Η γη είναι όλων μας, δεν ανήκει στους κομμουνιστές, στους σοσιαλιστές, στους καπιταλιστές, στους ινδουιστές, στους βουδιστές ή στους χριστιανούς· είναι δική σας και δική μου, είναι για να τη ζει κανείς ευτυχισμένα, γεμάτος από τον πλούτο της ζωής μέσα του, χωρίς συγκρούσεις. Αλλά αυτή η αίσθηση της ευτυχίας, του πλούτου της ζωής, αυτή η αίσθηση ότι «η γη ανήκει σε όλους μας» δεν μπορεί να έρθει μ’ εξαναγκασμό, με νόμους. Πρέπει να έρθει από μέσα μας, επειδή αγαπάμε τη γη και όλα όσα βρίσκονται πάνω της· και αυτή η αγάπη είναι κατάσταση μάθησης.
Ο Κρισναμούρτι (1895-1986) είναι ένας πολύ ξεχωριστός πνευματικός δάσκαλος. Η βάση της διδασκαλίας του βρίσκεται στην πεποίθηση ότι οι κοινωνικές αλλαγές δεν μπορούν να επιτευχθούν αν δεν υπάρξει ατομική αλλαγή. Επιπλέον, ασκεί κριτική στις θρησκείες και τις αιρέσεις.
Ο Κρισναμούρτι δεν παύει να επαναλαμβάνει ότι δεν μπορεί κανείς να γνωρίσει την ευτυχία αν δεν υπάρχει η άρνηση οποιασδήποτε αυθεντίας. Αυτό είναι το νόημα των πολυάριθμων ομιλιών που έδωσε κατά τη διάρκεια πολλών ετών σε ολόκληρο τον κόσμο, λέγοντας συχνά: «Από τη στιγμή που ακολουθείτε κάποιον, παύετε ν’ ακολουθείτε την αλήθεια».
Η Αίσθηση της Ευτυχίας –ένα παγκόσμιο μπεστ σέλερ– μας επιτρέπει να δούμε τον κόσμο διαφορετικά. Μας προτρέπει ν’ ανακαλύψουμε τη ρίζα των προσωπικών μας προβλημάτων, αλλά και να κατανοήσουμε πώς λειτουργεί η κοινωνία στην οποία ζούμε. Μας μαθαίνει την τέχνη τού να βλέπουμε και ν’ ακούμε με την καρδιά μας και ν’ ανακαλύπτουμε την αλήθεια που βρίσκεται μέσα μας.
Ο Τζίντου Κρισναμούρτι γεννήθηκε στις 11 Μαΐου 1895 στο Μαντάναπαλι, ένα μικρό χωριό της νότιας Ινδίας. Η μητέρα του πέθανε όταν εκείνος ήταν ακόμα παιδί και πολύ σύντομα, αυτόν και τον αδελφό του, τους υιοθέτησε η δρ Annie Besant, πρόεδρος τότε της Θεοσοφικής Εταιρείας, όπου εργαζόταν ο πατέρας των δύο αγοριών. Η Annie Besant και άλλα ηγετικά στελέχη της εταιρείας διακήρυξαν ότι ο Κρισναμούρτι επρόκειτο να γίνει ο Παγκόσμιος Διδάσκαλος, του οποίου τον ερχομό οι Θεοσοφιστές τον είχαν προφητεύσει και τον περίμεναν χρόνια πριν. Για να προετοιμάσουν το έδαφος, δημιούργησαν έναν παγκόσμιο οργανισμό που τον ονόμασαν «Το Τάγμα του Άστρου της Ανατολής» και όρισαν τον Κρισναμούρτι επικεφαλής. Εκείνος όμως, μερικά χρόνια αργότερα, το 1929, απαρνήθηκε το ρόλο που περίμεναν να παίξει οι Θεοσοφιστές, διέλυσε το τάγμα με τον τεράστιο αριθμό οπαδών και τους επέστρεψε όλα τα χρήματα και τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία είχαν δωρίσει στον οργανισμό. Η ομιλία που έκανε την ημέρα της διάλυσης του τάγματος άρχισε με την πρόταση: «Πιστεύω ότι η αλήθεια είναι μια χώρα χωρίς κανένα μονοπάτι προς αυτήν και ότι δεν μπορεί να πλησιαστεί μέσα από κανένα δρόμο, καμιά θρησκεία, καμιά οργάνωση». Από τότε και για εξήντα σχεδόν χρόνια, μέχρι το θάνατό του στις 17 Φεβρουαρίου 1986, ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο, μίλησε σε μεγάλα ακροατήρια αλλά και σε προσωπικές συναντήσεις, τονίζοντας πάντα την ανάγκη για μια ριζική αλλαγή της ανθρωπότητας.
Ο Κρισναμούρτι θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους στοχαστές και πνευματικούς δασκάλους όλων των εποχών. Δεν ανέπτυξε καμία φιλοσοφική θεωρία ή θρησκεία, αλλά μίλησε, κυρίως, για πράγματα που αφορούν όλους μας, για τα προβλήματα της ζωής μας στις σύγχρονες κοινωνίες όπου επικρατούν η βιαιότητα και η διαφθορά, για την αναζήτηση της ασφάλειας και της ευτυχίας, αλλά και για την ανάγκη του ανθρώπου να ελευθερωθεί από τα εσωτερικά εμπόδια του φόβου, του θυμού, του πόνου και της θλίψης. Εξήγησε με μεγάλη ακρίβεια τους λεπτούς μηχανισμούς του νου και τόνισε την ανάγκη για στοχασμό και πνευματικότητα στην καθημερινή μας ζωή.
Ο Κρισναμούρτι δεν ανήκε σε καμία θρησκευτική οργάνωση, δεν επιδοκίμασε καμία πολιτική ιδεολογία. Αντιθέτως, υποστήριζε ότι αυτοί ακριβώς είναι οι παράγοντες που διαιρούν τους ανθρώπους και γεννάνε συγκρούσεις και πολέμους. Υπενθύμιζε στους ακροατές του ξανά και ξανά ότι πρώτα απ’ όλα είμαστε άνθρωποι και όχι ινδουιστές, μουσουλμάνοι, βουδιστές, χριστιανοί ή κομμουνιστές, ότι δεν διαφέρουμε ψυχολογικά μεταξύ μας. Ζητούσε να μην καταστρέφουμε ο ένας τον άλλον ή το περιβάλλον, μεταδίδοντας ένα βαθύ σεβασμό για τη φύση. Η διδασκαλία του, διαχρονική και παγκόσμια, δίνει καινούργια σημασία και κατεύθυνση στην αναζήτηση της αλήθειας.
Ο Κρισναμούρτι δεν μιλούσε ως γκουρού αλλά ως φίλος, ενώ οι ομιλίες και οι συζητήσεις που έκανε δεν στηρίζονταν σε γνώση βασισμένη στην παράδοση, αλλά στη δική του αντίληψη του ανθρώπινου νου, στην αίσθηση που είχε ο ίδιος για το ιερό. Έτσι, ο λόγος του είχε πάντα φρεσκάδα και αμεσότητα, παρόλο που η ουσία όσων έλεγε παρέμενε ίδια. Όταν απευθυνόταν σε μεγάλα ακροατήρια, οι άνθρωποι ένιωθαν σαν να μιλούσε στον καθένα προσωπικά, σαν να ήξερε τα προσωπικά τους προβλήματα. Διάφοροι μελετητές θρησκειών έβρισκαν ότι τα λόγια του έριχναν καινούργιο φως σε παραδοσιακές ιδέες, ενώ σύγχρονοι επιστήμονες και ψυχολόγοι που συζήτησαν διεξοδικά μαζί του τις θεωρίες τους συχνά διέκριναν τα περιορισμένα όρια των θεωριών αυτών. Επιπλέον, για τον Κρισναμούρτι έχουν γράψει κείμενα συγγραφείς όπως ο Aldus Huxley, ο Henry Miller και η Iris Murdoch.
Ο Κρισναμούρτι άφησε ένα πολύ μεγάλο υλικό από δημόσιες ομιλίες, συζητήσεις (με δασκάλους, μαθητές, επιστήμονες, σημαντικούς εκπροσώπους διαφόρων θρησκειών, ιδιώτες), τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές συνεντεύξεις, γραπτά κείμενα και επιστολές. Ένα μεγάλο μέρος από αυτό το υλικό έχει καταγραφεί σε βιβλία, κασέτες ήχου και DVD.
ΕΠΙΛΟΓΕΣ
Σε κάποια αγροτική περιοχή της Γαλλίας ένας ιερέας δέχεται στο εξομολογητήριό του μια ασυνήθιστη επίσκεψη. «Πάτερ μου, θα σας ζητήσουν σύντομα να ευλογήσετε το σώμα μιας γυναίκας στο άσυλο» τον πληροφορεί μια άγνωστη φωνή. Το άσυλο, χαμένο μες στο αχανές δάσος, είναι ένα παλιό μοναστήρι που μοιάζει με φρούριο και έχει πλέον μετατραπεί σε ίδρυμα για ψυχικά ασθενείς. Ο ιερέας δεν καταλαβαίνει, απορεί. «Κάτω απ’ το φόρεμά της, εκεί τα έκρυψα» του εκμυστηρεύεται αμέσως μετά εκείνη η παράξενη φωνή. Έτσι θα βγουν απ’ το σκοτάδι τα τετράδια της Ροζ, όπου η ίδια αφηγείται τη σπαρακτική ιστορία της, προσπαθώντας να διαλύσει τη σιωπή με την οποία θέλησαν να σκεπάσουν το πεπρωμένο της, τα τραύματά της, την ανείπωτη οδύνη της. Όλα ξεκινούν όταν η Ροζ είναι δεκατεσσάρων χρονών και ο απελπισμένος πατέρας της δε διστάζει να την πουλήσει, σαν σκλάβα, σε έναν πλούσιο αλλά εξαχρειωμένο γαιοκτήμονα ο οποίος ζει με τη γηραιά μητέρα του και την άρρωστη σύζυγό του. Ο πολυβραβευμένος Φρανκ Μπουίς καταθέτει ένα καθηλωτικό μυθιστόρημα, σκληρό και ευαίσθητο συνάμα, για την αθλιότητα και το μεγαλείο των ανθρώπων.
«Απλώς εξαιρετικό! Διαβάστε αυτό το βιβλίο, θα σας συνταράξει».
Φρανσουά Μπουνέλ, La Grande Librairie
«Ένα έργο αριστοτεχνικό. Απόδειξη ότι η μυθιστορηματική τέχνη μπορεί ακόμα να μαγεύει».
Le Monde
«Το συγκλονιστικό πορτρέτο μιας αδάμαστης γυναίκας... Ο Φρανκ Μπουίς είναι απαράμιλλος σμιλευτής της γλώσσας και ασυναγώνιστος μάστορας της συγκίνησης».
Marianne
Η βροχή θεριεύει ώρα με την ώρα, λες και βάλθηκε να ξεπλύνει όλη τη βρομιά της γης. Έχει τέτοια οργή ο άνεμος, που η παλιά μονοκατοικία σείεται συθέμελα. Είναι και τα σκυλιά της γειτονιάς που αλυχτάνε με τα αστραπόβροντα. Είναι κι εκείνο το όνειρο το κακό, με το αίμα να τρέχει ποτάμι...
Οκτώβριος 1994. Η θύελλα σαρώνει νύχτα την Αθήνα, την ώρα που ο νεαρός θεολόγος δολοφονεί άγρια τρεις ανθρώπους και χάνεται στο σκοτάδι.
Ιανουάριος 1998. Σε ένα ραντεβού-παγίδα, ο εφοπλιστής και η γραμματέας του πέφτουν θύματα απαγωγής.
Ένα αδιόρατο νήμα συνδέει τις δυο ιστορίες, που, καθώς ξετυλίγεται σταδιακά, φέρνει στο φως τη δόλια πλεκτάνη.
Η έρευνα βυθίζεται στα άδυτα του υποκόσμου και της σικελικής μαφίας, σπάει τον κώδικα της σιωπής και αποκαλύπτει μια σειρά αποτρόπαιων εγκλημάτων.
Από τις σκοτεινές φυλακές των Διαβατών έως τις πολυτελείς βίλες των νοτίων προαστίων, και από την Αθήνα και τον Πειραιά έως την Ταορμίνα και το Μόντε Κάρλο, το βιβλίο της Αγγελικής Νικολούλη εξερευνά τη φύση του κακού σε έναν κόσμο βίας, φόβου και βαθιά κρυμμένων μυστικών.
Ένα συναρπαστικό θρίλερ με ανατροπές που κόβουν την ανάσα, εμπνευσμένο από πολύκροτη αληθινή υπόθεση.
Ένας βραβευμένος με Όσκαρ σκηνοθέτης, πρόκειται να σκηνοθετήσει ένα διαφημιστικό σποτ για την Ελλάδα. Γνωστός για τις πειραματικές του μεθόδους, χρησιμοποιεί ένα θέατρο για σκηνικό. Σε αυτό το εγχείρημα έχει συνοδοιπόρους πέντε αλλοπρόσαλλους χαρακτήρες που πρέπει να συνεργαστούν μεταξύ τους. Όπως είναι φυσικό, όλα πάνε τέλεια. Όπως άλλωστε και στην Ελλάδα του 2025.
Μια γυναίκα κληρονομεί ένα ενεχυροδανειστήριο όπου μπορείς να πουλήσεις αυτά για τα οποία μετανιώνεις, ενώ στη συνέχεια ξεκινά ένα μαγικό ταξίδι, όταν ένας γοητευτικός νέος γιατρός περιπλανιέται στο κατάστημα, σε αυτό το ονειρικό και μαγευτικό φανταστικό μυθιστόρημα.
Σε ένα σοκάκι του Τόκιο βρίσκεται ένα ενεχυροδανειστήριο, αλλά δεν μπορεί να το βρει ο καθένας. Οι περισσότεροι βλέπουν απλώς ένα ζεστό ταβερνάκι με ράμεν. Και μόνο οι εκλεκτοί –εκείνοι που έχουν χαθεί– θα βρουν ένα μέρος για να υποθηκεύσουν τις επιλογές τους και αυτά για τα οποία μετανιώνουν.
Η Χάνα Ισικάουα ξυπνάει το πρωί της πρώτης της μέρας ως νέας ιδιοκτήτριας του υποθηκοφυλακείου και ανακαλύπτει ότι έχει γίνει διάρρηξη, τα πολυτιμότερα αγαθά του καταστήματος έχουν κλαπεί και ο πατέρας της αγνοείται. Και τότε στο κατάστημα μπαίνει ένας γοητευτικός ξένος, πολύ διαφορετικός από τους άλλους πελάτες, αφού προσφέρει βοήθεια αντί να τη ζητάει.
Μαζί, πρέπει να ταξιδέψουν σε έναν μυστηριώδη κόσμο για να βρουν τον πατέρα της Χάνα και την κλεμμένη επιλογή – μέσα από βρόχινες λίμνες, βόλτες πάνω σε χαρταετούς, τη γέφυρα μεταξύ νύχτας και πρωινού και μια μεταμεσονύκτια αγορά στα σύννεφα.
Αλλά καθώς πλησιάζουν την αλήθεια, η Χάνα πρέπει να αποκαλύψει ένα μυστικό της και να ρισκάρει να κάνει μια επιλογή που δεν θα μπορέσει ποτέ να αναστρέψει.
ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ
Ο Φίμα είναι πενήντα τεσσάρων ετών, διαζευγμένος δύο φορές και εργάζεται ως υπάλληλος υποδοχής σε μια γυναικολογική κλινική. Είναι επίσης γιος ενός αυτοδημιούργητου εργοστασιάρχη καλλυντικών αλλά, παρά τις λαμπρές πανεπιστημιακές του σπουδές, εξακολουθεί να τον στηρίζει οικονομικά ο ηλικιωμένος πατέρας του. Ο Φίμα ζει στην Ιερουσαλήμ, νιώθει ωστόσο ότι θα έπρεπε να βρίσκεται αλλού. Έχει στο ενεργητικό του διάφορους μυστήριους ερωτικούς δεσμούς, άπειρες φαεινές ιδέες και μια πολλά υποσχόμενη ποιητική συλλογή. Αναρωτιέται ποιος είναι ο σκοπός του κόσμου και γιατί η χώρα του έχει πάρει τον λάθος δρόμο. Τον διακατέχει η ακόρεστη λαχτάρα για κάτι το άπιαστο και η μόνιμη επιθυμία να γυρίσει σελίδα. Να όμως που τώρα, στη διάρκεια ενός μουντού χειμωνιάτικου πρωινού, τον βλέπουμε σε ένα καταθλιπτικό διαμέρισμα να επιδίδεται σε μια ταπεινωτική μάχη, πασχίζοντας να ξεσκαλώσει το πουκάμισό του από το φερμουάρ του παντελονιού του. Με τρόπο συναρπαστικό και στιβαρό, ο Άμος Οζ πλάθει έναν μοναχικό και απρόβλεπτο αντιήρωα, έναν συνδυασμό προφήτη και κλόουν σε διαρκή αναζήτηση, πανέτοιμο ανά πάσα στιγμή για τη συντροφιά μιας γυναίκας, κάποια αποκάλυψη ή την ίδια τη σωτηρία.
«Από τους πλέον αλησμόνητους ήρωες που δημιούργησε ποτέ ο Άμος Οζ. Ο πρωταγωνιστής, ο Φίμα, αποτελεί μια λογοτεχνική διασταύρωση του Θείου Βάνια του Αντόν Τσέχοφ με τον Λέοπολντ Μπλουμ [στον Οδυσσέα] του Τζέιμς Τζόις».
The Washington Post
«Ένα εκπληκτικό μυθιστόρημα. Έχει μια ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα και αναδίδει κάτι μεθυστικό».
The New Yorker
«Η Τρίτη κατάσταση κυκλοφόρησε στο Ισραήλ το 1991, είκοσι τρία χρόνια πριν από τον Ιούδα, το κύκνειο άσμα του Άμος Οζ, και το ενδιαφέρον είναι ότι έχει πολλά κοινά σημεία με το έργο που μαζί με το Ιστορία αγάπης και σκότους θεωρείται από τα αριστουργήματά του».
Από το επίμετρο της Μάγκυς Κοέν
Τον χειμώνα η όμορφη Κοιλάδα του Κλότζκο μετατρέπεται σε ένα μέρος αρκετά ερημικό και μάλλον αφιλόξενο. Μεταξύ των λιγοστών κατοίκων που παραμένουν εκεί είναι η Γιανίνα Ντουσέικο, λάτρης της αστρολογίας, η οποία στον ελεύθερο χρόνο της προσέχει τα σπίτια των απόντων γειτόνων και μεταφράζει ποιήματα του Μπλέικ. Κάπως έτσι γεμίζει τις μέρες της αυτή η ώριμη και μοναχική γυναίκα. Από τους άλλους, πάλι, η ίδια θεωρείται ιδιότροπη και εκκεντρική, αν όχι τρελή, επειδή ακριβώς προτιμά την παρέα των ζώων παρά των ανθρώπων. Ώσπου κάποια στιγμή η γαλήνη του τόπου διαταράσσεται, γίνεται ένας
φόνος. Δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό. Τα πτώματα αυξάνονται και τα θύματα είναι κυνηγοί. Τι συμβαίνει; Η Γιανίνα κάτι υποψιάζεται και αναλαμβάνει να διερευνήσει την υπόθεση. Ακολουθεί όμως τα σωστά ίχνη; Η βραβευμένη με το Νόμπελ Λογοτεχνίας Όλγκα Τοκάρτσουκ αφηγείται μια αντισυμβατική ιστορία μυστηρίου και αγωνίας με γρήγορο ρυθμό και παιγνιώδη διάθεση. Δημιουργεί ένα υπαρξιακό θρίλερ, με κοινωνικό και πολιτικό ορίζοντα, που προσλαμβάνει ωστόσο φιλοσοφικές και μεταφυσικές διαστάσεις. Ένα ακατάτακτο και απολαυστικό μυθιστόρημα για την αξία της ενσυναίσθησης.
«Μια σπουδαία συγγραφέας».
Σβετλάνα Αλεξίεβιτς
«Εντυπωσιακό. Αυτό το βιβλίο της Όλγκα Τοκάρτσουκ είναι διασκεδαστικό και ζωηρό αλλά συγχρόνως δυσοίωνο και ανατριχιαστικό, εγείροντας ορισμένα πολύ σοβαρά ερωτήματα για την ανθρώπινη συμπεριφορά. Τον πιο ειλικρινή θαυμασμό μου για το εξαίρετο έργο της».
Άννυ Πρου
«Ένα καταπληκτικό αμάλγαμα θρίλερ, κωμωδίας και πολιτικής πραγματείας, γραμμένο από μια γυναίκα η οποία συνδυάζει μια ασυνήθιστη νοημοσύνη με μια αναρχική ευαισθησία».
The Guardian
«Τα κείμενά της διαρκώς αποκαλύπτουν απρόβλεπτα θαύματα και άλλες τόσες εκπλήξεις. Δεν υπάρχει είδος λογοτεχνικό που να μην μπορεί να το ανατρέψει. Το μυθιστόρημα Οδήγησε το αλέτρι σου πάνω από τα οστά των νεκρών θα σας κάνει να θέλετε διαβάσετε οτιδήποτε έχει γράψει η Όλγκα Τοκάρτσουκ».
Financial Times
Σ’ αυτό το μυθιστόρημα αναζητώ ποιοι υπήρξαν οι «γνωστοί-άγνωστοι» γονείς μου – όπως συνήθως είναι οι γονείς. Τι διαμόρφωσε τον Εμμανουήλ και την Αικατερίνη πριν παντρευτούν, πριν τους γνωρίσω, πριν συγκρουστούμε με σφοδρότητα, πριν συμφιλιωθούμε αργότερα. Από πού άντλησαν εκείνο το φορτίο πολιτισμών, νοοτροπιών, συμπεριφορών, ακόμη και ιστορικής οπτικής, που μοιραία μου κληροδότησαν.
Αναζήτηση επιτρεπτή, αν όχι και απαραίτητη στην ώριμη ηλικία ενός παιδιού, ενός συγγραφέα – όπως είναι πλέον η δική μου. Παραδόξως, μόνο τώρα αφέθηκαν σε εξομολογήσεις τα κατάλοιπα των νεκρών γονέων, μόνο τώρα αποκρίθηκαν στις ερωτήσεις μου οι παλιές μαυρόασπρες φωτογραφίες τους. Η μνήμη μουανακάλεσε πιο εύκολα τις οικογενειακές προφορικές εξιστορήσεις, που τόσο πολύ διαφέρουν από στόμα σε στόμα, απόάντρα σε γυναίκα, από δωμάτιο σε δωμάτιο, από εποχή σε εποχή. Βρέθηκα στους τόπους, όπου σε ποικίλουςχρόνους και σε καιρούς δύσκολους είχαν ζήσει: ιστορικά χωριά της Κρήτης, προπολεμική Βιέννη και Μπορντό, Αθήνα, Ηράκλειο κι άλλους ακόμη. Τόπους-σκηνικά, αφού ανέκαθεν η οικογένεια είναι ο βαθύς εκρηκτικός πυρήνας κάθε δράματος στη ζωή, στην τέχνη.
Σ’ αυτά τα παραμύθια που δεν είναι παραμύθια αμφισβητώ, επινοώ, κατανοώ, εικάζω, σαρκάζω, και μάλλον συγχωρώ. Στο κάτω-κάτω οι γονείς είναι ο ένας μόνο από τους πολλούς καθρέφτες της αυτογνωσίας μας, ίσως ο πιο σκληρός αλλά και τρυφερός καθρέφτης.
Το βρόμικο κόλπο, να ξεχάσεις μόνον τα άσχημα αλλά να θυμάσαι τα ωραία, δεν πετυχαίνει, η μνήμη διεκδικεί τα νόμιμα, δηλαδή όλα ή τίποτε, δηλαδή ας μείνει κάποιος να θυμάται, να θυμάται και τα ψιλά γράμματα. Υπάρχουν κάμποσα που αλίμονο αν τα θάψει κι αυτά ο νους, δεν πρόκειται για φανταχτερά ενσταντανέ και σκατοπασαλειμμένες αναμνήσεις, πρόκειται για άυλα τιμαλφή. Ευτυχώς ο εγκέφαλος του Μιχάλη Τσιούλη τα είχε κλειδώσει και ασφαλίσει.
Δεν είμαι υποχρεωμένος να μην ονειροπολώ, είπε, ούτε ντε και καλά να αισιοδοξώ και να ευτυχώ, αφού όλα πιο ρηχά, ούτε μύχια της ύπαρξης, ούτε γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, ούτε πού έδυ σου το κάλλος.
Δοκίμασα, συνέχισε, να αρκεστώ στο μικρομεσαίο μου μερτικό καθημερινότητας, να μοιάσω με την πλειοψηφία των πιο νορμάλ, να γίνω και λίγο ζαμανφουτίστας, όμως δεν μου είπε πολλά η πραγματικότητα, δεν ήξερα πώς να κινηθώ άνετα σ’ αυτήν.
Η νύχτα στο θρόνο της, με το αεράκι να περιοδεύει σε όλο το λεκανοπέδιο, σε όλο τον κόλπο του Σαρωνικού και τα άστρα ψηλά να σπιθίζουν ακατάστατα, να κάνουν του κεφαλιού τους.
Τύχη αγαθή, ο Τσιούλης είχε ιδεί το φεγγάρι σε πενήντα, μπορεί και παραπάνω, παραλλαγές. Ολόχρυσο. Ασημένιο. Άσπρο, πελώριο και οριζοντιωμένο σαν αιώρα. Χορτάτο μωρό να αποκοιμιέται στην αγκαλιά ενός κοκκινωπού σύννεφου. Αγέρωχο και ανοξείδωτο να κοντρολάρει την έξαρση της νύχτας. Απόψε δε, μπλαβογκριζοκίτρινο σαν τα μάτια σου, χαζομηχανικέ, κατά τη Σαλονικιά νοσηλεύτρια, κάποτε.
Το δραματικό οδοιπορικό μιας εβραϊκής οικογένειας στις ζοφερές στιγμές του εικοστού αιώνα.
Το χρονικό μιας κοινωνίας που συντρίβεται και αναφύεται μέσα από τα ερείπιά της. Η θυελλώδης ιστορία του μικρού Ιωσήφ, όπως την καταγράφει ένα νυχτερινό παραμύθι: Θεσσαλονίκη, 1917. Οι φλόγες ζώνουν την εβραϊκή συνοικία. Η Μπενούτα με τα παιδιά της βρίσκονται στο σπίτι. Ένας Τσιγγάνος, ο Αγγελής, τους διασώζει την τελευταία στιγμή. Τους μεταφέρει στον καταυλισμό του, μακριά απ' τον όλεθρο. Μεγάλο μέρος της πόλης καταστρέφεται. Ένα πολύτιμο κόσμημα σώζεται.
Ένα κειμήλιο που συνδέει ανθρώπους και γεγονότα.
Εβραίους και Τσιγγάνους. Δυο λαούς με διαφορετική κοσμοαντίληψη αλλά με πεπρωμένο κοινό. Πόλεμος, ναζιστική θηριωδία, Άουσβιτς. Οι σκληρές σελίδες του Ολοκαυτώματος. Η οδύσσεια ενός βραχιολιού.









