ΟΙ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ ΠΟΥ ΕΔΩΣΑΝ ΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΟΥΛΙΤΖΕΡ ΣΤΗΝ GUARDIAN

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΝΕΑ Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΓΡΑΦΟΝΤΑΣ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΑΓΟΡΑ

«ΑΝΗΣΥΧΗ» ΣΥΖΗΤΗΣΗ

«Καθήκον μου οι αποκαλύψεις», υποστηρίζει ο Σνόουντεν

Ο Όλιβερ Στόουν μεταφέρει στον κινηματογράφο την ιστορία για το «βαθύ λαρύγγι» της NSA, τον Έντουαρντ Σνόουντεν.

του Ζαν Μπρουκς
The Guardian, Δευτέρα 2 Ιουνίου 2014
Μετάφραση: Αντώνης Καλοκύρης

Έχει ασχοληθεί με τη δολοφονία του Κένεντι και το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ, τον πόλεμο στο Βιετνάμ και τον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» της κυβέρνησης Μπους. Τώρα, ο βραβευμένος με Όσκαρ σκηνοθέτης Όλιβερ Στόουν ετοιμάζεται να προκαλέσει νέες αντιπαραθέσεις με τη μεταφορά στη μεγάλη οθόνη του Φακέλου Σνόουντεν, του βιβλίου για το συνεχιζόμενο σκάνδαλο της NSA, που έγραψε ο δημοσιογράφος της Guardian Λουκ Χάρντινγκ.

Το θρίλερ του Στόουν θα επικεντρώνεται στις εμπειρίες του Αμερικανού πληροφοριοδότη Έντουαρντ Σνόουντεν που εργαζόταν με συμβόλαιο για την Εθνική Υπηρεσία Ασφάλειας (NSA) και διέρρευσε χιλιάδες άκρως απόρρητα έγγραφα στον πρώην αρθρογράφο της Guardian Γκλεν Γκρίνγουολντ τον Ιούνιο του 2013. Η ταινία θα έχει παραγωγό τον τακτικό συνεργάτη του Στόουν, τον Μόριτς Μπόρμαν, με τον Χάρντινγκ και άλλους δημοσιογράφους της Guardian ως συμβούλους σε θέματα παραγωγής και σεναρίου.

«Πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες ιστορίες της εποχής μας», ανέφερε σε δήλωσή του ο Στόουν. «Μια πραγματική πρόκληση. Χαίρομαι που η Guardian θα συνεργαστεί μαζί μας». Οι ταινίες του Στόουν περιλαμβάνουν τα Platoon, JFK και W. Επίσης έχει γυρίσει ντοκιμαντέρ για τον Φιντέλ Κάστρο και τον Ούγκο Τσάβες, όπως και την τηλεοπτική σειρά Η κρυφή ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών (2012).

Οι αποκαλύψεις του Σνόουντεν, που δημοσίευσε πρώτη η Guardian, ξεσκέπασαν την πρακτική των μαζικών κρατικών παρακολουθήσεων, προκάλεσαν διεθνή θύελλα αντιδράσεων και στρίμωξαν την κυβέρνηση Ομπάμα στη γωνία. Ο υπουργός εξωτερικών Τζον Κέρι παραδέχτηκε αργότερα ότι το πρόγραμμα της NSA είχε «φύγει εκτός ελέγχου» και έπρεπε να περιοριστεί. Ωστόσο, η τύχη του Σνόουντεν παραμένει αμφίβολη. Ο πρώην εργαζόμενος της NSA έχει λάβει προσωρινό πολιτικό άσυλο από τη Ρωσία, όμως αντιμετωπίζει πιθανή κάθειρξης 30 ετών αν επιστρέψει στις ΗΠΑ.

Έχοντας κυκλοφορήσει νωρίτερα μέσα στη χρονιά, το Φάκελος Σνόουντεν (Η ιστορία του Νο 1 καταζητούμενου ανθρώπου στον κόσμο) καταγράφει την πολιτική αφύπνιση του εικοσάχρονου Σνόουντεν, ενός ένθερμου Ρεπουμπλικάνου, που διαπίστωσε ότι το πρόγραμμα παρακολουθήσεων από πλευράς της κυβέρνησής του καταπατούσε όλο και περισσότερο τις ελευθεριακές ρεπουμπλικανικές αξίες του. Μια κριτική στους New York Times χαρακτήρισε το βιβλίο του Χάρντινγκ ως «καταιγιστικό, σχεδόν μυθιστορηματικό αφήγημα, εν μέρει ιστορία ενηλικίωσης και εν μέρει κινηματογραφικό θρίλερ».

«Η ιστορία του Έντουαρντ Σνόουντεν είναι πραγματικά εκπληκτική και οι πρωτόγνωρες αποκαλύψεις του άλλαξαν για πάντα τον τρόπο που κατανοούμε – και τις σχέσεις μας με – το κράτος και την τεχνολογία», είπε ο Άλαν Ράσμπριτζερ, διευθυντής σύνταξης της Guardian. «Χαιρόμαστε ιδιαίτερα για τη συνεργασία με τον Όλιβερ Στόουν και τον Μόριτς Μπόρμαν».

Τα γυρίσματα της ταινίας, που αποτελεί ευρωπαϊκή συμπαραγωγή, έχουν προγραμματιστεί να ξεκινήσουν πριν τα τέλη του 2014. Όμως ο χρόνος πιέζει. Η ταινία του Στόουν έχει να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό του No place to hide, του αντίπαλου εγχειρήματος από το βιβλίο του Γκλεν Γκρίνγουολντ, υπό την επίβλεψη των Μάικλ Γουίλσον και Μπάρμπαρα Μπρόκολι, παραγωγών του Τζέιμς Μποντ.

Για τους επικριτές του, ο Σνόουντεν παραμένει ένας προδότης οι πράξεις του οποίου έχουν επιφέρει πιθανόν ανεπανόρθωτο πλήγμα στις ικανότητες των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών. Μετά τις αποκαλύψεις της περασμένης χρονιάς, ο πρώην διευθυντής της CIA Τζέιμς Γούσλι υποστήριξε ότι, αν ο Σνόουντεν καταδικαστεί για προδοσία, πρέπει να του επιβληθεί η θανατική ποινή.

Αντίθετα οι υποστηρικτές του θεωρούν τον πληροφοριοδότη ως έναν πατριώτη που ενήργησε αποκλειστικά με βάση το δημόσιο συμφέρον. «Για μένα ο Σνόουντεν είναι ήρωας», είχε δηλώσει ο Στόουν τον περασμένο Ιούλιο. «Αποκάλυψε μυστικά που όλοι μας οφείλουμε να γνωρίζουμε, δείχνοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες παραβιάζουν επανειλημμένα την τέταρτη τροπολογία του Συντάγματος».

Η Guardian και η Washington Post κέρδισαν το Βραβείο Πούλιτζερ του 2014 για την προσφορά στο δημόσιο συμφέρον χάρη στις κοσμοϊστορικές αποκαλύψεις τους σχετικά με τις παρακολουθήσεις της NSA. Παραλαμβάνοντας το βραβείο, ο Ράσμπριτζερ αναφέρθηκε στον ρόλο που διαδραμάτισε ο Σνόουντεν. «Η αναφορά του βραβείου στην προσφορά στο δημόσιο συμφέρον είναι σημαντική», είπε. «Κι αυτό επειδή ο Σνόουντεν ενήργησε πραγματικά προς το δημόσιο συμφέρον».


Βλαντιμίρ Πούτιν οφείλει να απολογηθεί για τις μαζικές παρακολουθήσεις, ακριβώς όπως και ο Ομπάμα.

του Έντουαρντ Σνόουντεν
The Guardian, Παρασκευή 18 Απριλίου 2014
Μετάφραση: Αντώνης Καλοκύρης

Έθεσα το ερώτημα στον Ρώσο πρόεδρο ζωντανά στην τηλεόραση ώστε η απάντησή του να καταγραφεί, και όχι για να τον ξεπλύνω. Την Πέμπτη που μας πέρασε ζήτησα ζωντανά στην τηλεόραση εξηγήσεις σχετικά με την εμπλοκή της Ρωσίας σε μαζικές παρακολουθήσεις. Έθεσα το ερώτημα στον ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν, ερώτημα που δεν επιδέχεται την όποια αξιόπιστη αρνητική απάντηση από οποιονδήποτε ηγέτη είναι επικεφαλής ενός σύγχρονου, αδιάκριτου προγράμματος παρακολουθήσεων: «Η χώρα σας υποκλέπτει, αναλύει ή αποθηκεύει τις επικοινωνίες εκατομμυρίων ανθρώπων;»

Συνέχισα αμφισβητώντας τη θέση πως ένα τέτοιο πρόγραμμα μαζικής παρακολούθησης, ακόμα κι αν ήταν αποτελεσματικό και τεχνικά νόμιμο, θα μπορούσε ποτέ να θεωρηθεί ηθικά δικαιολογημένο. Το ερώτημα στόχο είχε να γίνει το ακριβές αντίστοιχο του διαβόητου τώρα πια διάλογου στην ακρόαση της επιτροπής εθνικής ασφάλειας της αμερικανικής Γερουσίας, ανάμεσα στον γερουσιαστή Ρον Γουάιντεν και στον διευθυντή της εθνικής υπηρεσίας πληροφοριών Τζέιμς Κλάπερ, σχετικά με το αν η NSA συνέλεγε τα αρχεία εκατομμυρίων Αμερικανών, και να οδηγήσει είτε σε μία σημαντική παραδοχή είτε σε μία ξεκάθαρη υπεκφυγή. Το ψέμα του Κλάπερ – στη Γερουσία και στην κοινή γνώμη – αποτέλεσε ένα ισχυρότατο κίνητρο για την απόφασή μου να εμφανιστώ δημόσια, καθώς και ένα ιστορικό παράδειγμα για τη σημασία του ελέγχου των δημόσιων λειτουργών.

Με την απάντησή του, ο Πούτιν αρνήθηκε το πρώτο μέρος του ερωτήματος και απέφυγε να απαντήσει στο υπόλοιπο. Υπάρχουν σοβαρές αντιφάσεις στην άρνησή του, όμως η ύποπτα περιορισμένη απάντηση του προέδρου δεν ήταν εκείνη που επικρίθηκε από πολλούς ειδήμονες. Αντίθετα, ήταν το γεγονός ότι επέλεξα να θέσω το ερώτημα.

Με εξέπληξε ότι άνθρωποι που με είχαν δει να διακινδυνεύω τη ζωή μου προκειμένου να αποκαλύψω τις πρακτικές παράνομης παρακολούθησης της ίδιας μου της χώρας αδυνατούσαν να πιστέψουν ότι θα επέκρινα χωρίς υστερόβουλο κίνητρο τις πολιτικές παρακολούθησης της Ρωσίας, χώρας στην οποία δεν έχω δηλώσει πίστη και υποταγή. Λυπάμαι που το ερώτημά μου παρερμηνεύθηκε δίνοντας την ευκαιρία σε πολλούς να αγνοήσουν την ουσία του – και τη γεμάτη υπεκφυγές απάντηση του Πούτιν – προκειμένου να επιδοθούν σε εικασίες, ευφάνταστες και λανθασμένες, ως προς τα κίνητρά μου για μια τέτοια κίνηση.

Ο ερευνητής δημοσιογράφος Αντρέι Σολντάτοφ, ίσως ο εντονότερος επικριτής των ρωσικών προγραμμάτων παρακολούθησης (και κάποιος που επανειλημμένα με έχει επικρίνει την προηγούμενη χρονιά) περιέγραψε το ερώτημά μου ως «εξαιρετικά σημαντικό για τη Ρωσία». Σύμφωνα με τον ιστότοπο The Daily Beast, ο Σολντάτοφ δήλωσε ότι το ερώτημα ίσως βοηθούσε στην άρση της de facto απαγόρευσης των συζητήσεων περί των κρατικών υποκλοπών.

Άλλοι επεσήμαναν ότι η απάντηση του Πούτιν φαίνεται να είναι η εντονότερη άρνηση εμπλοκής σε μαζικές παρακολουθήσεις που έδωσε ποτέ Ρώσος ηγέτης – άρνηση την οποία, σκεπτόμενοι γενναιόδωρα, είναι πιθανόν να επικαλεστούν πολλές φορές οι δημοσιογράφοι.

Στην πραγματικότητα, η απάντηση του Πούτιν ήταν αξιοσημείωτα παρόμοια με τις αρχικές, κατηγορηματικές αρνήσεις του Ομπάμα ως προς το εύρος των προγραμμάτων εσωτερικής παρακολούθησης της NSA, προτού η συγκεκριμένη θέση αποδειχθεί αργότερα ότι ήταν αναληθής και αδικαιολόγητη.

Προς τι λοιπόν όλες αυτές οι επικρίσεις; Ανέμενα ότι ορισμένοι θα είχαν αντιρρήσεις για τη συμμετοχή μου σε ένα ετήσιο φόρουμ που ως επί το πλείστον αποτελείται από ανώδυνα ερωτήματα προς έναν ηγέτη συνηθισμένο να μην αμφισβητείται. Όμως για μένα, η σπάνια ευκαιρία να σπάσω το ταμπού της συζήτησης περί κρατικών παρακολουθήσεων μπροστά σε ένα κοινό που ως επί το πλείστον παρακολουθεί τα κρατικά μέσα, ήταν σημαντικότερη από τους όποιους κινδύνους. Επιπλέον, έλπιζα ότι η απάντηση του Πούτιν – όποια και αν ήταν – θα έδινε την ευκαιρία στους σοβαρούς δημοσιογράφους και στην κοινή γνώμη να ασχοληθούν περαιτέρω με το ζήτημα.

Όταν η εκδήλωση επαναληφθεί του χρόνου, ελπίζω να υπάρξουν περισσότερα ερωτήματα για τα προγράμματα παρακολούθησης και για άλλες αμφιλεγόμενες πολιτικές. Όμως δεν χρειάζεται να περιμένουμε ως τότε. Για παράδειγμα, οι δημοσιογράφοι θα μπορούσαν να ζητήσουν διευκρινίσεις για το πώς οι επικοινωνίες εκατομμυρίων ανθρώπων δεν υποκλέπτονται, αναλύονται ή αποθηκεύονται όταν, σε τεχνικό επίπεδο τουλάχιστον, τα υπάρχοντα συστήματα είναι υποχρεωμένα να κάνουν αυτά ακριβώς τα πράγματα προκειμένου να λειτουργήσουν. Θα μπορούσαν να ρωτήσουν αν οι εταιρίες κοινωνικής δικτύωσης που υποστηρίζουν ότι έχουν λάβει αιτήματα από τη ρωσική κυβέρνηση για μαζικές συλλογές δεδομένων λένε την αλήθεια.

Προχώρησα στις αποκαλύψεις για τις πρακτικές παρακολούθησης από πλευράς NSA όχι επειδή θεωρούσα ότι οι ΗΠΑ ήταν η μοναδική χώρα που λειτουργούσε εσφαλμένα, αλλά επειδή πιστεύω ότι η μαζική παρακολούθηση αθώων ανθρώπων – η κατασκευή τεράστιων, κρατικών χρονομηχανών παρακολούθησης που μπορούν να γυρίσουν πίσω στον χρόνο και να ασχοληθούν με τις πιο προσωπικές μας στιγμές – αποτελεί απειλή για τους πάντες, παντού, ασχέτως ηγεσίας.

Την περασμένη χρονιά έθεσα σε κίνδυνο την οικογένεια, τη ζωή και την ελευθερία μου για να βοηθήσω στην έναρξη μιας παγκόσμιας συζήτησης που ακόμη και ο πρόεδρος Ομπάμα παραδέχτηκε ότι «θα ενδυναμώσει το έθνος μας». Σήμερα παραμένω εξίσου αποφασισμένος όσο και τότε να μην ανταλλάξω τις αρχές μου με τα όποια προνόμια.

Κατανοώ τις ανησυχίες των επικριτών μου, όμως για το ερώτημά μου υπάρχει μια πιο προφανής εξήγηση από την κρυφή επιθυμία να υποστηρίξω το είδος των πολιτικών που αμφισβήτησα θυσιάζοντας την άνετη ζωή μου: για να μπορέσουμε να ελέγξουμε κατά πόσο αληθεύουν οι ισχυρισμοί των επίσημων αρχών, πρέπει πρώτα να τους δώσουμε την ευκαιρία να τους διατυπώσουν.