι συνεχίζουν να ταξιδεύουν στο εσωτερικό της Κίνας για χρόνια, ώσπου αρχίζουν να νοσταλγούν την αγαπημένη τους Βενετία. O Αντόνιο συλλογιέται τη μητέρα του και φοβάται μήπως επιστρέφοντας δεν τη βρει ζωντανή. Σκέφτεται και τα καμώματα του συντρόφου τους Μαρτσέλο, που η περιπέτειά του με την κόρη του μεγάλου αυλάρχη στο παλάτι του Κουμπλάι Χαν τους έχει θέσει σε κίνδυνο και ίσως τους στοιχίσει τη ζωή. Καταστρώνουν σχέδια με τον Μάρκο πώς θα καταφέρουν να φύγουν. Βρίσκουν τον τρόπο. Αρχίζει το ταξίδι της επιστροφής, καθώς απ' το παλάτι τους αναθέτουν τη συνοδεία μιας πριγκίπισσας που πάει να παντρευτεί στην Περσία. Επανδρώνουν πλοία και ξεκινούν να διασχίσουν τις Νότιες Θάλασσες και τον Ινδικό Ωκεανό, ως τον Περσικό Κόλπο. Και αρχίζουν νέες περιπέτειες με άγρια κύματα, με πειρατές, με βροχές και καταιγίδες!
O Αντόνιο Μάλφι, ο νεαρός φίλος του Μάρκο Πόλο, που ύστερα από μύριες όσες περιπέτειες έφτασε μαζί του ως τη βαθιά Ανατολή, στο βασίλειο του Κουμπλάι Χαν, είναι θαμπωμένος απ' τα όσα έχει δει και κυρίως από τα πλούτη και το χρυσάφι του Μεγάλου Βασιλιά. Γι' αυτό αισθάνεται ευγνωμοσύνη για το φίλο του Μάρκο, που τον πήρε μαζί του στο ταξίδι, και πίστη απέναντι στον Κουμπλάι Χαν, που έθεσε στη διάθεσή τους όλα τα καλά του Θεού στις επαρχίες της απέραντης Κίνας, όπου τους έστειλε να κάνουν επιθεώρηση. O Αντόνιο δεν μπορεί να συγχωρήσει την τρέλα του Μαρτσέλο, ενός νέου από τη συνοδεία τους, που έχει ερωτική σχέση με την κόρη του μεγάλου αυλάρχη και τελικά δεν τους ακολουθεί στη μεγάλη τους περιπέτεια στις αχανείς εκτάσεις της μυθικής Κίνας. Μήπως τάχα και οι ίδιοι, εξαιτίας του Μαρτσέλο, αντιμετωπίσουν την οργή του αυτοκράτορα;
Ζωγράφισαν: Παναγιώτης Γράββαλος, Στέφανος Δασκαλάκης, Κυριάκος Κατζουράκης, Αντώνης Κέπετζης, Δημήτρης Μυταράς, Φαίδων Πατρικαλάκις, Δήμος Σκουλάκης, Βασίλης Σπεράντζας, Νίκος Στεφάνου, Παναγιώτης Τέτσης, Αλέκος Φασιανός, Μανώλης Χάρος
ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ
Ο Φίμα είναι πενήντα τεσσάρων ετών, διαζευγμένος δύο φορές και εργάζεται ως υπάλληλος υποδοχής σε μια γυναικολογική κλινική. Είναι επίσης γιος ενός αυτοδημιούργητου εργοστασιάρχη καλλυντικών αλλά, παρά τις λαμπρές πανεπιστημιακές του σπουδές, εξακολουθεί να τον στηρίζει οικονομικά ο ηλικιωμένος πατέρας του. Ο Φίμα ζει στην Ιερουσαλήμ, νιώθει ωστόσο ότι θα έπρεπε να βρίσκεται αλλού. Έχει στο ενεργητικό του διάφορους μυστήριους ερωτικούς δεσμούς, άπειρες φαεινές ιδέες και μια πολλά υποσχόμενη ποιητική συλλογή. Αναρωτιέται ποιος είναι ο σκοπός του κόσμου και γιατί η χώρα του έχει πάρει τον λάθος δρόμο. Τον διακατέχει η ακόρεστη λαχτάρα για κάτι το άπιαστο και η μόνιμη επιθυμία να γυρίσει σελίδα. Να όμως που τώρα, στη διάρκεια ενός μουντού χειμωνιάτικου πρωινού, τον βλέπουμε σε ένα καταθλιπτικό διαμέρισμα να επιδίδεται σε μια ταπεινωτική μάχη, πασχίζοντας να ξεσκαλώσει το πουκάμισό του από το φερμουάρ του παντελονιού του. Με τρόπο συναρπαστικό και στιβαρό, ο Άμος Οζ πλάθει έναν μοναχικό και απρόβλεπτο αντιήρωα, έναν συνδυασμό προφήτη και κλόουν σε διαρκή αναζήτηση, πανέτοιμο ανά πάσα στιγμή για τη συντροφιά μιας γυναίκας, κάποια αποκάλυψη ή την ίδια τη σωτηρία.
«Από τους πλέον αλησμόνητους ήρωες που δημιούργησε ποτέ ο Άμος Οζ. Ο πρωταγωνιστής, ο Φίμα, αποτελεί μια λογοτεχνική διασταύρωση του Θείου Βάνια του Αντόν Τσέχοφ με τον Λέοπολντ Μπλουμ [στον Οδυσσέα] του Τζέιμς Τζόις».
The Washington Post
«Ένα εκπληκτικό μυθιστόρημα. Έχει μια ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα και αναδίδει κάτι μεθυστικό».
The New Yorker
«Η Τρίτη κατάσταση κυκλοφόρησε στο Ισραήλ το 1991, είκοσι τρία χρόνια πριν από τον Ιούδα, το κύκνειο άσμα του Άμος Οζ, και το ενδιαφέρον είναι ότι έχει πολλά κοινά σημεία με το έργο που μαζί με το Ιστορία αγάπης και σκότους θεωρείται από τα αριστουργήματά του».
Από το επίμετρο της Μάγκυς Κοέν
Τον χειμώνα η όμορφη Κοιλάδα του Κλότζκο μετατρέπεται σε ένα μέρος αρκετά ερημικό και μάλλον αφιλόξενο. Μεταξύ των λιγοστών κατοίκων που παραμένουν εκεί είναι η Γιανίνα Ντουσέικο, λάτρης της αστρολογίας, η οποία στον ελεύθερο χρόνο της προσέχει τα σπίτια των απόντων γειτόνων και μεταφράζει ποιήματα του Μπλέικ. Κάπως έτσι γεμίζει τις μέρες της αυτή η ώριμη και μοναχική γυναίκα. Από τους άλλους, πάλι, η ίδια θεωρείται ιδιότροπη και εκκεντρική, αν όχι τρελή, επειδή ακριβώς προτιμά την παρέα των ζώων παρά των ανθρώπων. Ώσπου κάποια στιγμή η γαλήνη του τόπου διαταράσσεται, γίνεται ένας
φόνος. Δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό. Τα πτώματα αυξάνονται και τα θύματα είναι κυνηγοί. Τι συμβαίνει; Η Γιανίνα κάτι υποψιάζεται και αναλαμβάνει να διερευνήσει την υπόθεση. Ακολουθεί όμως τα σωστά ίχνη; Η βραβευμένη με το Νόμπελ Λογοτεχνίας Όλγκα Τοκάρτσουκ αφηγείται μια αντισυμβατική ιστορία μυστηρίου και αγωνίας με γρήγορο ρυθμό και παιγνιώδη διάθεση. Δημιουργεί ένα υπαρξιακό θρίλερ, με κοινωνικό και πολιτικό ορίζοντα, που προσλαμβάνει ωστόσο φιλοσοφικές και μεταφυσικές διαστάσεις. Ένα ακατάτακτο και απολαυστικό μυθιστόρημα για την αξία της ενσυναίσθησης.
«Μια σπουδαία συγγραφέας».
Σβετλάνα Αλεξίεβιτς
«Εντυπωσιακό. Αυτό το βιβλίο της Όλγκα Τοκάρτσουκ είναι διασκεδαστικό και ζωηρό αλλά συγχρόνως δυσοίωνο και ανατριχιαστικό, εγείροντας ορισμένα πολύ σοβαρά ερωτήματα για την ανθρώπινη συμπεριφορά. Τον πιο ειλικρινή θαυμασμό μου για το εξαίρετο έργο της».
Άννυ Πρου
«Ένα καταπληκτικό αμάλγαμα θρίλερ, κωμωδίας και πολιτικής πραγματείας, γραμμένο από μια γυναίκα η οποία συνδυάζει μια ασυνήθιστη νοημοσύνη με μια αναρχική ευαισθησία».
The Guardian
«Τα κείμενά της διαρκώς αποκαλύπτουν απρόβλεπτα θαύματα και άλλες τόσες εκπλήξεις. Δεν υπάρχει είδος λογοτεχνικό που να μην μπορεί να το ανατρέψει. Το μυθιστόρημα Οδήγησε το αλέτρι σου πάνω από τα οστά των νεκρών θα σας κάνει να θέλετε διαβάσετε οτιδήποτε έχει γράψει η Όλγκα Τοκάρτσουκ».
Financial Times
Σ’ αυτό το μυθιστόρημα αναζητώ ποιοι υπήρξαν οι «γνωστοί-άγνωστοι» γονείς μου – όπως συνήθως είναι οι γονείς. Τι διαμόρφωσε τον Εμμανουήλ και την Αικατερίνη πριν παντρευτούν, πριν τους γνωρίσω, πριν συγκρουστούμε με σφοδρότητα, πριν συμφιλιωθούμε αργότερα. Από πού άντλησαν εκείνο το φορτίο πολιτισμών, νοοτροπιών, συμπεριφορών, ακόμη και ιστορικής οπτικής, που μοιραία μου κληροδότησαν.
Αναζήτηση επιτρεπτή, αν όχι και απαραίτητη στην ώριμη ηλικία ενός παιδιού, ενός συγγραφέα – όπως είναι πλέον η δική μου. Παραδόξως, μόνο τώρα αφέθηκαν σε εξομολογήσεις τα κατάλοιπα των νεκρών γονέων, μόνο τώρα αποκρίθηκαν στις ερωτήσεις μου οι παλιές μαυρόασπρες φωτογραφίες τους. Η μνήμη μουανακάλεσε πιο εύκολα τις οικογενειακές προφορικές εξιστορήσεις, που τόσο πολύ διαφέρουν από στόμα σε στόμα, απόάντρα σε γυναίκα, από δωμάτιο σε δωμάτιο, από εποχή σε εποχή. Βρέθηκα στους τόπους, όπου σε ποικίλουςχρόνους και σε καιρούς δύσκολους είχαν ζήσει: ιστορικά χωριά της Κρήτης, προπολεμική Βιέννη και Μπορντό, Αθήνα, Ηράκλειο κι άλλους ακόμη. Τόπους-σκηνικά, αφού ανέκαθεν η οικογένεια είναι ο βαθύς εκρηκτικός πυρήνας κάθε δράματος στη ζωή, στην τέχνη.
Σ’ αυτά τα παραμύθια που δεν είναι παραμύθια αμφισβητώ, επινοώ, κατανοώ, εικάζω, σαρκάζω, και μάλλον συγχωρώ. Στο κάτω-κάτω οι γονείς είναι ο ένας μόνο από τους πολλούς καθρέφτες της αυτογνωσίας μας, ίσως ο πιο σκληρός αλλά και τρυφερός καθρέφτης.
Το βρόμικο κόλπο, να ξεχάσεις μόνον τα άσχημα αλλά να θυμάσαι τα ωραία, δεν πετυχαίνει, η μνήμη διεκδικεί τα νόμιμα, δηλαδή όλα ή τίποτε, δηλαδή ας μείνει κάποιος να θυμάται, να θυμάται και τα ψιλά γράμματα. Υπάρχουν κάμποσα που αλίμονο αν τα θάψει κι αυτά ο νους, δεν πρόκειται για φανταχτερά ενσταντανέ και σκατοπασαλειμμένες αναμνήσεις, πρόκειται για άυλα τιμαλφή. Ευτυχώς ο εγκέφαλος του Μιχάλη Τσιούλη τα είχε κλειδώσει και ασφαλίσει.
Δεν είμαι υποχρεωμένος να μην ονειροπολώ, είπε, ούτε ντε και καλά να αισιοδοξώ και να ευτυχώ, αφού όλα πιο ρηχά, ούτε μύχια της ύπαρξης, ούτε γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, ούτε πού έδυ σου το κάλλος.
Δοκίμασα, συνέχισε, να αρκεστώ στο μικρομεσαίο μου μερτικό καθημερινότητας, να μοιάσω με την πλειοψηφία των πιο νορμάλ, να γίνω και λίγο ζαμανφουτίστας, όμως δεν μου είπε πολλά η πραγματικότητα, δεν ήξερα πώς να κινηθώ άνετα σ’ αυτήν.
Η νύχτα στο θρόνο της, με το αεράκι να περιοδεύει σε όλο το λεκανοπέδιο, σε όλο τον κόλπο του Σαρωνικού και τα άστρα ψηλά να σπιθίζουν ακατάστατα, να κάνουν του κεφαλιού τους.
Τύχη αγαθή, ο Τσιούλης είχε ιδεί το φεγγάρι σε πενήντα, μπορεί και παραπάνω, παραλλαγές. Ολόχρυσο. Ασημένιο. Άσπρο, πελώριο και οριζοντιωμένο σαν αιώρα. Χορτάτο μωρό να αποκοιμιέται στην αγκαλιά ενός κοκκινωπού σύννεφου. Αγέρωχο και ανοξείδωτο να κοντρολάρει την έξαρση της νύχτας. Απόψε δε, μπλαβογκριζοκίτρινο σαν τα μάτια σου, χαζομηχανικέ, κατά τη Σαλονικιά νοσηλεύτρια, κάποτε.
Το δραματικό οδοιπορικό μιας εβραϊκής οικογένειας στις ζοφερές στιγμές του εικοστού αιώνα.
Το χρονικό μιας κοινωνίας που συντρίβεται και αναφύεται μέσα από τα ερείπιά της. Η θυελλώδης ιστορία του μικρού Ιωσήφ, όπως την καταγράφει ένα νυχτερινό παραμύθι: Θεσσαλονίκη, 1917. Οι φλόγες ζώνουν την εβραϊκή συνοικία. Η Μπενούτα με τα παιδιά της βρίσκονται στο σπίτι. Ένας Τσιγγάνος, ο Αγγελής, τους διασώζει την τελευταία στιγμή. Τους μεταφέρει στον καταυλισμό του, μακριά απ' τον όλεθρο. Μεγάλο μέρος της πόλης καταστρέφεται. Ένα πολύτιμο κόσμημα σώζεται.
Ένα κειμήλιο που συνδέει ανθρώπους και γεγονότα.
Εβραίους και Τσιγγάνους. Δυο λαούς με διαφορετική κοσμοαντίληψη αλλά με πεπρωμένο κοινό. Πόλεμος, ναζιστική θηριωδία, Άουσβιτς. Οι σκληρές σελίδες του Ολοκαυτώματος. Η οδύσσεια ενός βραχιολιού.









