- Βιβλία για παιδιά
- ΤΕΧΝΕΣ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ - ΘΕΑΤΡΟ
- Μια μέρα στο γυμνάσιο
Το Μια μέρα στο γυμνάσιο είναι η αναπαράσταση της ζωής των γυμνασίων την εποχή που γράφτηκε το έργο. Με αφορμή ένα συγκεκριμένο επεισόδιο που καταλήγει σε τραγωδία, η συγγραφέας σκιαγραφεί ξεκάθαρα και απόλυτα τις δύο αντικρουόμενες πλευρές του εκπαιδευτικού χώρου. Από τη μία οι αρτηριοσκληρωτικοί, συμφεροντολόγοι και μικρόψυχοι εκπαιδευτικοί και από την άλλη, ως όαση αισιοδοξίας και ελπίδας, οι εκπαιδευτικοί που θεωρούν το επάγγελμά τους κατεξοχήν λειτούργημα. Ένα έργο που, αν και γράφτηκε πριν από πολλά χρόνια, παραμένει διαχρονικό και επίκαιρο.
Η Έλλη Αλεξίου γεννήθηκε στις 22 Μαΐου 1894 στο Ηράκλειο Κρήτης, κάτω από τουρκική σκλαβιά. Ήταν το μικρότερο παιδί της οικογένειας του Στυλιανού Αλεξίου και της Ειρήνης Ζαχαριάδη. Είχαν προηγηθεί τ’ αδέρφια της Γαλάτεια (1881), Ραδάμανθυς (1883) και Λευτέρης (1890).
Ο πατέρας της ήταν ιδιοκτήτης και διευθυντής εκδοτικών οίκων (με τυπογραφείο, βιβλιοδετείο, βιβλιοπωλείο, χαρτικά, κ.λπ.). Εξέδιδε επίσης τις εφημερίδες Ηράκλειο (1894), Αλήθεια, Ελευθερία (με τον Ιωάννη Βογιατζάκη, αργότερα δήμαρχο Ηρακλείου) και την Εθνική Άμυνα (1917, με τον Ιωάννη Κοκκινάκη).
Το 1900 εγγράφεται και φοιτά στο Δημοτικό Σχολείο, το 1908 παίρνει μαθήματα ζωγραφικής από τον καθηγητή Γιώργο Ξυλούρη.
To 1910 αποφοιτά από το Ανώτερο Παρθεναγωγείο της γενέτειράς της (Ηράκλειο 26 Ιουνίου) και το 1914 διορίζεται για πρώτη φορά δασκάλα στο «Γ΄ Χριστιανικόν Παρθεναγωγείον» στο Ηράκλειο.
Το 1919 γνωρίζεται στην Αθήνα με τον Βάσο Δασκαλάκη, ενώ το ίδιο έτος παίρνει δίπλωμα από το Institut Superieur d’Études Francaises της Αθήνας. Το 1920 παίρνει μαθήματα πιάνου από τον Κώστα Σφακιανάκη και το ίδιο έτος παντρεύεται τον Βάσο Δασκαλάκη.
Το 1934 γίνεται ιδρυτικό μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών.
Το 1936 το καθεστώς της δικτατορίας του Ι. Μεταξά τη συλλαμβάνει και ανακρίνεται από την Ειδική Ασφάλεια, γιατί είχε βρεθεί ευχαριστήρια επιστολή της προς τον Π. Κονίδη για την κριτική του στο έργο της Γ΄ Χριστιανικόν Παρθεναγωγείον.
Το 1937 χωρίζει με τον Βάσο Δασκαλάκη.
Το 1942-43, κατά τη χιτλερική κατοχή, υπήρξε δραστήριο μέλος του ΕΑΜ.
Το 1945 υπηρετεί στο Γυμνάσιο θηλέων Καλλιθέας. Με υποτροφία της Γαλλικής Κυβέρνησης φεύγει για το Παρίσι, όπου παραμένει μέχρι τις 14 Μαΐου 1949, απόφοιτη πια της Σορβόννης.
Από το 1949 ως το 1962 υπηρετεί ως εκπαιδευτικός σύμβουλος των ελληνικών σχολείων στις σοσιαλιστικές χώρες. Μετά από αναγκαστική προσφυγιά, λόγω των επανειλημμένων διώξεων που υπέστη εξαιτίας της ανάμιξής της σε προοδευτικά κινήματα, επέστρεψε στην Ελλάδα το 1962. Αργότερα συνελήφθη και το 1965 βρίσκεται στις φυλακές Αβέρωφ, κατηγορούμενη με βάση το νόμο 509. Δικάζεται και απαλλάσσεται. Έκτοτε και μέχρι το θάνατό της (28 Σεπτεμβρίου 1988) αφιερώθηκε στη λογοτεχνία. Τα έργα της διακρίνονται για τον ποιητικό ρεαλισμό του ύφους, καθώς και για τον κοινωνικοπολιτικό προβληματισμό τους.
Ήταν αδελφή της Γαλάτειας Καζαντζάκη (Γαλάτεια Αλεξίου) και μετά το θάνατό της (1962) συζούσε για πολλά χρόνια με τον ποιητή Μάρκο Αυγέρη, που ήταν ο δεύτερος άντρας της Γαλάτειας.
Η Έλλη Αλεξίου είχε λάβει μέρος στο Α΄ και Β΄ Συνέδριο της Ειρήνης, στο Παρίσι (1947) και τη Βαρσοβία (1950) αντίστοιχα, καθώς και στα Συνέδρια: των Διανοουμένων, στο Βρότσλαβ της Πολωνίας (1948), για το Παιδί στη Βιέννη (1952), για τη Γυναίκα στην Κοπεγχάγη (1953) κ.ά. όπως και στο συνέδριο για τη Νεοελληνική Λογοτεχνία (Βερολίνο 1957). Υπήρξε μέλος του Συλλόγου Γυναικών Επιστημόνων, της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, της Πανελλήνιας Κίνησης για την Ύφεση και την Ειρήνη κ.ά. Μιλούσε επίσης γαλλικά, γερμανικά και ρωσικά. Ήταν μόνιμος κάτοικος Αθηνών (Λ. Αλεξάνδρας).
ΕΠΙΛΟΓΕΣ
O Μάρκο Πόλο και ο φίλος του Αντόνιο Μάλφι συνεχίζουν να ταξιδεύουν στο εσωτερικό της Κίνας για χρόνια, ώσπου αρχίζουν να νοσταλγούν την αγαπημένη τους Βενετία. O Αντόνιο συλλογιέται τη μητέρα του και φοβάται μήπως επιστρέφοντας δεν τη βρει ζωντανή. Σκέφτεται και τα καμώματα του συντρόφου τους Μαρτσέλο, που η περιπέτειά του με την κόρη του μεγάλου αυλάρχη στο παλάτι του Κουμπλάι Χαν τους έχει θέσει σε κίνδυνο και ίσως τους στοιχίσει τη ζωή. Καταστρώνουν σχέδια με τον Μάρκο πώς θα καταφέρουν να φύγουν. Βρίσκουν τον τρόπο. Αρχίζει το ταξίδι της επιστροφής, καθώς απ' το παλάτι τους αναθέτουν τη συνοδεία μιας πριγκίπισσας που πάει να παντρευτεί στην Περσία. Επανδρώνουν πλοία και ξεκινούν να διασχίσουν τις Νότιες Θάλασσες και τον Ινδικό Ωκεανό, ως τον Περσικό Κόλπο. Και αρχίζουν νέες περιπέτειες με άγρια κύματα, με πειρατές, με βροχές και καταιγίδες!
O Αντόνιο Μάλφι, ο νεαρός φίλος του Μάρκο Πόλο, που ύστερα από μύριες όσες περιπέτειες έφτασε μαζί του ως τη βαθιά Ανατολή, στο βασίλειο του Κουμπλάι Χαν, είναι θαμπωμένος απ' τα όσα έχει δει και κυρίως από τα πλούτη και το χρυσάφι του Μεγάλου Βασιλιά. Γι' αυτό αισθάνεται ευγνωμοσύνη για το φίλο του Μάρκο, που τον πήρε μαζί του στο ταξίδι, και πίστη απέναντι στον Κουμπλάι Χαν, που έθεσε στη διάθεσή τους όλα τα καλά του Θεού στις επαρχίες της απέραντης Κίνας, όπου τους έστειλε να κάνουν επιθεώρηση. O Αντόνιο δεν μπορεί να συγχωρήσει την τρέλα του Μαρτσέλο, ενός νέου από τη συνοδεία τους, που έχει ερωτική σχέση με την κόρη του μεγάλου αυλάρχη και τελικά δεν τους ακολουθεί στη μεγάλη τους περιπέτεια στις αχανείς εκτάσεις της μυθικής Κίνας. Μήπως τάχα και οι ίδιοι, εξαιτίας του Μαρτσέλο, αντιμετωπίσουν την οργή του αυτοκράτορα;
Ζωγράφισαν: Παναγιώτης Γράββαλος, Στέφανος Δασκαλάκης, Κυριάκος Κατζουράκης, Αντώνης Κέπετζης, Δημήτρης Μυταράς, Φαίδων Πατρικαλάκις, Δήμος Σκουλάκης, Βασίλης Σπεράντζας, Νίκος Στεφάνου, Παναγιώτης Τέτσης, Αλέκος Φασιανός, Μανώλης Χάρος
Mια τολμηρή απόπειρα μύησης των μαθητών λυκείου –και του γενικού αναγνώστη– στο γραπτό λόγο. Για να πετύχει το επιθυμητό αποτέλεσμα, ο συγγραφέας μεταχειρίζεται ως βασικό «εργαλείο» την κατηγοριακή ανάλυση του Aριστοτέλη, την οποία αρχικά παρουσιάζει και στη συνέχεια χρησιμοποιεί. Tο βιβλίο συμπληρώνεται με αναλυτική παρουσίαση δόκιμων προσεγγίσεων του λόγου.
Το βιβλίο αυτό ξεχωρίζει γιατί δεν είναι ένα απλό βοήθημα. Είναι ένα ολοκληρωμένο βιβλίο μαθηματικών σε 3 τεύχη, με πλήρη διδασκαλία κάθε μαθηματικής ενότητας, ενώ συγχρόνως καλύπτει και την εξάσκηση του παιδιού στο σπίτι.
Είναι αποτέλεσμα μακρόχρονης εφαρμογής και εμπειρίας από τη διδασκαλία στην Πρώτη τάξη του Δημοτικού.
Η επιλογή να παρουσιαστεί το βιβλίο αυτό σε 3 τεύχη είναι συνειδητή και σκοπό έχει να παρακολουθήσει την εξέλιξη της αντιληπτικής ικανότητας του εξάχρονου μαθητή στην περίοδο της Πρώτης Δημοτικού.
Το παιδί με τον τρόπο αυτό κρατάει στα χέρια του όλη τη χρονιά ένα βιβλίο εύχρηστο, ελαφρύ, ευχάριστο, χωρίς βεβιασμένες συντμήσεις στην ύλη.
Επιπλέον δίνει τη δυνατότητα στα παιδιά του νηπιαγωγείου να χρησιμοποιήσουν το Α´ τεύχος για να προετοιμαστούν για την είσοδό τους στην Πρώτη τάξη.
ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ
Ο Φίμα είναι πενήντα τεσσάρων ετών, διαζευγμένος δύο φορές και εργάζεται ως υπάλληλος υποδοχής σε μια γυναικολογική κλινική. Είναι επίσης γιος ενός αυτοδημιούργητου εργοστασιάρχη καλλυντικών αλλά, παρά τις λαμπρές πανεπιστημιακές του σπουδές, εξακολουθεί να τον στηρίζει οικονομικά ο ηλικιωμένος πατέρας του. Ο Φίμα ζει στην Ιερουσαλήμ, νιώθει ωστόσο ότι θα έπρεπε να βρίσκεται αλλού. Έχει στο ενεργητικό του διάφορους μυστήριους ερωτικούς δεσμούς, άπειρες φαεινές ιδέες και μια πολλά υποσχόμενη ποιητική συλλογή. Αναρωτιέται ποιος είναι ο σκοπός του κόσμου και γιατί η χώρα του έχει πάρει τον λάθος δρόμο. Τον διακατέχει η ακόρεστη λαχτάρα για κάτι το άπιαστο και η μόνιμη επιθυμία να γυρίσει σελίδα. Να όμως που τώρα, στη διάρκεια ενός μουντού χειμωνιάτικου πρωινού, τον βλέπουμε σε ένα καταθλιπτικό διαμέρισμα να επιδίδεται σε μια ταπεινωτική μάχη, πασχίζοντας να ξεσκαλώσει το πουκάμισό του από το φερμουάρ του παντελονιού του. Με τρόπο συναρπαστικό και στιβαρό, ο Άμος Οζ πλάθει έναν μοναχικό και απρόβλεπτο αντιήρωα, έναν συνδυασμό προφήτη και κλόουν σε διαρκή αναζήτηση, πανέτοιμο ανά πάσα στιγμή για τη συντροφιά μιας γυναίκας, κάποια αποκάλυψη ή την ίδια τη σωτηρία.
«Από τους πλέον αλησμόνητους ήρωες που δημιούργησε ποτέ ο Άμος Οζ. Ο πρωταγωνιστής, ο Φίμα, αποτελεί μια λογοτεχνική διασταύρωση του Θείου Βάνια του Αντόν Τσέχοφ με τον Λέοπολντ Μπλουμ [στον Οδυσσέα] του Τζέιμς Τζόις».
The Washington Post
«Ένα εκπληκτικό μυθιστόρημα. Έχει μια ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα και αναδίδει κάτι μεθυστικό».
The New Yorker
«Η Τρίτη κατάσταση κυκλοφόρησε στο Ισραήλ το 1991, είκοσι τρία χρόνια πριν από τον Ιούδα, το κύκνειο άσμα του Άμος Οζ, και το ενδιαφέρον είναι ότι έχει πολλά κοινά σημεία με το έργο που μαζί με το Ιστορία αγάπης και σκότους θεωρείται από τα αριστουργήματά του».
Από το επίμετρο της Μάγκυς Κοέν
Τον χειμώνα η όμορφη Κοιλάδα του Κλότζκο μετατρέπεται σε ένα μέρος αρκετά ερημικό και μάλλον αφιλόξενο. Μεταξύ των λιγοστών κατοίκων που παραμένουν εκεί είναι η Γιανίνα Ντουσέικο, λάτρης της αστρολογίας, η οποία στον ελεύθερο χρόνο της προσέχει τα σπίτια των απόντων γειτόνων και μεταφράζει ποιήματα του Μπλέικ. Κάπως έτσι γεμίζει τις μέρες της αυτή η ώριμη και μοναχική γυναίκα. Από τους άλλους, πάλι, η ίδια θεωρείται ιδιότροπη και εκκεντρική, αν όχι τρελή, επειδή ακριβώς προτιμά την παρέα των ζώων παρά των ανθρώπων. Ώσπου κάποια στιγμή η γαλήνη του τόπου διαταράσσεται, γίνεται ένας
φόνος. Δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό. Τα πτώματα αυξάνονται και τα θύματα είναι κυνηγοί. Τι συμβαίνει; Η Γιανίνα κάτι υποψιάζεται και αναλαμβάνει να διερευνήσει την υπόθεση. Ακολουθεί όμως τα σωστά ίχνη; Η βραβευμένη με το Νόμπελ Λογοτεχνίας Όλγκα Τοκάρτσουκ αφηγείται μια αντισυμβατική ιστορία μυστηρίου και αγωνίας με γρήγορο ρυθμό και παιγνιώδη διάθεση. Δημιουργεί ένα υπαρξιακό θρίλερ, με κοινωνικό και πολιτικό ορίζοντα, που προσλαμβάνει ωστόσο φιλοσοφικές και μεταφυσικές διαστάσεις. Ένα ακατάτακτο και απολαυστικό μυθιστόρημα για την αξία της ενσυναίσθησης.
«Μια σπουδαία συγγραφέας».
Σβετλάνα Αλεξίεβιτς
«Εντυπωσιακό. Αυτό το βιβλίο της Όλγκα Τοκάρτσουκ είναι διασκεδαστικό και ζωηρό αλλά συγχρόνως δυσοίωνο και ανατριχιαστικό, εγείροντας ορισμένα πολύ σοβαρά ερωτήματα για την ανθρώπινη συμπεριφορά. Τον πιο ειλικρινή θαυμασμό μου για το εξαίρετο έργο της».
Άννυ Πρου
«Ένα καταπληκτικό αμάλγαμα θρίλερ, κωμωδίας και πολιτικής πραγματείας, γραμμένο από μια γυναίκα η οποία συνδυάζει μια ασυνήθιστη νοημοσύνη με μια αναρχική ευαισθησία».
The Guardian
«Τα κείμενά της διαρκώς αποκαλύπτουν απρόβλεπτα θαύματα και άλλες τόσες εκπλήξεις. Δεν υπάρχει είδος λογοτεχνικό που να μην μπορεί να το ανατρέψει. Το μυθιστόρημα Οδήγησε το αλέτρι σου πάνω από τα οστά των νεκρών θα σας κάνει να θέλετε διαβάσετε οτιδήποτε έχει γράψει η Όλγκα Τοκάρτσουκ».
Financial Times
Σ’ αυτό το μυθιστόρημα αναζητώ ποιοι υπήρξαν οι «γνωστοί-άγνωστοι» γονείς μου – όπως συνήθως είναι οι γονείς. Τι διαμόρφωσε τον Εμμανουήλ και την Αικατερίνη πριν παντρευτούν, πριν τους γνωρίσω, πριν συγκρουστούμε με σφοδρότητα, πριν συμφιλιωθούμε αργότερα. Από πού άντλησαν εκείνο το φορτίο πολιτισμών, νοοτροπιών, συμπεριφορών, ακόμη και ιστορικής οπτικής, που μοιραία μου κληροδότησαν.
Αναζήτηση επιτρεπτή, αν όχι και απαραίτητη στην ώριμη ηλικία ενός παιδιού, ενός συγγραφέα – όπως είναι πλέον η δική μου. Παραδόξως, μόνο τώρα αφέθηκαν σε εξομολογήσεις τα κατάλοιπα των νεκρών γονέων, μόνο τώρα αποκρίθηκαν στις ερωτήσεις μου οι παλιές μαυρόασπρες φωτογραφίες τους. Η μνήμη μουανακάλεσε πιο εύκολα τις οικογενειακές προφορικές εξιστορήσεις, που τόσο πολύ διαφέρουν από στόμα σε στόμα, απόάντρα σε γυναίκα, από δωμάτιο σε δωμάτιο, από εποχή σε εποχή. Βρέθηκα στους τόπους, όπου σε ποικίλουςχρόνους και σε καιρούς δύσκολους είχαν ζήσει: ιστορικά χωριά της Κρήτης, προπολεμική Βιέννη και Μπορντό, Αθήνα, Ηράκλειο κι άλλους ακόμη. Τόπους-σκηνικά, αφού ανέκαθεν η οικογένεια είναι ο βαθύς εκρηκτικός πυρήνας κάθε δράματος στη ζωή, στην τέχνη.
Σ’ αυτά τα παραμύθια που δεν είναι παραμύθια αμφισβητώ, επινοώ, κατανοώ, εικάζω, σαρκάζω, και μάλλον συγχωρώ. Στο κάτω-κάτω οι γονείς είναι ο ένας μόνο από τους πολλούς καθρέφτες της αυτογνωσίας μας, ίσως ο πιο σκληρός αλλά και τρυφερός καθρέφτης.
Το βρόμικο κόλπο, να ξεχάσεις μόνον τα άσχημα αλλά να θυμάσαι τα ωραία, δεν πετυχαίνει, η μνήμη διεκδικεί τα νόμιμα, δηλαδή όλα ή τίποτε, δηλαδή ας μείνει κάποιος να θυμάται, να θυμάται και τα ψιλά γράμματα. Υπάρχουν κάμποσα που αλίμονο αν τα θάψει κι αυτά ο νους, δεν πρόκειται για φανταχτερά ενσταντανέ και σκατοπασαλειμμένες αναμνήσεις, πρόκειται για άυλα τιμαλφή. Ευτυχώς ο εγκέφαλος του Μιχάλη Τσιούλη τα είχε κλειδώσει και ασφαλίσει.
Δεν είμαι υποχρεωμένος να μην ονειροπολώ, είπε, ούτε ντε και καλά να αισιοδοξώ και να ευτυχώ, αφού όλα πιο ρηχά, ούτε μύχια της ύπαρξης, ούτε γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, ούτε πού έδυ σου το κάλλος.
Δοκίμασα, συνέχισε, να αρκεστώ στο μικρομεσαίο μου μερτικό καθημερινότητας, να μοιάσω με την πλειοψηφία των πιο νορμάλ, να γίνω και λίγο ζαμανφουτίστας, όμως δεν μου είπε πολλά η πραγματικότητα, δεν ήξερα πώς να κινηθώ άνετα σ’ αυτήν.
Η νύχτα στο θρόνο της, με το αεράκι να περιοδεύει σε όλο το λεκανοπέδιο, σε όλο τον κόλπο του Σαρωνικού και τα άστρα ψηλά να σπιθίζουν ακατάστατα, να κάνουν του κεφαλιού τους.
Τύχη αγαθή, ο Τσιούλης είχε ιδεί το φεγγάρι σε πενήντα, μπορεί και παραπάνω, παραλλαγές. Ολόχρυσο. Ασημένιο. Άσπρο, πελώριο και οριζοντιωμένο σαν αιώρα. Χορτάτο μωρό να αποκοιμιέται στην αγκαλιά ενός κοκκινωπού σύννεφου. Αγέρωχο και ανοξείδωτο να κοντρολάρει την έξαρση της νύχτας. Απόψε δε, μπλαβογκριζοκίτρινο σαν τα μάτια σου, χαζομηχανικέ, κατά τη Σαλονικιά νοσηλεύτρια, κάποτε.
Το δραματικό οδοιπορικό μιας εβραϊκής οικογένειας στις ζοφερές στιγμές του εικοστού αιώνα.
Το χρονικό μιας κοινωνίας που συντρίβεται και αναφύεται μέσα από τα ερείπιά της. Η θυελλώδης ιστορία του μικρού Ιωσήφ, όπως την καταγράφει ένα νυχτερινό παραμύθι: Θεσσαλονίκη, 1917. Οι φλόγες ζώνουν την εβραϊκή συνοικία. Η Μπενούτα με τα παιδιά της βρίσκονται στο σπίτι. Ένας Τσιγγάνος, ο Αγγελής, τους διασώζει την τελευταία στιγμή. Τους μεταφέρει στον καταυλισμό του, μακριά απ' τον όλεθρο. Μεγάλο μέρος της πόλης καταστρέφεται. Ένα πολύτιμο κόσμημα σώζεται.
Ένα κειμήλιο που συνδέει ανθρώπους και γεγονότα.
Εβραίους και Τσιγγάνους. Δυο λαούς με διαφορετική κοσμοαντίληψη αλλά με πεπρωμένο κοινό. Πόλεμος, ναζιστική θηριωδία, Άουσβιτς. Οι σκληρές σελίδες του Ολοκαυτώματος. Η οδύσσεια ενός βραχιολιού.









