Η ελληνοκεντρικότητα του Φασιανού δεν τον εμπόδιζε να είναι διεθνής ζωγράφος. Το ιδιαίτερα προσωπικό ιδίωμα γραφής και αφηγήσεώς του καταφέρνει και πραγματώνει όχι μόνο φαντασιώσεις του Έλληνα θεατή, αλλά και κάθε ανθρώπου που μπορεί να επικοινωνεί με την τέχνη. Θυμάμαι πάντα την έντονη συγκίνησή μου όταν, επιστρέφοντας από το Παρίσι, σταμάτησα να δω στη Βενετία την Μπιενάλε και φυσικά το ελληνικό περίπτερο. Είχε σταλεί τότε από το Υπουργείο Πολιτισμού ο Αλέκος Φασιανός. Κοιτάζοντας εκστατικά τα μαγικά εκείνα έργα –νωχελικές γυναίκες με κόκκινα ρούχα ξαπλωμένες σε δωμάτια με μαυρόασπρα πλακάκια, μύγες αιωρούμενες, ανοιχτά παράθυρα με θέα την Ακρόπολη και φως της Αττικής απαστράπτον–, έμεινα άφωνος. Είχα μεταβεί μαγικά στην Ελλάδα.
ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΟΡΟΓΚΑΣ
Γεννήθηκα στους πρόποδες της Ακροπόλεως, μέσα σ' ένα κελί της εκκλησίας που ο παππούς μου λειτουργούσε. Ήταν στην παλιά γειτονιά της Αθήνας, με τα μικρά νεοκλασικά σπίτια που αργότερα γκρεμίστηκαν για να ανασκάψουν τις αρχαιότητες. Τώρα γέμισαν οι δρόμοι με τουρίστες.
Ο πατέρας μου ήταν μουσικός και η μητέρα μου καθηγήτρια των Αρχαίων Ελληνικών. Πέρασα τα παιδικά μου χρόνια στην Κατοχή και στον εμφύλιο πόλεμο. Είδα σκοτωμένους, πεθαμένους από πείνα, αληθινές οδομαχίες, με τανκς και πολυβόλα που κελαηδούσαν. Γι' αυτό τα πρώτα μου έργα παρίσταναν στρογγυλά κεφάλια με δόντια χρυσά.
Πήγα στο δημοτικό σχολείο στην εκκλησία, γιατί εξαιτίας του πολέμου τα δημοτικά ήταν κλειστά. Ύστερα τελείωσα το Βαρβάκειο και συνέχισα μαθήματα βιολιού συγχρόνως στο Ωδείο Αθηνών.
Το 1953 μπήκα στη Σχολή Καλών Τεχνών. Δάσκαλός μου ήταν ο ζωγράφος Μόραλης. Έμαθα, επίσης, λίγο βυζαντινή τέχνη και ζωγράφισα μερικές εικόνες. Γι' αυτό τώρα σε μερικά έργα μου χρησιμοποιώ φύλλα χρυσού και ζωντανά χρώματα.*
Ο Αλέκος Φασιανός γεννήθηκε το 1935 στην Αθήνα. Σπούδασε βιολί στο Ωδείο Αθηνών και ζωγραφική στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών το διάστημα 1956-1960, στο εργαστήριο του Γιάννη Μόραλη. Μελέτησε την αρχαία ελληνική αγγειογραφία και τη βυζαντινή εικονογραφία. Παρακολούθησε μαθήματα λιθογραφίας στην École des Βeaux-Αrts του Παρισιού, με υποτροφία της γαλλικής κυβέρνησης (1962-1964), κοντά στους Pierre-Eugène Clairin και Georges Dayez. Το 1966 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, ενώ από το 1990 ζούσε και εργαζόταν στο Παρίσι και στην Αθήνα. Από το 1959, έτος της πρώτης ατομικής του παρουσίασης στην Αθήνα, πραγματοποίησε περισσότερες από ογδόντα ατομικές και ομαδικές εκθέσεις σε Ελλάδα και εξωτερικό. Το έργο του έχει παρουσιαστεί σε διεθνή μουσεία και είναι μέρος μεγάλων δημόσιων και ιδιωτικών συλλογών. Συμμετείχε σε σημαντικές εικαστικές διοργανώσεις ανά τον κόσμο, όπως η Biennale της Βενετίας, η Biennale του Σάο Πάολο κ.ά. Ασχολήθηκε επίσης με τη χαρακτική, τον σχεδιασμό αφισών, καθώς και τη σκηνογραφία, συνεργαζόμενος κυρίως με το Εθνικό Θέατρο Αθηνών («Αμερική» του Κάφκα σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολωμού, 1975, «Ελένη» του Ευριπίδη, 1976, «Όρνιθες» και «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη, 1978 κ.ά.). Ανέλαβε την εικονογράφηση αρκετών βιβλίων, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, γνωστών ποιητών και συγγραφέων, όπως του Ελύτη, του Σολωμού του Καβάφη, του Ταχτσή, του Λουί Αραγκόν, του Απολλιναίρ, του Υβ Ναβάρ και πολλών άλλων. Έχει επίσης εκδώσει δικά του κείμενα, πεζά και ποιητικά. Ασχολήθηκε επίσης με την αρχιτεκτονική μελέτη και το design. Για το σύνολο της δουλειάς του έχουν γυριστεί τέσσερις ταινίες για την ελληνική και τη γαλλική τηλεόραση, ενώ κυκλοφορούν μονογραφίες του, που αναφέρονται στην εικαστική παραγωγή του. Έλαβε ξεχωριστές διακρίσεις για το έργο του: τo 1985 τιμήθηκε με τον Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικα από τον πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας και παρασημοφορήθηκε Ιππότης του Τάγματος των Τεχνών και των Γραμμάτων από τον Γάλλο υπουργό Πολιτισμού. Το 1999 τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών. Παρασημοφορήθηκε Αξιωματούχος της Λεγεώνας της Τιμής (2013) από τον Γάλλο πρέσβη και με τον τίτλο Διοικητής της Τάξης των Γραμμάτων και των Τεχνών (2021) από την υπουργό Πολιτισμού της Γαλλίας.
Ο σπουδαίος εικαστικός έφυγε από τη ζωή την Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2022, αφήνοντας πίσω του μια σημαντική πολιτιστική κληρονομιά.
* από το βιβλίο Σήμερα και αύριο και χθες (1988)
ΕΠΙΛΟΓΕΣ
Η Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, με το λυρισμό και την εκπληκτική καθαρότητα του λόγου της, με την ευαισθησία του ανθρώπου που ξέρει την ομορφιά, περιγράφει τόπους και χρώματα, κτίσματα, συνήθειες και γεγονότα, αναπολεί μνήμες από το ιστορικό και μυθικό παρελθόν και στήνει γέφυρες ως το παρόν, για να καταδείξει τη συνέχεια του πολιτιστικού μας βίου σ' ένα πλαίσιο αναλλοίωτων ηθικών αξιών και πνευματικής ακτινοβολίας.
Γραφική περιπλάνηση σε χώρους αγαπημένους, στην Ολυμπία, στις Μυκήνες, στην αρχαία Τίρυνθα, στην Επίδαυρο, στην Τροιζήνα, στη βουκολική Αρκαδία.
Από τα ελάχιστα περιηγητικά βιβλία που δε σε κάνουν να πλήττεις.
Η Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, με το λυρισμό και την εκπληκτική καθαρότητα του λόγου της, με την ευαισθησία του ανθρώπου που ξέρει την ομορφιά, περιγράφει τόπους και χρώματα, κτίσματα, συνήθειες και γεγονότα, αναπολεί μνήμες από το ιστορικό και μυθικό παρελθόν και στήνει γέφυρες ως το παρόν, για να καταδείξει τη συνέχεια του πολιτιστικού μας βίου σ' ένα πλαίσιο αναλλοίωτων ηθικών αξιών και πνευματικής ακτινοβολίας.
Γραφική περιπλάνηση σε χώρους αγαπημένους, στη Νάξο, στα νησιά του Σαρωνικού, στην Αττική, στην Εύβοια.
Από τα ελάχιστα περιηγητικά βιβλία που δε σε κάνουν να πλήττεις.
Μια ανεκτίμητη βυζαντινή εικόνα που γίνεται αντικείμενο κλοπής, η υποψία για την ύπαρξη ενός αμύθητου θησαυρού, τα ιερότερα κειμήλια της χριστιανοσύνης που χάθηκαν πριν από επτακόσια χρόνια, κινητοποιούν ένα πλήθος ανθρώπων για την εύρεσή τους. Ανάμεσά τους ένας Αγιορείτης μοναχός με παράξενες δυνάμεις, μια δαιμόνια ντετέκτιβ, ένας μανιώδης Έλληνας συλλέκτης, ένας γοητευτικός Ιταλός τραπεζίτης της μαφίας, ένα σαγηνευτικό μοντέλο, ο ελληνοαλβανοσερβικός υπόκοσμος με τον αδίστακτο νονό της νύχτας αρχηγό του, ένας συντηρητής έργων τέχνης και ο καλύτερος αστυνόμος της ΕΛΑΣ αναμετρούνται σε ευφυΐα και ταχύτητα ώστε να φτάσουν πρώτοι στην ανακάλυψη των κειμηλίων. Πρέπει όμως να πολεμήσουν όλοι εναντίον όλων, να λύσουν άλυτους γρίφους, να εισχωρήσουν στο μυαλό ενός αγιογράφου που πέθανε πριν από επτά αιώνες, να ερωτευτούν, να κυνηγήσουν αλλά και να κυνηγηθούν, να ταξιδέψουν στα άδυτα της βυζαντινής εποχής, τότε που η ιστορία γραφόταν από μοναχούς, Ισπανούς επιδρομείς, ληστές και Τούρκους πειρατές, Βενετούς και Φράγκους ιππότες.
«Ένα “αγγελικά” έξυπνο μυθιστόρημα, που συνδυάζει τη σύγχρονη περιπέτεια με τη βυζαντινή ιστορία και παρασύρει τον αναγνώστη».
ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ
«Το βιβλίο σύντομα γοητεύει τον αναγνώστη, ο οποίος ακολουθεί γητεμένος τη διαδοχή των κεφαλαίων, καθώς η δράση και η συνακόλουθη αγωνία της περιελίσσονται με στιγμές ύφεσης και κορύφωσης».
ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΖΟΥΡΓΟΣ, Το Βήμα
«Ένα καθαρόαιμο περιπετειώδες μυθιστόρημα που ομοιάζει αναλογικά με ένα road movie, καθώς οι ήρωες διασχίζουν την Ελλάδα από πάνω έως κάτω για να ανακαλύψουν έναν θησαυρό».
ΓΙΑΝΝΗΣ Ν. ΜΠΑΣΚΟΖΟΣ, Διαβάζω
Ένα μικρό δεντράκι γίνεται μέλος της οικογένειας Λεμονή και ζει μαζί της όλα όσα σημαίνουν ζωή: χαρές, απώλειες, φόβους και ελπίδα. Μια δυνατή, συγκινητική ιστορία για τη δύναμη της αναγέννησης και για εκείνα που όσο κι αν καούν, βρίσκουν πάντα τον τρόπο να ανθίζουν ξανά.
O Μάρκο Πόλο και ο φίλος του Αντόνιο Μάλφι συνεχίζουν να ταξιδεύουν στο εσωτερικό της Κίνας για χρόνια, ώσπου αρχίζουν να νοσταλγούν την αγαπημένη τους Βενετία. O Αντόνιο συλλογιέται τη μητέρα του και φοβάται μήπως επιστρέφοντας δεν τη βρει ζωντανή. Σκέφτεται και τα καμώματα του συντρόφου τους Μαρτσέλο, που η περιπέτειά του με την κόρη του μεγάλου αυλάρχη στο παλάτι του Κουμπλάι Χαν τους έχει θέσει σε κίνδυνο και ίσως τους στοιχίσει τη ζωή. Καταστρώνουν σχέδια με τον Μάρκο πώς θα καταφέρουν να φύγουν. Βρίσκουν τον τρόπο. Αρχίζει το ταξίδι της επιστροφής, καθώς απ' το παλάτι τους αναθέτουν τη συνοδεία μιας πριγκίπισσας που πάει να παντρευτεί στην Περσία. Επανδρώνουν πλοία και ξεκινούν να διασχίσουν τις Νότιες Θάλασσες και τον Ινδικό Ωκεανό, ως τον Περσικό Κόλπο. Και αρχίζουν νέες περιπέτειες με άγρια κύματα, με πειρατές, με βροχές και καταιγίδες!
ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ
Ο Φίμα είναι πενήντα τεσσάρων ετών, διαζευγμένος δύο φορές και εργάζεται ως υπάλληλος υποδοχής σε μια γυναικολογική κλινική. Είναι επίσης γιος ενός αυτοδημιούργητου εργοστασιάρχη καλλυντικών αλλά, παρά τις λαμπρές πανεπιστημιακές του σπουδές, εξακολουθεί να τον στηρίζει οικονομικά ο ηλικιωμένος πατέρας του. Ο Φίμα ζει στην Ιερουσαλήμ, νιώθει ωστόσο ότι θα έπρεπε να βρίσκεται αλλού. Έχει στο ενεργητικό του διάφορους μυστήριους ερωτικούς δεσμούς, άπειρες φαεινές ιδέες και μια πολλά υποσχόμενη ποιητική συλλογή. Αναρωτιέται ποιος είναι ο σκοπός του κόσμου και γιατί η χώρα του έχει πάρει τον λάθος δρόμο. Τον διακατέχει η ακόρεστη λαχτάρα για κάτι το άπιαστο και η μόνιμη επιθυμία να γυρίσει σελίδα. Να όμως που τώρα, στη διάρκεια ενός μουντού χειμωνιάτικου πρωινού, τον βλέπουμε σε ένα καταθλιπτικό διαμέρισμα να επιδίδεται σε μια ταπεινωτική μάχη, πασχίζοντας να ξεσκαλώσει το πουκάμισό του από το φερμουάρ του παντελονιού του. Με τρόπο συναρπαστικό και στιβαρό, ο Άμος Οζ πλάθει έναν μοναχικό και απρόβλεπτο αντιήρωα, έναν συνδυασμό προφήτη και κλόουν σε διαρκή αναζήτηση, πανέτοιμο ανά πάσα στιγμή για τη συντροφιά μιας γυναίκας, κάποια αποκάλυψη ή την ίδια τη σωτηρία.
«Από τους πλέον αλησμόνητους ήρωες που δημιούργησε ποτέ ο Άμος Οζ. Ο πρωταγωνιστής, ο Φίμα, αποτελεί μια λογοτεχνική διασταύρωση του Θείου Βάνια του Αντόν Τσέχοφ με τον Λέοπολντ Μπλουμ [στον Οδυσσέα] του Τζέιμς Τζόις».
The Washington Post
«Ένα εκπληκτικό μυθιστόρημα. Έχει μια ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα και αναδίδει κάτι μεθυστικό».
The New Yorker
«Η Τρίτη κατάσταση κυκλοφόρησε στο Ισραήλ το 1991, είκοσι τρία χρόνια πριν από τον Ιούδα, το κύκνειο άσμα του Άμος Οζ, και το ενδιαφέρον είναι ότι έχει πολλά κοινά σημεία με το έργο που μαζί με το Ιστορία αγάπης και σκότους θεωρείται από τα αριστουργήματά του».
Από το επίμετρο της Μάγκυς Κοέν
Τον χειμώνα η όμορφη Κοιλάδα του Κλότζκο μετατρέπεται σε ένα μέρος αρκετά ερημικό και μάλλον αφιλόξενο. Μεταξύ των λιγοστών κατοίκων που παραμένουν εκεί είναι η Γιανίνα Ντουσέικο, λάτρης της αστρολογίας, η οποία στον ελεύθερο χρόνο της προσέχει τα σπίτια των απόντων γειτόνων και μεταφράζει ποιήματα του Μπλέικ. Κάπως έτσι γεμίζει τις μέρες της αυτή η ώριμη και μοναχική γυναίκα. Από τους άλλους, πάλι, η ίδια θεωρείται ιδιότροπη και εκκεντρική, αν όχι τρελή, επειδή ακριβώς προτιμά την παρέα των ζώων παρά των ανθρώπων. Ώσπου κάποια στιγμή η γαλήνη του τόπου διαταράσσεται, γίνεται ένας
φόνος. Δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό. Τα πτώματα αυξάνονται και τα θύματα είναι κυνηγοί. Τι συμβαίνει; Η Γιανίνα κάτι υποψιάζεται και αναλαμβάνει να διερευνήσει την υπόθεση. Ακολουθεί όμως τα σωστά ίχνη; Η βραβευμένη με το Νόμπελ Λογοτεχνίας Όλγκα Τοκάρτσουκ αφηγείται μια αντισυμβατική ιστορία μυστηρίου και αγωνίας με γρήγορο ρυθμό και παιγνιώδη διάθεση. Δημιουργεί ένα υπαρξιακό θρίλερ, με κοινωνικό και πολιτικό ορίζοντα, που προσλαμβάνει ωστόσο φιλοσοφικές και μεταφυσικές διαστάσεις. Ένα ακατάτακτο και απολαυστικό μυθιστόρημα για την αξία της ενσυναίσθησης.
«Μια σπουδαία συγγραφέας».
Σβετλάνα Αλεξίεβιτς
«Εντυπωσιακό. Αυτό το βιβλίο της Όλγκα Τοκάρτσουκ είναι διασκεδαστικό και ζωηρό αλλά συγχρόνως δυσοίωνο και ανατριχιαστικό, εγείροντας ορισμένα πολύ σοβαρά ερωτήματα για την ανθρώπινη συμπεριφορά. Τον πιο ειλικρινή θαυμασμό μου για το εξαίρετο έργο της».
Άννυ Πρου
«Ένα καταπληκτικό αμάλγαμα θρίλερ, κωμωδίας και πολιτικής πραγματείας, γραμμένο από μια γυναίκα η οποία συνδυάζει μια ασυνήθιστη νοημοσύνη με μια αναρχική ευαισθησία».
The Guardian
«Τα κείμενά της διαρκώς αποκαλύπτουν απρόβλεπτα θαύματα και άλλες τόσες εκπλήξεις. Δεν υπάρχει είδος λογοτεχνικό που να μην μπορεί να το ανατρέψει. Το μυθιστόρημα Οδήγησε το αλέτρι σου πάνω από τα οστά των νεκρών θα σας κάνει να θέλετε διαβάσετε οτιδήποτε έχει γράψει η Όλγκα Τοκάρτσουκ».
Financial Times
Σ’ αυτό το μυθιστόρημα αναζητώ ποιοι υπήρξαν οι «γνωστοί-άγνωστοι» γονείς μου – όπως συνήθως είναι οι γονείς. Τι διαμόρφωσε τον Εμμανουήλ και την Αικατερίνη πριν παντρευτούν, πριν τους γνωρίσω, πριν συγκρουστούμε με σφοδρότητα, πριν συμφιλιωθούμε αργότερα. Από πού άντλησαν εκείνο το φορτίο πολιτισμών, νοοτροπιών, συμπεριφορών, ακόμη και ιστορικής οπτικής, που μοιραία μου κληροδότησαν.
Αναζήτηση επιτρεπτή, αν όχι και απαραίτητη στην ώριμη ηλικία ενός παιδιού, ενός συγγραφέα – όπως είναι πλέον η δική μου. Παραδόξως, μόνο τώρα αφέθηκαν σε εξομολογήσεις τα κατάλοιπα των νεκρών γονέων, μόνο τώρα αποκρίθηκαν στις ερωτήσεις μου οι παλιές μαυρόασπρες φωτογραφίες τους. Η μνήμη μουανακάλεσε πιο εύκολα τις οικογενειακές προφορικές εξιστορήσεις, που τόσο πολύ διαφέρουν από στόμα σε στόμα, απόάντρα σε γυναίκα, από δωμάτιο σε δωμάτιο, από εποχή σε εποχή. Βρέθηκα στους τόπους, όπου σε ποικίλουςχρόνους και σε καιρούς δύσκολους είχαν ζήσει: ιστορικά χωριά της Κρήτης, προπολεμική Βιέννη και Μπορντό, Αθήνα, Ηράκλειο κι άλλους ακόμη. Τόπους-σκηνικά, αφού ανέκαθεν η οικογένεια είναι ο βαθύς εκρηκτικός πυρήνας κάθε δράματος στη ζωή, στην τέχνη.
Σ’ αυτά τα παραμύθια που δεν είναι παραμύθια αμφισβητώ, επινοώ, κατανοώ, εικάζω, σαρκάζω, και μάλλον συγχωρώ. Στο κάτω-κάτω οι γονείς είναι ο ένας μόνο από τους πολλούς καθρέφτες της αυτογνωσίας μας, ίσως ο πιο σκληρός αλλά και τρυφερός καθρέφτης.
Το βρόμικο κόλπο, να ξεχάσεις μόνον τα άσχημα αλλά να θυμάσαι τα ωραία, δεν πετυχαίνει, η μνήμη διεκδικεί τα νόμιμα, δηλαδή όλα ή τίποτε, δηλαδή ας μείνει κάποιος να θυμάται, να θυμάται και τα ψιλά γράμματα. Υπάρχουν κάμποσα που αλίμονο αν τα θάψει κι αυτά ο νους, δεν πρόκειται για φανταχτερά ενσταντανέ και σκατοπασαλειμμένες αναμνήσεις, πρόκειται για άυλα τιμαλφή. Ευτυχώς ο εγκέφαλος του Μιχάλη Τσιούλη τα είχε κλειδώσει και ασφαλίσει.
Δεν είμαι υποχρεωμένος να μην ονειροπολώ, είπε, ούτε ντε και καλά να αισιοδοξώ και να ευτυχώ, αφού όλα πιο ρηχά, ούτε μύχια της ύπαρξης, ούτε γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, ούτε πού έδυ σου το κάλλος.
Δοκίμασα, συνέχισε, να αρκεστώ στο μικρομεσαίο μου μερτικό καθημερινότητας, να μοιάσω με την πλειοψηφία των πιο νορμάλ, να γίνω και λίγο ζαμανφουτίστας, όμως δεν μου είπε πολλά η πραγματικότητα, δεν ήξερα πώς να κινηθώ άνετα σ’ αυτήν.
Η νύχτα στο θρόνο της, με το αεράκι να περιοδεύει σε όλο το λεκανοπέδιο, σε όλο τον κόλπο του Σαρωνικού και τα άστρα ψηλά να σπιθίζουν ακατάστατα, να κάνουν του κεφαλιού τους.
Τύχη αγαθή, ο Τσιούλης είχε ιδεί το φεγγάρι σε πενήντα, μπορεί και παραπάνω, παραλλαγές. Ολόχρυσο. Ασημένιο. Άσπρο, πελώριο και οριζοντιωμένο σαν αιώρα. Χορτάτο μωρό να αποκοιμιέται στην αγκαλιά ενός κοκκινωπού σύννεφου. Αγέρωχο και ανοξείδωτο να κοντρολάρει την έξαρση της νύχτας. Απόψε δε, μπλαβογκριζοκίτρινο σαν τα μάτια σου, χαζομηχανικέ, κατά τη Σαλονικιά νοσηλεύτρια, κάποτε.
Το δραματικό οδοιπορικό μιας εβραϊκής οικογένειας στις ζοφερές στιγμές του εικοστού αιώνα.
Το χρονικό μιας κοινωνίας που συντρίβεται και αναφύεται μέσα από τα ερείπιά της. Η θυελλώδης ιστορία του μικρού Ιωσήφ, όπως την καταγράφει ένα νυχτερινό παραμύθι: Θεσσαλονίκη, 1917. Οι φλόγες ζώνουν την εβραϊκή συνοικία. Η Μπενούτα με τα παιδιά της βρίσκονται στο σπίτι. Ένας Τσιγγάνος, ο Αγγελής, τους διασώζει την τελευταία στιγμή. Τους μεταφέρει στον καταυλισμό του, μακριά απ' τον όλεθρο. Μεγάλο μέρος της πόλης καταστρέφεται. Ένα πολύτιμο κόσμημα σώζεται.
Ένα κειμήλιο που συνδέει ανθρώπους και γεγονότα.
Εβραίους και Τσιγγάνους. Δυο λαούς με διαφορετική κοσμοαντίληψη αλλά με πεπρωμένο κοινό. Πόλεμος, ναζιστική θηριωδία, Άουσβιτς. Οι σκληρές σελίδες του Ολοκαυτώματος. Η οδύσσεια ενός βραχιολιού.









