- Κοινωνικές και Ανθρωπιστικές επιστήμες
- Κατάλοιπα του '21
Τις ιστορικές απόψεις στα κείμενα του τόμου θα τις συναντήσουμε να κυκλοφορούν ευρύτερα στην εποχή του Κωστή Παπαγιώργη. Κάποιες εξ αυτών εντάσσονται σε μια μακρά ιστορική γενεαλογία που εξυφαίνεται διαχρονικά από τον Μακρυγιάννη μέχρι τον Ζήσιμο Λορεντζάτο. Ένας τρόπος, συνεπώς, είναι να εξετάσουμε τα κείμενα αυτά στο πλαίσιο των ιδεολογικών αντιπαραθέσεων της μεταπολίτευσης για το 1821 και την εν γένει διαδρομή του ελληνικού κράτους. Παρά τις διαφορές τους, οι επιμέρους θεάσεις μοιράζονταν μια κοινή παραδοχή: θεωρούσαν αμφότερες ότι η λαϊκή κουλτούρα βρισκόταν σε αναντιστοιχία με τους δυτικοφερμένους θεσμούς. Κι ενώ οι μεν μπορεί να έβλεπαν σε αυτό ένα πρόβλημα των ίδιων των θεσμών που επιβλήθηκαν έξωθεν, για άλλους ήταν ένα πρόβλημα του «λαού» και της νοοτροπίας του που αντιστέκονταν διαχρονικά στα εκσυγχρονιστικά πρότυπα των δυτικοτραφών ημεδαπών ελίτ. Ο Παπαγιώργης παίρνει μέρος σε αυτήν την αντιπαράθεση με την συνήθη «ιερή μανία» του και πάντοτε γοητευμένος από τον πλούτο ενός λαϊκού πολιτισμού, «κατάλοιπα» του οποίου μόνο ελάχιστα διασώθηκαν. Και η δική του σταθερή έγνοια υπήρξε πάντοτε η αποκατάσταση της μνήμης τους.
Εν πρώτοις μοιάζει μάλλον παράδοξο. Τι δουλειά έχει ένας εραστής και μέγας αναγνώστης των μεγάλων φιλοσοφικών και λογοτεχνικών κειμένων με τα «ψίχουλα» της ιστορίας; Με άλλα λόγια, τι αναζητά άραγε ένας δοκιμιογράφος (essayiste) –που θεωρητικά καταπιάνεται, μέσα σε καθεστώς μεγάλης ελευθερίας μάλιστα, με τον άχρονο φιλοσοφικό στοχασμό των υψηλών νοημάτων– με πράγματα πεζά και διαρκώς ευμετάβλητα, στενά συνδεδεμένα με τον ρευστό ιστορικό χρόνο, ο οποίος όλα τα σαρώνει στο πέρασμά του και όλα τα σχετικοποιεί; Από τις ψηλές κορφές των βουνών, από όπου κανείς μπορεί να ατενίζει με στωικότητα τις ανθρώπινες υποθέσεις, πώς να βουτήξει στη λάσπη, όπου τίποτα δεν τον γλυτώνει από το να λερωθεί και ο ίδιος; Και πώς να υποταχτεί στους καταναγκασμούς μιας πειθαρχίας όπως της ιστορικής επιστήμης, που, «θύμα» του παλιότερου θετικισμού της, όλα τα ψειρίζει και τόσο φοβάται τις γενικεύσεις, τις ατεκμηρίωτες βεβαιότητες και τα αφηρημένα σχήματα;
Η στροφή του ενδιαφέροντος του Κωστή Παπαγιώργη σε ζητήματα ελληνικής ιστορίας αφορά πράγματι το ύστερο έργο του, κι έρχεται σε μια φάση συγγραφικής ωριμότητάς του. Έχουν προηγηθεί όλα τα δοκίμια με τα οποία αναγνωρίστηκε ως ένας από τους πιο οξύνοες ανατόμους των ανθρώπινων παθών στα σύγχρονα νεοελληνικά γράμματα, όπως τα Ίμερος και κλινοπάλη, Λάδια ξίδια, Περί μέθης, Σιαμαία και ετεροθαλή, Μυστικά της συμπάθειας, Ζώντες και τεθνεώτες κ.ά. Ήδη δηλαδή στις αρχές του 21ου αιώνα, και ύστερα από μια σχεδόν εικοσαετή διαδρομή στα γράμματα και στον στοχασμό, ιδιαίτερα παραγωγική, που αριθμεί ως τότε περί τα δεκαπέντε βιβλία, ο Παπαγιώργης θεωρείται ένας καθιερωμένος δοκιμιογράφος και μεταφραστής (όπως και αρθρογράφος), καθ’ όλα πρωτότυπος, με ένα εντελώς δικό του στίγμα, απολύτως αναγνωρίσιμο, και με πλήθος οπαδών και φανατικών αναγνωστών. Κι όμως, σε αυτό το απόγειο της καθιέρωσης, εκείνος επιλέγει να αλλάξει για λίγο ρότα, και να καταβυθισθεί σε άλλα νερά, που απαιτούν νέα εκγύμανση και θεωρητική τριβή, όπως η μελέτη των τεκμηρίων της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Το αποτέλεσμα αυτής της σε κάθε περίπτωση κοπιώδους και εξαντλητικής, όπως θα δούμε και παρακάτω, έρευνας είναι η έκδοση τριών ιστορικών δοκιμίων, από το 2001 ως το 2005, που αφορούν όλα την περίοδο της ελληνικής επανάστασης του 1821: Κανέλλος Δεληγιάννης (2001), Τα Καπάκια: Βαρνακιώτης, Καραϊσκάκης, Ανδρούτσος (2003) και Εμμανουήλ Ξάνθος, ο Φιλικός (2005) [όλα από τις Εκδόσεις Καστανιώτη].
Η σπουδή τής περιόδου έχει βεβαίως ξεκινήσει πολύ νωρίτερα, κυρίως, αλλά όχι μόνο, με τη μελέτη μιας βασικής (ογκώδους) πηγής, που είναι τα απομνημονεύματα των αγωνιστών του ’21. Ταυτόχρονα, ήδη το 1997 φαίνεται να έχουν αποκρυσταλλωθεί στο μυαλό του συγγραφέα τα ερμηνευτικά σχήματα βάσει των οποίων επιχειρεί την ανάγνωση του μείζονος αυτού ιστορικού γεγονότος. Όπως εξηγεί σε μια συνέντευξή του τη χρονιά εκείνη στο περιοδικό «Έψιλον» της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας:
«H επανάσταση (του 1821) ξεκίνησε από έξω, από τους Έλληνες του εξωτερικού, στις παραδουνάβιες περιοχές, και από έναν αξιωματικό του τσάρου, τον Υψηλάντη. Συνεχίστηκε από τους Έλληνες και τελείωσε από τους ξένους, δηλαδή ήταν μια επανάσταση που κανείς δεν κατάλαβε πώς έγινε (και πού πραγματικά στόχευε). [...] Η Ορθοδοξία είχε από την αρχή διεθνικό χαρακτήρα. Κι ακόμα σήμερα, ο πατριάρχης μιλάει στο όνομα όλων των ορθοδόξων (είναι η κεφαλή τους). Πολιτικό στοιχείο αυτό πολύ σημαντικό. Το Πατριαρχείο τότε, λίγο πριν την επανάσταση, έκανε μια σειρά από σχολεία σε όλες τις παραδουνάβιες περιοχές, (αλλά και) στην Iωνία, στην Iταλία. Περίμενε, με την άνοδο του βιοτικού επιπέδου και με την κατάρρευση της Oθωμανικής Aυτοκρατορίας, να ελευθερωθεί όλος ο ελληνισμός, όχι μόνο ένα ελλαδικό κομμάτι. H γαλλική επανάσταση μας έκαψε κατά μία άποψη ή (κατά την άλλη άποψη) μας ελευθέρωσε (τουλάχιστον ένα μικρό κομμάτι). Πάντως και ο Pήγας, όταν μιλάει για ελευθερία, δεν αναφέρεται μόνο στους Έλληνες, λέει: Bούλγαροι, Tούρκοι, όλοι. Aυτό το όραμα καταστράφηκε με τον Kοραή. [...] Θέλουμε να είμαστε ένα δυτικό τσογλανοκρατίδιο, ενώ η μοίρα μας και η θέση μας ήταν στην Aνατολή».
Έχουμε εδώ ένα πρώτο δείγμα της στάσης του συγγραφέα απέναντι στην ελληνική εθνική επανάσταση. Για τον Παπαγιώργη η βασική αντιπαράθεση γύρω από την εξουσία της επανάστασης είναι αυτή ανάμεσα στους «αυτόχθονες» και τους «ετερόχθονες». Ανάμεσα δηλαδή στους ρωμιούς, με τη φουστανέλα και την ανατολίτικη κουλτούρα, που υποτίθεται δεν τους χωρίζει τίποτα από τη νοοτροπία των Τούρκων, κι ας είναι υποτελείς τους (ή ίσως γι’ αυτό ακριβώς), και τους δυτικότροπους «καλαμαράδες»», με τις ξενικές συμπεριφορές και απόψεις, που έρχονται απρόσκλητοι από την Εσπερία για να εφαρμόσουν στον τόπο αυτόν ένα σχέδιο αποκλειστικά δικό τους, δηλαδή αυτό ενός εθνικού συγκεντρωτικού κράτους, στα κεντροευρωπαϊκά πρότυπα. Ένα επαναστατικό σχέδιο για το οποίο οι ντόπιες ηγετικές ομάδες αλλά και οι υπόλοιποι γηγενείς δεν είχαν ερωτηθεί, δεν τους δόθηκε παρά προ τετελεσμένων το δικαίωμα της άποψης και της συμβολής, καθώς κι ένα σχέδιο ελλιπώς οργανωμένο και σε συνθήκες που ήταν εχθρικές για την ευόδωσή του. Πράγμα το οποίο απέδειξε καταφανέστατα, σύμφωνα με αυτή την άποψη, η εκδήλωση του μετέπειτα αιματηρού εμφυλίου, και στην ουσία η αποτυχία της επανάστασης, που αν διασώθηκε τελικά το όφειλε στην ξένη παρέμβαση, η οποία και θα αποφάσιζε στο εξής το μέλλον του μικρού και αδύναμου αυτού κρατιδίου. Με το σχήμα αυτό, ο Παπαγιώργης υπερβαίνει την παλιότερη, επίσης ιδεολογικοποιημένη αντίθεση ανάμεσα στους καταπιεστές κοτζαμπάσηδες, των οποίων τα συμφέροντα ήταν σε μεγάλο βαθμό συνδεδεμένα με την οθωμανική διοίκηση, και τον υπόλοιπο λαό, ιδίως τους ηρωικούς κλέφτες και αρματολούς, που, ενώ σήκωσαν το στρατιωτικό βάρος της επανάστασης, καρπώθηκαν πολύ μικρότερα οφέλη συγκριτικά, μετά την επιτυχία της. Επρόκειτο για το γνωστό αριστερό σχήμα του Γιάνη Κορδάτου αλλά και του Γιάννη Σκαρίμπα, και ήταν μια (λαϊκιστική) ανάγνωση κυρίαρχη σε μεγάλο βαθμό όλο τον ελληνικό 20ό αιώνα. Μια λαϊκιστική ανάγνωση, που γνώρισε μάλιστα ιδιαίτερη ώθηση κατά τη διάρκεια της αντίστασης του ΕΑΜ στη γερμανική κατοχή, μέσα από οργανικούς διανοούμενους του χώρου αυτού, όπως ο κομμουνιστής Γιώργης Λαμπρινός με το έργο του Μορφές του Εικοσιένα, που εκδόθηκε στην πρώτη του μορφή το 1942.
Ο Παπαγιώργης, ωστόσο, γράφοντας στις αρχές του 21ου αιώνα, μοιάζει να συμμετέχει σε μια άλλη συζήτηση, και να απαντά σε διαφορετικά ιδεολογικά διακυβεύματα, όπως δείξαμε νωρίτερα. Εδώ, τώρα, η διαιρετική τομή των αντιμαχόμενων ομάδων της επανάστασης έχει τοποθετηθεί στο δίπολο «εκσυγχρονιστές – παραδοσιοκράτες», και ιστορικές μελέτες ή μελέτες πολιτικής επιστήμης που αναδεικνύουν το πολιτισμικό στοιχείο, όπως για παράδειγμα του καθηγητή Νικηφόρου Διαμαντούρου, αν και όχι μόνο, αποτελούν το αντίπαλο δέος σε αυτή τη διανοητική αντιπαράθεση. Όπως θα αναφέρει χαρακτηριστικά σε άλλη συνέντευξη:
«Αν ο τόπος δεν μεταμορφωνόταν σε ευρωπαϊκό κρατίδιο εν μιά νυκτί, δεν θα άξιζε ούτε μια πρέζα ταμπάκο. Σκέψου τον Τρικούπη, με ετερόχθονο φρόνημα κι αυτός, μάζεψε γύρω του αγγλόφιλους και ρωμιούς της περιφέρειας για να κάνει την Ελλάδα “Μικρά Αγγλία”. Τα ίδια δεν φιλοδόξησε και ο Βενιζέλος; Τέλος πάντων, μιλάμε σαν πολιτικοί και δεν έχει νόημα. Αυτό που θέλω να τονίσω είναι ότι διαμορφώθη-
κε προϊόντος του χρόνου μια απαξιωτική στάση απέναντι σε κάθε τι ντόπιο. Ο ρωμιός δεν άξιζε, ήταν άνθρωπος πέμπτης κατηγορίας, ένας υπάνθρωπος τουρκομαθημένος».
Και στην ερώτηση «Μήπως αυτή είναι η αλήθεια;» απαντάει: «Πιθανότατα, αλλά τότε με ευρωπαϊκά εμβόλια και καταβολάδες δεν φτιάχνεις κοινωνία».
Ο Κωστής Παπαγιώργης γεννήθηκε το 1947 στο Νεοχώριο Υπάτης. Έζησε τα παιδικά του χρόνια στην Παραλία Κύμης, όπου υπηρετούσε ως δάσκαλος ο πατέρας του, και εν συνεχεία στην Αθήνα (Χαλάνδρι), στη Θεσσαλονίκη, στο Παρίσι (1968-1975) και πάλι στην Αθήνα (Εξάρχεια).
Εξέδωσε μια σειρά δοκιμίων εμπνευσμένων από την κλασική αρχαιότητα και από τον βίο του σημερινού καθημερινού ανθρώπου, καθώς και έργα που αφορούσαν έμμεσα ή άμεσα το φρόνημα του Νεοέλληνα. Επίσης επιδόθηκε με αξιοζήλευτη δεινότητα στις μεταφράσεις σημαντικών φιλοσόφων και διανοητών (μεταξύ άλλων Σαρτρ, Σιοράν, Ντεριντά, Ρικέρ, Κίρκεγκωρ, Φουκώ, Λεβινάς).
Στις Εκδόσεις Καστανιώτη ήταν διευθυντής των σειρών «Ελάσσονα Φιλοσοφικά», «Μείζονα Φιλοσοφικά» και «Μέγιστα Φιλοσοφικά». Παλαιότερα διηύθυνε στις Εκδόσεις Ροές τη φιλοσοφική σειρά «Δοκίμια». Συνεργάστηκε με περιοδικά (Πλανόδιον, Αθηνόραμα, Το Δέντρο, Αντί κ.ά.), εφημερίδες (Lifo, Επενδυτής, Κόσμος του Επενδυτή και παλαιότερα Απογευματινή), καθώς και με πόρταλ στο διαδίκτυο (matrix24.gr και Protagon).
Το 2002 τιμήθηκε με το Κρατικό Λογοτεχνικό Βραβείο Μαρτυρίας-Χρονικού για το βιβλίο του Κανέλλος Δεληγιάννης. Ήταν παντρεμένος με τη Ράνια Σταθοπούλου.
Έφυγε από τη ζωή στις 21 Μαρτίου 2014.
ΕΠΙΛΟΓΕΣ
O Μάρκο Πόλο και ο φίλος του Αντόνιο Μάλφι συνεχίζουν να ταξιδεύουν στο εσωτερικό της Κίνας για χρόνια, ώσπου αρχίζουν να νοσταλγούν την αγαπημένη τους Βενετία. O Αντόνιο συλλογιέται τη μητέρα του και φοβάται μήπως επιστρέφοντας δεν τη βρει ζωντανή. Σκέφτεται και τα καμώματα του συντρόφου τους Μαρτσέλο, που η περιπέτειά του με την κόρη του μεγάλου αυλάρχη στο παλάτι του Κουμπλάι Χαν τους έχει θέσει σε κίνδυνο και ίσως τους στοιχίσει τη ζωή. Καταστρώνουν σχέδια με τον Μάρκο πώς θα καταφέρουν να φύγουν. Βρίσκουν τον τρόπο. Αρχίζει το ταξίδι της επιστροφής, καθώς απ' το παλάτι τους αναθέτουν τη συνοδεία μιας πριγκίπισσας που πάει να παντρευτεί στην Περσία. Επανδρώνουν πλοία και ξεκινούν να διασχίσουν τις Νότιες Θάλασσες και τον Ινδικό Ωκεανό, ως τον Περσικό Κόλπο. Και αρχίζουν νέες περιπέτειες με άγρια κύματα, με πειρατές, με βροχές και καταιγίδες!
O Αντόνιο Μάλφι, ο νεαρός φίλος του Μάρκο Πόλο, που ύστερα από μύριες όσες περιπέτειες έφτασε μαζί του ως τη βαθιά Ανατολή, στο βασίλειο του Κουμπλάι Χαν, είναι θαμπωμένος απ' τα όσα έχει δει και κυρίως από τα πλούτη και το χρυσάφι του Μεγάλου Βασιλιά. Γι' αυτό αισθάνεται ευγνωμοσύνη για το φίλο του Μάρκο, που τον πήρε μαζί του στο ταξίδι, και πίστη απέναντι στον Κουμπλάι Χαν, που έθεσε στη διάθεσή τους όλα τα καλά του Θεού στις επαρχίες της απέραντης Κίνας, όπου τους έστειλε να κάνουν επιθεώρηση. O Αντόνιο δεν μπορεί να συγχωρήσει την τρέλα του Μαρτσέλο, ενός νέου από τη συνοδεία τους, που έχει ερωτική σχέση με την κόρη του μεγάλου αυλάρχη και τελικά δεν τους ακολουθεί στη μεγάλη τους περιπέτεια στις αχανείς εκτάσεις της μυθικής Κίνας. Μήπως τάχα και οι ίδιοι, εξαιτίας του Μαρτσέλο, αντιμετωπίσουν την οργή του αυτοκράτορα;
Ζωγράφισαν: Παναγιώτης Γράββαλος, Στέφανος Δασκαλάκης, Κυριάκος Κατζουράκης, Αντώνης Κέπετζης, Δημήτρης Μυταράς, Φαίδων Πατρικαλάκις, Δήμος Σκουλάκης, Βασίλης Σπεράντζας, Νίκος Στεφάνου, Παναγιώτης Τέτσης, Αλέκος Φασιανός, Μανώλης Χάρος
Mια τολμηρή απόπειρα μύησης των μαθητών λυκείου –και του γενικού αναγνώστη– στο γραπτό λόγο. Για να πετύχει το επιθυμητό αποτέλεσμα, ο συγγραφέας μεταχειρίζεται ως βασικό «εργαλείο» την κατηγοριακή ανάλυση του Aριστοτέλη, την οποία αρχικά παρουσιάζει και στη συνέχεια χρησιμοποιεί. Tο βιβλίο συμπληρώνεται με αναλυτική παρουσίαση δόκιμων προσεγγίσεων του λόγου.
Το βιβλίο αυτό ξεχωρίζει γιατί δεν είναι ένα απλό βοήθημα. Είναι ένα ολοκληρωμένο βιβλίο μαθηματικών σε 3 τεύχη, με πλήρη διδασκαλία κάθε μαθηματικής ενότητας, ενώ συγχρόνως καλύπτει και την εξάσκηση του παιδιού στο σπίτι.
Είναι αποτέλεσμα μακρόχρονης εφαρμογής και εμπειρίας από τη διδασκαλία στην Πρώτη τάξη του Δημοτικού.
Η επιλογή να παρουσιαστεί το βιβλίο αυτό σε 3 τεύχη είναι συνειδητή και σκοπό έχει να παρακολουθήσει την εξέλιξη της αντιληπτικής ικανότητας του εξάχρονου μαθητή στην περίοδο της Πρώτης Δημοτικού.
Το παιδί με τον τρόπο αυτό κρατάει στα χέρια του όλη τη χρονιά ένα βιβλίο εύχρηστο, ελαφρύ, ευχάριστο, χωρίς βεβιασμένες συντμήσεις στην ύλη.
Επιπλέον δίνει τη δυνατότητα στα παιδιά του νηπιαγωγείου να χρησιμοποιήσουν το Α´ τεύχος για να προετοιμαστούν για την είσοδό τους στην Πρώτη τάξη.
ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ
Ο Φίμα είναι πενήντα τεσσάρων ετών, διαζευγμένος δύο φορές και εργάζεται ως υπάλληλος υποδοχής σε μια γυναικολογική κλινική. Είναι επίσης γιος ενός αυτοδημιούργητου εργοστασιάρχη καλλυντικών αλλά, παρά τις λαμπρές πανεπιστημιακές του σπουδές, εξακολουθεί να τον στηρίζει οικονομικά ο ηλικιωμένος πατέρας του. Ο Φίμα ζει στην Ιερουσαλήμ, νιώθει ωστόσο ότι θα έπρεπε να βρίσκεται αλλού. Έχει στο ενεργητικό του διάφορους μυστήριους ερωτικούς δεσμούς, άπειρες φαεινές ιδέες και μια πολλά υποσχόμενη ποιητική συλλογή. Αναρωτιέται ποιος είναι ο σκοπός του κόσμου και γιατί η χώρα του έχει πάρει τον λάθος δρόμο. Τον διακατέχει η ακόρεστη λαχτάρα για κάτι το άπιαστο και η μόνιμη επιθυμία να γυρίσει σελίδα. Να όμως που τώρα, στη διάρκεια ενός μουντού χειμωνιάτικου πρωινού, τον βλέπουμε σε ένα καταθλιπτικό διαμέρισμα να επιδίδεται σε μια ταπεινωτική μάχη, πασχίζοντας να ξεσκαλώσει το πουκάμισό του από το φερμουάρ του παντελονιού του. Με τρόπο συναρπαστικό και στιβαρό, ο Άμος Οζ πλάθει έναν μοναχικό και απρόβλεπτο αντιήρωα, έναν συνδυασμό προφήτη και κλόουν σε διαρκή αναζήτηση, πανέτοιμο ανά πάσα στιγμή για τη συντροφιά μιας γυναίκας, κάποια αποκάλυψη ή την ίδια τη σωτηρία.
«Από τους πλέον αλησμόνητους ήρωες που δημιούργησε ποτέ ο Άμος Οζ. Ο πρωταγωνιστής, ο Φίμα, αποτελεί μια λογοτεχνική διασταύρωση του Θείου Βάνια του Αντόν Τσέχοφ με τον Λέοπολντ Μπλουμ [στον Οδυσσέα] του Τζέιμς Τζόις».
The Washington Post
«Ένα εκπληκτικό μυθιστόρημα. Έχει μια ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα και αναδίδει κάτι μεθυστικό».
The New Yorker
«Η Τρίτη κατάσταση κυκλοφόρησε στο Ισραήλ το 1991, είκοσι τρία χρόνια πριν από τον Ιούδα, το κύκνειο άσμα του Άμος Οζ, και το ενδιαφέρον είναι ότι έχει πολλά κοινά σημεία με το έργο που μαζί με το Ιστορία αγάπης και σκότους θεωρείται από τα αριστουργήματά του».
Από το επίμετρο της Μάγκυς Κοέν
Τον χειμώνα η όμορφη Κοιλάδα του Κλότζκο μετατρέπεται σε ένα μέρος αρκετά ερημικό και μάλλον αφιλόξενο. Μεταξύ των λιγοστών κατοίκων που παραμένουν εκεί είναι η Γιανίνα Ντουσέικο, λάτρης της αστρολογίας, η οποία στον ελεύθερο χρόνο της προσέχει τα σπίτια των απόντων γειτόνων και μεταφράζει ποιήματα του Μπλέικ. Κάπως έτσι γεμίζει τις μέρες της αυτή η ώριμη και μοναχική γυναίκα. Από τους άλλους, πάλι, η ίδια θεωρείται ιδιότροπη και εκκεντρική, αν όχι τρελή, επειδή ακριβώς προτιμά την παρέα των ζώων παρά των ανθρώπων. Ώσπου κάποια στιγμή η γαλήνη του τόπου διαταράσσεται, γίνεται ένας
φόνος. Δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό. Τα πτώματα αυξάνονται και τα θύματα είναι κυνηγοί. Τι συμβαίνει; Η Γιανίνα κάτι υποψιάζεται και αναλαμβάνει να διερευνήσει την υπόθεση. Ακολουθεί όμως τα σωστά ίχνη; Η βραβευμένη με το Νόμπελ Λογοτεχνίας Όλγκα Τοκάρτσουκ αφηγείται μια αντισυμβατική ιστορία μυστηρίου και αγωνίας με γρήγορο ρυθμό και παιγνιώδη διάθεση. Δημιουργεί ένα υπαρξιακό θρίλερ, με κοινωνικό και πολιτικό ορίζοντα, που προσλαμβάνει ωστόσο φιλοσοφικές και μεταφυσικές διαστάσεις. Ένα ακατάτακτο και απολαυστικό μυθιστόρημα για την αξία της ενσυναίσθησης.
«Μια σπουδαία συγγραφέας».
Σβετλάνα Αλεξίεβιτς
«Εντυπωσιακό. Αυτό το βιβλίο της Όλγκα Τοκάρτσουκ είναι διασκεδαστικό και ζωηρό αλλά συγχρόνως δυσοίωνο και ανατριχιαστικό, εγείροντας ορισμένα πολύ σοβαρά ερωτήματα για την ανθρώπινη συμπεριφορά. Τον πιο ειλικρινή θαυμασμό μου για το εξαίρετο έργο της».
Άννυ Πρου
«Ένα καταπληκτικό αμάλγαμα θρίλερ, κωμωδίας και πολιτικής πραγματείας, γραμμένο από μια γυναίκα η οποία συνδυάζει μια ασυνήθιστη νοημοσύνη με μια αναρχική ευαισθησία».
The Guardian
«Τα κείμενά της διαρκώς αποκαλύπτουν απρόβλεπτα θαύματα και άλλες τόσες εκπλήξεις. Δεν υπάρχει είδος λογοτεχνικό που να μην μπορεί να το ανατρέψει. Το μυθιστόρημα Οδήγησε το αλέτρι σου πάνω από τα οστά των νεκρών θα σας κάνει να θέλετε διαβάσετε οτιδήποτε έχει γράψει η Όλγκα Τοκάρτσουκ».
Financial Times
Σ’ αυτό το μυθιστόρημα αναζητώ ποιοι υπήρξαν οι «γνωστοί-άγνωστοι» γονείς μου – όπως συνήθως είναι οι γονείς. Τι διαμόρφωσε τον Εμμανουήλ και την Αικατερίνη πριν παντρευτούν, πριν τους γνωρίσω, πριν συγκρουστούμε με σφοδρότητα, πριν συμφιλιωθούμε αργότερα. Από πού άντλησαν εκείνο το φορτίο πολιτισμών, νοοτροπιών, συμπεριφορών, ακόμη και ιστορικής οπτικής, που μοιραία μου κληροδότησαν.
Αναζήτηση επιτρεπτή, αν όχι και απαραίτητη στην ώριμη ηλικία ενός παιδιού, ενός συγγραφέα – όπως είναι πλέον η δική μου. Παραδόξως, μόνο τώρα αφέθηκαν σε εξομολογήσεις τα κατάλοιπα των νεκρών γονέων, μόνο τώρα αποκρίθηκαν στις ερωτήσεις μου οι παλιές μαυρόασπρες φωτογραφίες τους. Η μνήμη μουανακάλεσε πιο εύκολα τις οικογενειακές προφορικές εξιστορήσεις, που τόσο πολύ διαφέρουν από στόμα σε στόμα, απόάντρα σε γυναίκα, από δωμάτιο σε δωμάτιο, από εποχή σε εποχή. Βρέθηκα στους τόπους, όπου σε ποικίλουςχρόνους και σε καιρούς δύσκολους είχαν ζήσει: ιστορικά χωριά της Κρήτης, προπολεμική Βιέννη και Μπορντό, Αθήνα, Ηράκλειο κι άλλους ακόμη. Τόπους-σκηνικά, αφού ανέκαθεν η οικογένεια είναι ο βαθύς εκρηκτικός πυρήνας κάθε δράματος στη ζωή, στην τέχνη.
Σ’ αυτά τα παραμύθια που δεν είναι παραμύθια αμφισβητώ, επινοώ, κατανοώ, εικάζω, σαρκάζω, και μάλλον συγχωρώ. Στο κάτω-κάτω οι γονείς είναι ο ένας μόνο από τους πολλούς καθρέφτες της αυτογνωσίας μας, ίσως ο πιο σκληρός αλλά και τρυφερός καθρέφτης.
Το βρόμικο κόλπο, να ξεχάσεις μόνον τα άσχημα αλλά να θυμάσαι τα ωραία, δεν πετυχαίνει, η μνήμη διεκδικεί τα νόμιμα, δηλαδή όλα ή τίποτε, δηλαδή ας μείνει κάποιος να θυμάται, να θυμάται και τα ψιλά γράμματα. Υπάρχουν κάμποσα που αλίμονο αν τα θάψει κι αυτά ο νους, δεν πρόκειται για φανταχτερά ενσταντανέ και σκατοπασαλειμμένες αναμνήσεις, πρόκειται για άυλα τιμαλφή. Ευτυχώς ο εγκέφαλος του Μιχάλη Τσιούλη τα είχε κλειδώσει και ασφαλίσει.
Δεν είμαι υποχρεωμένος να μην ονειροπολώ, είπε, ούτε ντε και καλά να αισιοδοξώ και να ευτυχώ, αφού όλα πιο ρηχά, ούτε μύχια της ύπαρξης, ούτε γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, ούτε πού έδυ σου το κάλλος.
Δοκίμασα, συνέχισε, να αρκεστώ στο μικρομεσαίο μου μερτικό καθημερινότητας, να μοιάσω με την πλειοψηφία των πιο νορμάλ, να γίνω και λίγο ζαμανφουτίστας, όμως δεν μου είπε πολλά η πραγματικότητα, δεν ήξερα πώς να κινηθώ άνετα σ’ αυτήν.
Η νύχτα στο θρόνο της, με το αεράκι να περιοδεύει σε όλο το λεκανοπέδιο, σε όλο τον κόλπο του Σαρωνικού και τα άστρα ψηλά να σπιθίζουν ακατάστατα, να κάνουν του κεφαλιού τους.
Τύχη αγαθή, ο Τσιούλης είχε ιδεί το φεγγάρι σε πενήντα, μπορεί και παραπάνω, παραλλαγές. Ολόχρυσο. Ασημένιο. Άσπρο, πελώριο και οριζοντιωμένο σαν αιώρα. Χορτάτο μωρό να αποκοιμιέται στην αγκαλιά ενός κοκκινωπού σύννεφου. Αγέρωχο και ανοξείδωτο να κοντρολάρει την έξαρση της νύχτας. Απόψε δε, μπλαβογκριζοκίτρινο σαν τα μάτια σου, χαζομηχανικέ, κατά τη Σαλονικιά νοσηλεύτρια, κάποτε.
Το δραματικό οδοιπορικό μιας εβραϊκής οικογένειας στις ζοφερές στιγμές του εικοστού αιώνα.
Το χρονικό μιας κοινωνίας που συντρίβεται και αναφύεται μέσα από τα ερείπιά της. Η θυελλώδης ιστορία του μικρού Ιωσήφ, όπως την καταγράφει ένα νυχτερινό παραμύθι: Θεσσαλονίκη, 1917. Οι φλόγες ζώνουν την εβραϊκή συνοικία. Η Μπενούτα με τα παιδιά της βρίσκονται στο σπίτι. Ένας Τσιγγάνος, ο Αγγελής, τους διασώζει την τελευταία στιγμή. Τους μεταφέρει στον καταυλισμό του, μακριά απ' τον όλεθρο. Μεγάλο μέρος της πόλης καταστρέφεται. Ένα πολύτιμο κόσμημα σώζεται.
Ένα κειμήλιο που συνδέει ανθρώπους και γεγονότα.
Εβραίους και Τσιγγάνους. Δυο λαούς με διαφορετική κοσμοαντίληψη αλλά με πεπρωμένο κοινό. Πόλεμος, ναζιστική θηριωδία, Άουσβιτς. Οι σκληρές σελίδες του Ολοκαυτώματος. Η οδύσσεια ενός βραχιολιού.









